Home Page

On Line Library of the Church of Greece


Γιώργος Βαλσάμης

"Sanctum Basilium dico..." ΕΠΙΛΟΓΟΣ: "ΜΙΑ ΚΑΡΔΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΨΥΧΗ"

Ο Μέγας Βασίλειος και ο Ιωάννης Κασσιανός για την κοινοβιακή άσκηση. Συγκριτική μελέτη.

Διατριβή μάστερ.

ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ ΠΟΛΥΤΟΝΙΚΑ - TO READ POLYTONIC GREEK

Myriobiblos Home 

Σὲ διάφορα σημεῖα τῆς ἐργασίας μας ἔχουμε μιλήσει γιὰ τὴν ἔνταξη τῶν ἀσκητῶν στὸν συνολικὸ βίο τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ὁποία ἐπιχείρησε ὁ Βασίλειος, καὶ ἔχουμε δώσει τὰ σχετικὰ στοιχεῖα. Στὸ κεφάλαιο αὐτὸ θὰ συνοψίσουμε τὰ πορίσματά μας, γιὰ νὰ παρουσιαστεῖ μὲ τὴ μεγαλύτερη δυνατὴ σαφήνεια ἡ συγκεκριμένη προσπάθεια τοῦ Βασιλείου.

     Δὲν θὰ ἀδικούσαμε τὸν Βασίλειο, ἂν ἀρχίζαμε τὴ συνοπτικὴ αὐτὴ καταγραφή μας, ἀναφερόμενοι στὴ θέση, τὴν ὁποία ἔχει στὸ ἔργο του ἡ Ἁγία Γραφή. Ἔχουμε δεῖ, ὅτι ὁ Κασσιανὸς θέλησε νὰ μεταφέρει στὴ Δύση τοὺς ἀσκητικοὺς θεσμοὺς τῆς Ἀνατολῆς, καὶ κυρίως τῆς Αἰγύπτου. Ὁ Βασίλειος παρέκαμψε τὴν ὣς τότε ἀσκητικὴ παράδοση, στὴν ὁποία οὐδέποτε παραπέμπει, καὶ θεμελίωσε τὴ διδασκαλία του στὴν Ἁγία Γραφή. Ἐπειδὴ στὴν Ἁγία Γραφὴ θεμελιώνεται ἐπίσης ὁ βίος τῆς κατὰ κόσμον Ἐκκλησίας, ἔχουμε ἐδῶ τὸ κύριο σημεῖο ἀναφορᾶς, τὸ ὁποῖο ἑνοποιεῖ μοναχούς, λαϊκοὺς καὶ κληρικούς. Θυμίζουμε ἀκόμη, πὼς ὅταν οἱ συνασκητές του, ἤδη στὸ ἀσκητήριο τοῦ Πόντου, εἶχαν ζητήσει τὴν πνευματικὴ βοήθεια τοῦ Βασιλείου, τοὺς ἀπάντησε συγκεντρώνοντας, θεματολογικὰ ὀργανώνοντας καὶ πολὺ λίγο σχολιάζοντας, χωρία τῆς Βίβλου. Στὴ συνέχεια, μὲ τοὺς Ὅρους κατὰ πλάτος καὶ τοὺς Ὅρους κατ’ ἐπιτομήν, προχώρησε σὲ θέματα, τὰ ὁποῖα, σὲ μεγάλο βαθμό, προσιδιάζουν στὸν μοναστικὸ βίο, φροντίζοντας συνεχῶς νὰ ἀντλεῖ καὶ πάλι ἀπὸ τὰ ἱερὰ κείμενα τῆς Παλαιᾶς καὶ κυρίως τῆς Καινῆς Διαθήκης. Στὴ διδασκαλία τοῦ Βασιλείου, ἡ Ἁγία Γραφή, ὅπως ἔχουμε δεῖ, εἶναι ἡ ἀπόλυτη αὐθεντία, στὴν ὁποία (πρέπει νὰ) ὑποτάσσεται ἡ μοναστικὴ ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρη ἡ χριστιανικὴ κοινότητα.

     Μὲ τὴ σημασία, τὴν ὁποία ἔδινε στὴ Γραφὴ ὁ Βασίλειος, πρέπει νὰ συσχετισθεῖ καὶ ἡδιδασκαλία του, ὅτι ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ τὴ σωτηρία ἀποτελεῖ ἡ τήρηση ὅλων τῶν ἐντολῶν. Σὲ ἄλλο σημεῖο τῆς ἐργασίας μας, ἔχουμε ἐπισημάνει τὴ διάκριση τοῦ Κασσιανοῦ μεταξὺ πλήθους τῶν πιστῶν καὶ ἐκλεκτῶν τοῦ μοναχισμοῦ, τοὺς ὁποίους ὁ Κασσιανὸς ὀνομάζει "ἀληθινὸ Ἰσραήλ", καὶ ἔχουμε ἀκόμη ἐπισημάνει, ὅτι παρόμοια διάκριση δὲν ὑπάρχει στὸν Βασίλειο. Στὸ ἐρώτημα, " Ἄρα οὖν, φησί τις, τὰ πλήθη τῶν Χριστιανῶν μὴ φυλάσσοντα πάσας τὰς ἐντολάς, ἀνόνητον ἕξει τήν τινων φυλακήν;"[1] ὁ Βασίλειος ἀπαντάει καταφατικά, χωρὶς κανένα δισταγμό, καὶ μνημονεύει τὴν περίπτωση τοῦ ἀπ. Πέτρου: 

"Πρὸς τοῦτο τοῦ μακαρίου Πέτρου μνημονεῦσαι καλόν, τοῦ μετὰ τοσαῦτα μὲν κατορθώματα, τοιούτους δὲ μακαρισμούς, ἐφ’ ἑνὶ μόνῳ ἀκούοντος. ’ἐὰν μὴ νίψω σε, οὐκ ἔχεις μέρος μετ’ ἐμοῦ’".[2] 

Παρατηροῦμε, μάλιστα, ὅτι ὁ Βασίλειος μεταχειρίζεται παράδειγμα, τὸ ὁποῖο, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, καυτηριάζει ἔμμεσα τὸν ἀναχωρητικὸ τρόπο ἄσκησης, μία ἀπὸ τὶς μεγάλες ἀδυναμίες τοῦ ὁποίου, ἀκόμη καὶ κατὰ τὸν Κασσιανό, εἶναι ἡ de facto ἀθέτηση τῆς εὐαγγελικῆς τελειότητας, τῆς μίμησης, δηλαδή, τοῦ παραδείγματος τοῦ Χριστοῦ - τῆς δικῆς Του κένωσης πρὸς ὄφελος τῶν ἀδελφῶν Του.

     Στὸ προοίμιο τῆς Ὑποτυπώσεως ὁ Βασίλειος χρησιμοποιεῖ ἀκόμη πιὸ σκληρὴ γλώσσα, λέγοντας ὅτι θὰ δώσει "τὰς ἐκ τῆς θεοπνεύστου Γραφῆς ἀποδείξεις περὶ τοῦ πᾶσαν παράβασιν ἐντολῆς Θεοῦ σφοδρῶς καὶ φοβερῶς ἐκδικεῖσθαι, ὥστε εἰ καὶ τὰ πλεῖστά τις κατωρθωκέναι δοκεῖ, ὀλίγον δέ που, ἢ καὶ μιᾶς ἡστινοσοῦν ἐντολῆς ἀμελήσει,ἢ τῷ πλημμελήσαντι ἀδιαφόρως ἐφησυχάσει, καὶ μὴ ζῆλον ἀγαθὸν κατὰ τὸ κρῖμα τοῦ Θεοῦ ἐπιδείξεται, ἐπὶ ταύτῃ μόνῃ δίκας ὑπέχει, κἂν ἐξ ἀγνοίας πάθῃ τι τοιοῦτον, οὐδὲ οὕτως ἀτιμώρητος διαφεύγει"[*].[3] 

 Ὁ Βασίλειος, ἀπευθυνόμενος σὲ μοναχούς, παραδέχεται ὅτι, "καιρὸς δὲ ἐπιτήδειος ἡμῖν ὁ παρών, καὶ τόπος οὗτος ἡσυχίαν παρέχων καὶ σχολὴν πᾶσαν ἀπὸ τῶν ἔξωθεν θορύβων..."[4] 

Στὸ ἴδιο κείμενο, γράφει πώς, "δεῖ τέλειον εἶναι τὸν τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπον", ἐννοώντας κάθε χριστιανό, γιὰ νὰ καταλήξει, "ἀνάγκη πᾶσα διὰ πάσης ἐντολῆς καθαρισθῆναι ’εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ’"[*].[5] 

Ἑπομένως, ἂν καὶ γιὰ τοὺς μοναχοὺς οἱ συνθῆκες εἶναι πιὸ εὐνοϊκές, ἀπὸ κανένα χριστιανὸ δὲν ἀπαιτεῖται τίποτα λιγώτερο ἀπὸ τὴν κατὰ Θεὸν τελειότητα. Στὸ κεντρικὸ αὐτὸ σημεῖο τῆς ἐκκλησιολογίας τοῦ Μ. Βασιλείου, παρατηροῦμε μία ἀπὸ τὶς σπουδαιότερες περιπτώσεις οὐσιαστικῆς ἐπαφῆς τῶν μοναχῶν μὲ τὰ ὑπόλοιπα μέλη τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἐπίσης, μία ἀπὸ τὶς σημαντικότερες διαφορὲς μεταξὺ Βασιλείου καὶ Κασσιανοῦ. Πρέπει ἐδῶ νὰ ἐπισημάνουμε ἀκόμη, τὴν ἔμφαση, τὴν ὁποία ὁ Βασίλειος ἔδινε στὴ "διδασκαλία τοῦ λόγου", ὥστε τὴν ἱκανότητα γιὰ τὴ διδασκαλία αὐτή, κατέτασσε μεταξὺ τῶν σπουδαιότερων χαρακτηριστικῶν τοῦ προεστῶτος.[6] Ἔχουμε δεῖ ἀκόμη, ὅτι ὁ προεστώς, σύμφωνα μὲ τὸν Βασίλειο, ἦταν ὑπεύθυνος γιὰ τὴν ἑρμηνεία τῶν Γραφῶν, ὄχι μόνο πρὸς τοὺς συνασκητές του, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς ἐπισκέπτες τοῦ κοινοβίου. Ἐπειδὴ ὁ Βασίλειος ἔδινε μεγάλη σημασία στὸ συγκεκριμένο καθῆκον τοῦ προεστῶτος, ὅρισε ὅτι θὰ πρέπει νὰ ὑπάρχει ἀναπληρωτής του. Ἔτσι, ἂν ὁ προεστὼς συνέβαινε νὰ ἀπουσιάζει, θὰ ὑπῆρχε κάποιος νὰ διδάσκει ἔγκυρα τὸν λόγο τῆς Γραφῆς.[7]

     Γιὰ τὸν ἀββᾶ Μωϋσῆ, ἡ συχνὴ μελέτη τῆς Γραφῆς, παράλληλα μὲ τὴν ψαλμωδία, τὶς νηστεῖες, τὶς ἀγρυπνίες καὶ τὶς προσευχές, βοηθεῖ στὴν ἀποσύνδεση τοῦ νοῦ ἀπὸ τὶς κοσμικὲς μέριμνες καὶ τὴν προσήλωση στὰ οὐράνια ἀγαθά.[8] Ἡ μελέτη τῶν Γραφῶν συναριθμεῖται μὲ τὴ μνήμη ἀγαθῶν πράξεων καὶ τὴ θεωρία θείων μυστηρίων, ὡς πηγὴ τῶν πνευματικῶν σκέψεων στὸν νοῦ τοῦ ἀσκητῆ.[9] Ὁ ἀββᾶς Νέστερος προτρέπει στὴν ἀποστήθιση ὁλόκληρης τῆς Βίβλου καὶ τὴ συνεχῆ ἀπαγγελία της.[10] Ὅμως, ἡ προσήλωση στὴν προσευχὴ θεωρεῖται δυσκολότερη καὶ σπουδαιότερη ἀπὸ τὴν τυχαία ἀνάγνωση τῆς Γραφῆς.[11] Δηλώνεται μάλιστα, πὼς δὲν χρειάζεται κανεὶς νὰ διαβάζει τὴ Γραφή, ὅταν γιὰ τὴν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς ἀρκεῖ ἡ συνεχὴς ἀπαγγελία ἑνὸς συγκεκριμένου στίχου, ἡ ὁποία ἀσφαλίζει τὴ σκέψη κοντὰ στὸν Θεό.[12] Ὁ ἀββᾶς Θεόδωρος ἦταν ἀγράμματος ἀλλὰ μποροῦσε νὰ ἀπαντᾶ ἀκόμα καὶ σὲ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦσαν στὴν ἑρμηνεία τῆς Βίβλου, ἁπλῶς καὶ μόνο προσευχόμενος.[13] Ἡ μελέτη τῆς Βίβλου στὸν Κασσιανὸ εἶναι προαιρετική, ὁρισμένοι, μάλιστα, συνήθιζαν νὰ ἐπιτείνουν τὴ μελέτη κατὰ τὸ διάστημα μεταξὺ Πάσχα καὶ Πεντηκοστῆς.[14] Ὁ ἀββᾶς Θεόδωρος ἀπέτρεπε ἀπὸ τὴ μελέτη τῶν ἑρμηνευτῶν τῆς Βίβλου καὶ δίδασκε πὼς ἡ ὀρθὴ κατανόησή της ἀπαιτεῖ μόνο καθαρότητα ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὴ μελέτη τῆς ἴδιας τῆς Βίβλου.[15]

      Ὁ Μ. Βασίλειος, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, θεωρεῖ ἀπολύτως ἀπαραίτητη τὴν πλήρη γνώση τῶν Γραφῶν γιὰ τὸν προεστῶτα, ἐνῶ γιὰ τοὺς ἄλλους παρόμοια ἐπιδίωξη θὰ δήλωνε πάθος περιεργείας.[16] Κάθε ἄλλος, ἐκτὸς τοῦ προεστῶτος, πρέπει νὰ μαθαίνει καὶ νὰ κάνει ὅσα ἀφοροῦν στὰ καθήκοντά του, "μηδὲν πλέον περιεργαζόμενος". Ὁρισμένη γνώση τῶν Γραφῶν εἶναι, βέβαια, ἀπαραίτητη, "εἴς τε πληροφορίαν τῆς θεοσεβείας καὶ ὑπὲρ τοῦ μὴ προσεθισθῆναι ἀνθρωπίναις παραδόσεσιν".[17] Βλέπουμε, συνεπῶς, ὅτι ὁ Κασσιανὸς παλινδρομεῖ μεταξὺ τῆς χρησιμότητας καὶ τῆς μὴ χρησιμότητας τῆς μελέτης τῆς Βίβλου, ἐνῶ ὁ Βασίλειος ἔχει σαφέστερη στάση. Πολλοὶ Ὅροι εἶναι ἀφιερωμένοι στὴν ἑρμηνεία τῆς Γραφῆς, καὶ ἀπὸ αὐτοὺς μπορεῖ νὰ διευκρινισθεῖ ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Βασίλειος ἑρμήνευε.[18] Ἀλλὰ ὅ,τι ἔχει ἰδιαίτερη σημασία γιὰ τὸ θέμα μας, εἶναι ἡ μέριμνά του γιὰ τὴν ἑνότητα. Ἡ μέριμνα τοῦ Βασίλειου γιὰ τὴν ἑνότητα, φαίνεται, σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο, ἀπὸ τὴν ἐντολή του νὰ μὴ καταλύεται ἡ εὐταξία, δηλαδὴ νὰ μὴ μιλάει ὁποιοσδήποτε γιὰ τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν στὴν ἑρμηνεία τῆς Γραφῆς, οὔτε κἂν οἱ πιὸ σεβαστοὶ ἀνάμεσα στοὺς γέροντες, ἀλλὰ μόνο ὁ προεστὼς ἤ, ὅταν αὐτὸς ἀπουσιάζει, ὁ ἀναπληρωτής του.Μὲ τὸν τρόπο αὐτό, τὴν προσωπικὴ καὶ ἀποκλειστικὴ σχέση γέροντος καὶ νεοτέρου, τὴν ὁποία προβάλλει τὸ ὑπόδειγμα τοῦ Κασσιανοῦ, ὅπως καὶ τὴν κατὰ βούλησιν ἐπίδοση στὴ μελέτη καὶ ἑρμηνεία τῆς Γραφῆς, στὸν Βασίλειο ἀντικαθιστᾶ ἡ γύρω ἀπὸ τὸν προεστῶτα τοῦ λόγου συγκεντρωμένη ἀδελφότητα.

      Ἂν καὶ ὁ Βασίλειος δὲν ἀντιλαμβανόταν τὸ κοινόβιο ὡς τόπο καλλιέργειας τῶν γραμμάτων ἢ ἔστω μελέτης τῆς Βίβλου,[19] προώθησε ἀντιλήψεις, οἱ ὁποῖες ἐνίσχυσαν τὴν πλευρὰ αὐτὴ τοῦ μοναστικοῦ βίου. Ἀπὸ τὴ σημασία, τὴν ὁποία ἔδωσε στὸ ἔλλογον καὶ τὴν ἑρμηνεία, ὣς τὴν ἰδέα τῆς συστηματικῆς καλλιέργειας τῶν γραμμάτων, δὲν ὑπάρχει ὑπερβολικὰ μεγάλη ἀπόσταση. Ὀφείλουμε, ἐπίσης, νὰ τονίσουμε, ὅτι ἀκόμα καὶ ἡ μελέτη τῆς θύραθεν γραμματείας εἶναι ἐπιτρεπτὴ ἀπὸ τὸν Βασίλειο, καὶ ἀνατίθεται στὸν προεστῶτα τὸ καθῆκον νὰ ἀποφασίζει, ποιοί θὰ ἦταν κατάλληλοι γι’ αὐτή.[20] Καὶ ἐδῶ, στὴν καλλιέργεια τῶν θύραθεν γραμμάτων, ὅπως καὶ στὴν ἀποδοχὴ "τέκνων βιοτικῶν" στὰ μοναστήρια, τὰ ὁποῖα ὁ Βασίλειος ἤθελε νὰ λειτουργοῦν ἐπίσης ὡς σχολεῖα,[21] παρατηροῦμε ἕνα ἐπιπλέον στοιχεῖο τῆς ἐπαφῆς τῶν μοναχῶν μὲ τὴν ὑπόλοιπη Ἐκκλησία καὶ τὸν κόσμο. Ἀποδεικνύεται καὶ ἐδῶ ἀκριβής, κατὰ τὴ γνώμη μας, ἡ παρατήρηση τοῦ Amand de Mendieta, ὅτι κύρια ἐπιδίωξη τοῦ Βασιλείου ὑπῆρξε ἡ ἐνίσχυση τοῦ εὐαγγελικοῦ, "μία καρδιὰ καὶ μία ψυχή",γιὰ ὅλη τὴν Ἐκκλησία, ἡ ἔνταξη τοῦ μοναχισμοῦ στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας στὸ σύνολό της καὶ ἡ ἐν γένει ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα.[22] Σχετικὰ μὲ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖο τώρα μᾶς ἐνδιαφέρει, παρατηροῦμε ὅτι ὁ Βασίλειος καλλιέργησε τὴν ἑνότητα μὲ πολλοὺς τρόπους. Μὲ τὴ διδασκαλία τῶν ἐπισκεπτῶν τῶν κοινοβίων, εἴτε μὲ τὴ φιλοξενία καὶ ἐκπαίδευση παιδιῶν, οἱ ἀσκητές του ἔρχονταν σὲ ἑκούσια ἐπαφὴ μὲ τοὺς λαϊκούς, στοὺς ὁποίους παρεῖχαν τὴν ἀγάπη τους καὶ τὴ διδασκαλία γιὰ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ σημασία τοῦ ἀσκητικοῦ βίου. Καλλιεργώντας συστηματικὰ τὶς διάφορες τέχνες, τὶς ὁποῖες μάλιστα δίδασκαν καὶ σὲ παιδιά, ἐναγγαλίζονταν τὸν πρακτικὸ κοσμικὸ βίο, ἐπιβεβαίωναν τὴν ἀξία του καί, μὲ τὸ φιλανθρωπικό τους ἔργο, δίδασκαν ποιό εἶναι τὸ πραγματικὸ νόημα τῆς ἀξίας αὐτῆς, δίδασκαν ὅτι ὅποιος ἀγαπάει δὲν ἐργάζεται γιὰ νὰ ἔχει ἀλλὰ γιὰ νὰ δίνει, καὶ μάλιστα σὲ ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἀνεξαιρέτως. Μὲ τὴν καλλιέργεια τῆς θύραθεν παιδείας, οἱ ἀσκητὲς τοῦ Βασίλειου ἐναγκαλίζονταν καὶ τὸν ἐθνικὸ κόσμο στὶς ὑψηλότερες ἐκφράσεις του, ἐπιβεβαίωναν τὴν ἀξία τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς ὡς δώρου τοῦ Θεοῦ καὶ αὔξαναν τὴν ἐπίδραση τοῦ χριστιανισμοῦ στοὺς ἐθνικούς.[23] Μὲ τὴ θεώρηση τῆς ὑλικῆς περιουσίας ὡς κατ’ ἀρχὴν ἀγαθοῦ, ὁ Βασίλειος ἀπέτρεπε ἀπὸ δυαρχικὲς τάσεις, ἐνίσχυε ἄλλον ἕνα τρόπο ἐπαφῆς τῶν ἀσκητῶν μὲ τὴν κοσμικὴ πραγματικότητα καὶ ἀπέδιδε στὸ αὐτεξούσιο τοῦ ἀνθρώπου τὴν εὐθύνη γιὰ τὴν καλὴ ἢ κακὴ διαχείριση τῶν πάντως ἀγαθῶν τοῦ Θεοῦ. Ἐπιτρέποντας στοὺς ἀσκητές του νὰ συναντοῦν τοὺς κατὰ σάρκα συγγενεῖς, ἂν οἱ τελευταῖοι ἦταν εὐσεβεῖς,[24] ὁ Βασίλειος ἐπιβεβαίωνε τὴν ἀξία τῶν οἰκογενειακῶν σχέσεων, καί, προτρέποντας νὰ θεραπεύονται οἱ συγγενεῖς κάποιου μοναχοῦ ὡς συγγενεῖς ὁλόκληρης τῆς ἀδελφότητας,[25] δίδασκε τὸ πραγματικὸ νόημα τῶν σχέσεων αὐτῶν, καὶ προσέδιδε ἔτσι στὸ σύνολο τῆς Ἐκκλησίας τὸν χαρακτήρα οἰκογένειας. Ὁ ἀσκητικὸς βίος, τὸν ὁποῖο περιγράφει καὶ προτείνει ὁ Κασσιανός, στηρίζεται σὲ προϋποθέσεις ἀρκετὰ διαφορετικές. Ἀρκεῖ ἐδῶ ἁπλῶς νὰ ὑπενθυμίσουμε, ὅτι ἡ παρουσία παιδιῶν στὰ μοναστήρια ἀπαγορευόταν,[26] ἡ θύραθεν παιδεία ἦταν ἀντικείμενο περιφρόνησης,[27] καὶ οἱ τέχνες καὶ ἐργασίες, στὸ σύνολό τους, ἀντιμετωπίζονταν μᾶλλον ὡς μέθοδοι ἀποφυγῆς τοῦ μετεωρισμοῦ, παρὰ ὡς ἀναγκαῖα γιὰ τὴ βελτίωση τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου θεῖα δῶρα.[28] Εἴτε ἐγκρίνουμε εἴτε ὄχι τὴ διδασκαλία τοῦ Κασσιανοῦ, βέβαιο πάντως εἶναι ὅτι τὰ στοιχεῖα αὐτὰ κάθε ἄλλο παρὰ καλλιεργοῦσαν τὴν ἑνότητα τῶν μοναχῶν μὲ τὴν ὑπόλοιπη Ἐκκλησία.

     Σύμφωνα μὲ τὴν εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἑνιαίας οἰκογένειας, καὶ σύμφωνα μὲ μία ἄλλη, ἰδιαιτέρως προσφιλῆ στὸν Βασίλειο, εἰκόνα, ἐκείνη τῆς ἀσκητικῆς ἀδελφότητας ὡς σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἀγάπη τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας μεταξύ τους, καὶ ὅσα ἡ ἀγάπη αὐτὴ συνεπάγεται, ἀποτελοῦν ἀπαράβατη προϋπόθεση τῆς χριστιανικῆς ἰδιότητας. Ἔτσι, ὁ Βασίλειος ἀρχίζει τοὺς ἀσκητικούς του Ὅρους, μιλώντας γιὰ τὴν πρωταρχικὴ σημασία τῶν ἐντολῶν τῆς ἀγάπης γιὰ τὸν Θεὸ καὶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Ἀπὸ τὶς ἐντολὲς αὐτὲς ἀπορρέει ἡ χαρακτηριστική, στὰ συγγράμματα τοῦ Βασιλείου, ἐπιείκεια καὶ μετριοπάθεια - τὸ ἔλλογον. Δὲν ἐπιτρέπεται οὔτε ἡ ἀδιαφορία, οὔτε ἡ τυραννικὴ συμπεριφορά. Οἱ ἀδελφότητες τοῦ Βασιλείου ἀποτελοῦν τόπους συνομιλίας, ἀμοιβαίας νουθεσίας, κοινῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ καὶ ἀγάπης πρὸς ὅλες τὶς κατευθύνσεις, ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ προεστῶτος καὶ τὶς ἐντολὲς τῆς Βίβλου. Γιὰ τὸν στρατοπεδικὸ χαρακτήρα τῶν κοινοβίων τοῦ Κασσιανοῦ ἔχουμε μιλήσει ἀρκετὰ καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος ἐδῶ νὰ ἐπαναλάβουμε, ὅσα ἔχουν εἰπωθεῖ.

      Ἕνα ἀκόμη στοιχεῖο, στὸ ὁποῖο ἔχουμε δώσει ἔμφαση ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ἐργασίας μας, εἶναι ἡ ὁρολογία τοῦ Βασιλείου. Συνοπτικὰ ὑπενθυμίζουμε, 1) τὴ χρήση ὅρων, ὅπως "ἀδελφὸς" ἢ "ἀσκητὴς" ἀντὶ τῶν ὅρων "μοναχὸς" ἢ "μονάζων", 2) τὴ χρήση παρόμοιου ὅρου γιὰ τὸν "προεστῶτα τῆς ἀδελφότητος" καὶ γιὰ τὸν "προεστῶτα τῶν Ἐκκλησιῶν" (δηλαδὴ τὸν ἐπίσκοπο), 3) τὴ χρήση ἐπιθέτων, ὅπως τὸ "χριστιανὸς" ἢ τὸ "ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ", γιὰ λαϊκοὺς καὶ γιὰ μοναχοὺς ἀδιακρίτως. Ἡ συγκεκριμένη ὁρολογία λειτουργεῖ ἑνοποιητικά, τονίζει τὸ γεγονός, ὅτι πρωταρχικὴ καὶ τῶν μοναχῶν ἰδιότητα εἶναι ἡ χριστιανική. Δηλώνοντας τὴν κοινὴ πίστη μοναχῶν, λαϊκῶν καὶ κληρικῶν, ὡς τὸ κύριο χαρακτηριστικό τους, ἐπιτρέπει μεγαλύτερη ἀλληλοκατανόηση καὶ ἀλληλοβοήθεια, ἀποτρέπει ἀπὸ ἐνδεχόμενες σχισματικὲς ἢ σχισματογόνες τάσεις καὶ ἐνισχύει τὴ μεταξύ τους ἀγάπη.

     Τελειώνοντας τὴ συνοπτικὴ αὐτὴ καταγραφὴ τῶν στοιχείων, τὰ ὁποία δείχνουν τὴν ἑνοποιὸ προσπάθεια τοῦ Βασιλείου, δὲν πρέπει νὰ λησμονήσουμε τρεῖς πολὺ σημαντικοὺς θεσμούς. Πρόκειται γιὰ τὸν μοναστικὸ ὅρκο, τὴν ἀποταγὴ τῆς περιουσίας καὶ τὴν ἐξομολόγηση. Καὶ στὶς τρεῖς αὐτὲς περιπτώσεις ἔχουμε ἐνεργὸ ἀνάμιξη τοῦ κλήρου στὴ ζωὴ τοῦ κοινόβιου. Ὁ ὅρκος, σύμφωνα μὲ τὸν Βασίλειο, ἔπρεπε νὰ δίνεται, ὅπως ἔχουμε δεῖ στὸ ἀντίστοιχο κεφάλαιο τῆς ἐργασίας μας, ἐνώπιον τοῦ ἐπισκόπου. Ἡ περιουσία τοῦ ἐντασσόμενου στὸ κοινόβιο ἔπρεπε νὰ παραδίδεται στὸν ἐπίσκοπο, ὁ ὁποῖος ὄφειλε νὰ τὴν οἰκονομήσει σύμφωνα μὲ τὰ συμφέροντα τῆς Ἐκκλησίας. Τέλος, ἡ ἐξομολόγηση δὲν εἶχε μόνο τὸν χαρακτήρα τῆς καθημερινῆς καθοδήγησης, ἀλλὰ ἐπίσης ἐτελεῖτο, στὰ κοινόβια τοῦ Βασιλείου, ἀπὸ ἱερεῖς, ὡς ἰδιαίτερο μυστήριο, συνδεόμενο στὴν οὐσία του μὲ τὸ βάπτισμα. Τὰ στοιχεῖα αὐτὰ δὲν τὰ συναντᾶμε στὸν Κασσιανό. Πρέπει μάλιστα νὰ σημειωθεῖ, ὅτι ὁ Κασσιανὸς ἔτεινε πρὸς τὴν αἰγυπτιακὴ παράδοση, κατὰ τὴν ὁποία οἱ ἀσκητὲς θὰ ὄφειλαν νὰ ἀποφεύγουν τὸν ἐπίσκοπο, ὅπως ἀκριβῶς ἀποφεύγουν τὶς γυναῖκες.[29] Στὴν ἑνδέκατη Συμβολή, ἀναφερόμενος στὸν ἐπίσκοπο Ἀρχέβιο, ὁ Κασσιανὸς συγκρίνει τὴν ἀσκητικὴ μὲ τὴν ἐπισκοπικὴ ἰδιότητα καὶ θεωρεῖ τὴν πρώτη ὑψηλότερη καὶ δυσκολότερη. Χαρακτηριστικά, καὶ σὲ μεγάλη ἀντίθεση μὲ τὸν Βασίλειο, ὁ Ἀρχέβιος ἀρνεῖται πὼς ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ μιλήσει γιὰ τὸν ἀσκητικὸ βίο, μολονότι, ὅπως πληροφορεῖ ὁ ἴδιος ὁ Κασσιανός, ὑπῆρξε μοναχὸς ἐπὶ 37 ἔτη, καὶ περιορίζει τὸν ἑαυτό του στὸ καθῆκον νὰ παραπέμψει στοὺς φημισμένους γέροντες, καὶ μόνο ἡ θέα τῶν ὁποίων εἶναι πολὺ διδακτική.[30] Ἀκόμα καὶ τὸ γεγονὸς τῆς συνεργασίας τοῦ Κασσιανοῦ μὲ ἐπισκόπους, δὲν φανερώνει ἀπαραιτήτως πρόθεση νὰ γεφυρωθεῖ τὸ χάσμα μεταξὺ κοσμικῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀσκητῶν. Γιὰ παράδειγμα, στὸν πρόλογο τῶν Θεσμῶν, ὁ ὁποῖος ἀπευθύνεται προσωπικὰ στὸν Ὀπτάτης Κάστορα,[31] διαβάζουμε πὼς τὰ μοναστήρια συνιστοῦν ἀληθινὸ καὶ λογικὸ ναό, ἀποτελούμενο ἀπὸ τὴ σύναξη ἁγίων ἀνδρῶν, αἰώνιο καὶ ἀνίκητο, κοσμούμενο ἀπὸ ψυχὲς ἅγιες, οἱ ὁποῖες λάμπουν ἀπὸ τὴν ἀκεραιότητα τῆς ἀθωότητας, τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἐγκράτειάς τους, καὶ ἔτσι φέρουν ἐντός τους καὶ παρουσιάζουν τὸν ἴδιο τὸν Χριστό. Ἡ ὕπαρξή τους ἀντιτίθεται στοὺς ναοὺς τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ οἰκοδομοῦνται ἀπὸ ἀναίσθητες πέτρες, εἶναι προσωρινοὶ καὶ φθαρτοὶ καὶ κοσμοῦνται ἀπὸ ἄφωνα μέταλλα, ἡ ἀξία τῶν ὁποίων ταιριάζει στὴν ἀπληστεία παλλακίδων καὶ πριγκήπων. Ἡ συγκεκριμένη παραβολή, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν παραινετικὴ πρὸς τὸν Κάστορα διάθεση τῆς προηγούμενης παραγράφου ἀλλὰ κυρίως μὲ τὴν καυστικὴ τῆς ἑπόμενης, φανερώνουν, ἀκόμη καὶ σὲ κείμενο ὅπως αὐτό, ἀρκετὰ ἔντονη τὴν ὑποτίμηση τοῦ κλήρου ἀπὸ τὸν Κασσιανό.



[1] Βλ. ΚΠ προοίμ.3.

[2] Αὐτόθι.

[3] Βλ. ΠΥ, ΒΕΠΕΣ, τ. 53, Ἀθῆναι 1976, σ. 12.

[4] ΚΠ προοίμ.1.

[5] ΚΠ προοίμ.4. Πρβλ. Ἐφ. 4.13.

[6]Bλ. ΚΠ λβ’.

[7] Βλ. ΚΠ με’.

[8] Βλ.Coll. I.17.

[9] Βλ. Coll.VII.7.

[10] Βλ. Coll.XIIII.10.

[11] Βλ. Coll. X.10.

[12] Βλ.Coll. X.14 - πρόκειται γιὰ τὸ Ψαλ. 69.2: " Ὁ Θεὸς εἰς τὴν βοήθειάν μου πρόσχες· Κύριε, εἰς τὸ βοηθῆσαί μοι σπεῦσον", ἀπ’ ὅπου πιθανῶς προῆλθε τὸ μεταγενέστερο "Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ Θεοῦ, ἑλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν", κυρίαρχο στοιχεῖο στὸν ἡσυχασμὸ τοῦ 14ου αἰῶνος (πρβλ. Gribomont, "Prayer in Eastern monasticism..., σ. 18).

[13] Βλ. Inst. V.33.

[14] Βλ. Inst. II.6.

[15] Βλ.Inst. V.34.

[16] Βλ. KE σλε’.

[17] Βλ. KE Ϟε’. Στὰ βιβλικὰ κείμενα στηρίζεται ἐπίσης ἡ ἐκπαίδευση παιδιῶν στὰ μοναστήρια (ΚΠ ιε’).

[18] Κυριότερο στοιχεῖο, κατὰ τὴ γνώμη μας, εἶναι ἡ χρήση ἐκφράσεων ὅπως, "λογίζομαι", "οἶμαι", "νομίζω", κτὅ. Ἔχουμε δεῖ, ὅτι ἀπὸ τὸν Βασίλειο δὲν ἔλειπε οὔτε ἡ αὐτοπεποίθηση, οὔτε ἡ ἀναγνώριση ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ὥστε, κρατώντας μία τόσο μετριοπαθῆ στάση στὶς ἑρμηνεῖες του, δίδασκε στὴν πράξη, ὡς ἀπαραίτητα στοιχεῖα τῆς ἑρμηνείας, τὴν ἀνυπέρβλητη αὐθεντία τοῦ ἴδιου τοῦ κειμένου καί, συνεπῶς, τὴν πολὺ μεγάλη προσοχὴ στὰ κείμενα.

[19] Ὅπως παρατηρεῖ ὁ Morison, "the idea that the monastery should ’promote divine learning’ is nowhere made prominent in Basil’s ascetic writings. Scripture is regarded as providing a practical rule of life, and is to be obeyed rather than investigated"(St. Basil and his rule..., σ. 72). Πιστεύουμε πὼς ὁ Morison ἔχει ἐν μέρει δίκιο, καὶ πάντως ἡ παρατήρησή του στηρίζεται στὰ κείμενα. Μάλιστα, οὔτε ὁ Κασσιανὸς οὔτε ὁ Βασίλειος δὲν προσδιορίζουν συγκεκριμένες ὧρες μελέτης, ὅπως κάνει π.χ. ὁ Αὐγουστῖνος, ὁ ὁποῖος στὴν Ordo monasterii, ἀπηχώντας αἰγυπτιακὲς συνήθειες, ἀφιερώνει τὸ χρονικὸ διάστημα μεταξὺ ἕκτης καὶ ἔνατης ὥρας στὴ μελέτη (βλ. Vogüé, "The Horarium..., σ. 65 κ.ἑ).

[20] Βλ. KE ϞϚ’.

[21] Βλ. ΚΠ ιε’.

[22] Βλ. Amand de Mendieta, "Le système cénobitique..., σ. 68.

[23] Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ ἐκτενεῖς Ὅρους τοῦ Βασιλείου προβάλλει τὴν ἀξία ὅλων τῶν τεχνῶν καὶ ἐπιστημῶν, καὶ μάλιστα ὑπερασπίζεται τὴν ἰατρική. Βλ. ΚΠ νε’: "οὕτω καὶ ἰατρὸν εἰσάγοντες, ὅτε λόγος συγχωρεῖ, τῆς πρὸς Θεὸν ἐλπίδος οὐκ ἀφιστάμεθα".

[24] Βλ. ΚΠ η’ καὶ λβ’.

[25] ΚΠ λβ’. Στὸν Κασσιανὸ δὲν ὑπάρχει παρόμοια προτροπή. Ἀντιθέτως, ἀπαντᾶ ἡ περίπτωση τοῦ Ἀρχέβιου, ὁ ὁποῖος ἐργάστηκε σκληρὰ ἐπὶ ἕνα ἔτος γιὰ νὰ πληρώσει τὰ χρέη τῆς κατὰ κόσμον μητέρας του (βλ. Inst. V.38). Ὁ ἀββᾶς Μαχητής, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ἔκαψε τὰ γράμματα τῶν συγγενῶν του, γιὰ νὰ ἀποφύγει κάθε ἀφορμὴ συναισθηματικῆς ἀναστάτωσης (βλ. Inst. V.32). Στὸ σημεῖο αὐτό, ἐπικρατεῖ μᾶλλον ἀναρχία, ἐφόσον κάθε ἀσκητὴς ἀντιδρᾶ κατὰ βούλησιν, ὁ δὲ Κασσιανὸς ἁπλῶς καταγράφει τὶς περιπτώσεις χωρὶς νὰ προτείνει κανένα κανόνα.

[26] Βλ. Inst. IV.27.

[27] Βλ. π.χ. Inst. V.33.

[28] Βλ. π.χ. Inst. X.24.

[29] Βλ. Inst. XI.18. Πρβλ. Chadwick, John Cassian, σ. 68.

[30] Βλ.Coll. XI.2.

[31] Βλ.Inst. praef.2.

 

 

 

 

Πίνακας Περιεχομένων  |  Επόμενη σελίδα

 

MYRIOBIBLOS HOME  |  TOP OF PAGE