Home Page

On Line Library of the Church of Greece


Γιώργος Βαλσάμης

"Sanctum Basilium dico..." ΚΟΙΝΟΒΙΑΚΟΙ ΘΕΣΜΟΙ

Ο Μέγας Βασίλειος και ο Ιωάννης Κασσιανός για την κοινοβιακή άσκηση. Συγκριτική μελέτη.

Διατριβή μάστερ.

ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ ΠΟΛΥΤΟΝΙΚΑ - TO READ POLYTONIC GREEK

Myriobiblos Home 

Ὑποδοχή, δοκιμασία, ἄσκηση

Παρέκβαση: ὁ προεστώς

Ἡ σημασία τῆς ἐξομολόγησης

Κοινοκτημοσύνη

Ἐπιτίμια

"Nihil quam mensam et cibos"

Ὑπηρεσίες

 

Ἀρχίζοντας τὸ τέταρτο βιβλίο τῶν Θεσμῶν, ὁ Κασσιανὸς δηλώνει πὼς ἡ τάξη τοῦ λόγου (ordo narrationis) ἀπαιτεῖ, μετὰ τὴν ἔκθεση τοῦ κανονικοῦ τρόπου τῶν προσευχῶν, νὰ ἀκολουθήσει ἡ ἔκθεση τῶν θεσμῶν, σύμφωνα μὲ τοὺς ὁποίους ἀσκεῖται "ἐκεῖνος ποὺ ἀποτάσσεται τὸν κόσμο". Οὔτε ἐδῶ, ὅπως οὔτε στὰ περὶ προσευχῶν βιβλία, δὲν ὁρίζεται τί καθιστᾶ ἀπαραίτητη τὴν τοποθέτηση τοῦ συγκεκριμένου βιβλίου σ’ αὐτὴ τὴ σειρά. Ἂν καὶ συχνὰ ὁ Κασσιανὸς φροντίζει νὰ τονίσει πὼς ὑπάρχει κάποια τάξη, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία συνέταξε τὸ ἔργο του, μόνο στὸ πρῶτο βιβλίο ἐξηγεῖ τὰ κριτήρια τῆς τάξης αὐτῆς. 

Ὑποδοχή, δοκιμασία, ἄσκηση

Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖο κυρίως θὰ τὸν ἀπασχολήσει, δηλώνει ὁ Κασσιανός, εἶναι οἱ προϋποθέσεις τῆς εἰσαγωγῆς στὸ κοινόβιο.[1] Θὰ χρησιμοποιήσει στοιχεῖα ἀπὸ τοὺς θεσμοὺς τῶν αἰγυπτίων καὶ τῶν ταβεννησιωτῶν ἀσκητῶν. Ἐκφράζει ἰδιαίτερο θαυμασμὸ γιὰ τοὺς τελευταίους ἐπειδή, ἂν καὶ διαβιώνουν στὸ πολυπληθέστερο (populosius) κοινόβιο,διακρίνονται γιὰ τὴν ἀπόλυτη ὑπακοή τους στὸν ἡγούμενο.[2] Κανεὶς στὴ Δύση δὲν ὑπακούει οὔτε ἡγεῖται μὲ τὸν ἀπόλυτο αὐτὸ τρόπο, οὔτε ἀκόμη καὶ γιὰ μικρὸ χρονικὸ διάστημα, παραπονεῖται ὁ Κασσιανός.Μὲ τὸ ἴδιο θέμα συνεχίζει καὶ στὸ ἑπόμενο κεφάλαιο, συνδέοντας τὴν τελειότητα στὴν ἄσκηση μὲ τὴν ὑποταγὴ (subiectio), τὴν ἐπιμονὴ(perseverantia) καὶ τὴν ταπεινοφροσύνη(humilitas). Οἱ συγκεκριμένες ἀρετὲς κάνουν τοὺς ἀσκητές, τὸν βίο τῶν ὁποίων ὁ Κασσιανὸς θεωρεῖ ὑποδειγματικό, νὰ μὴν ἐγκαταλείπουν τὸ κοινόβιό τους.[3] Γιὰ τὶς ἴδιες ἀρετὲς συνεχίζει τὸν λόγο του καὶ στὸ ἑπόμενο κεφάλαιο. Ὅποιος θέλει νὰ ἀκολουθήσει τοὺς κανόνες τοῦ κοινοβίου (disciplinacoenobii) ὑποχρεώνεται νὰ παραμείνει γιὰ δέκα ἡμέρες, ἢ καὶ περισσότερο, ἔξω ἀπὸ τὴν πύλη λοιδορούμενος, γιὰ νὰ δοκιμασθοῦν ἡ ἐπιμονὴ καὶ ἐπιθυμία του (perseverantiaac desiderium), ἡ ταπεινοφροσύνη καὶ ὑπομονή του (humilitas ac patientia).

     Στὴν Ἐπιστ. 199 τοῦ Μ. Βασιλείου, ὅπου ὁρίζονται τὰ τῆς ὑποδοχῆς παρθένων, παρατηροῦμε ὅτι προηγοῦνται ἐπίμονες ἱκεσίες.[4] Αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ μοναδικὸ κοινὸ στοιχεῖο μὲ τὴ συνήθεια, τὴν ὁποία ἀναφέρει ὁ Κασσιανός, ἀλλὰ ὅμως μὲ πολὺ διαφορετικὲς προϋποθέσεις. Στὶς περιπτώσεις, στὶς ὁποῖες ἀναφέρεται ἡ Ἐπιστ. 199, οἱ ὑποψήφιες ἀσκήτριες ὑποβάλλονται στὴ δοκιμασία αὐτή, διότι, ὅπως γράφει ὁ Βασίλειος,

 

"Πολλὰς γὰρ γονεῖς προσάγουσι, καὶ ἀδελφοὶ καὶ τῶν προσηκόντων τινές, πρὸς τῆς ἡλικίας, οὐκ οἴκοθεν ὁρμηθείσας πρὸς ἀγαμίαν, ἀλλά τι βιωτικὸν ἑαυτοῖς διοικούμενοι. Ἃς οὐ ῥᾳδίως προσδέχεσθαι δεῖ, ἕως ἂν φανερῶς τὴν ἰδίαν αὐτῶν ἐρευνήσωμεν γνώμην"[*].[5]

 

 Ὁ Βασίλειος, ἑπομένως, δὲν ὑποπτεύεται τὶς προσερχόμενες, ἀλλὰ τοὺς γονεῖς τους. Πρέπει, τέλος, νὰ σημειωθεῖ, ὅτι ἀκόμη καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ κείμενο, ἀπουσιάζουν τελείως τὰ περὶ λοιδοριῶν, τὰ ὁποῖα ἐντέλλεται ὁ Κασσιανός.[6] Θὰ δοῦμε, ὅμως, τὴν κύρια στάση τοῦ Βασιλείου, ὅπως καταγράφεται στοὺς Ὅρους, ἀμέσως μόλις ὁλοκληρώσουμε τὴν ἀναφορά μας στὸν Κασσιανό.

     Πολὺ σημαντικὸ στοιχεῖο, γιὰ νὰ ἐκτιμήσουμε τὸν τρόπο ὑποδοχῆς, τὸν ὁποῖο προτείνει ὁ Κασσιανός, εἶναι τὸ περιεχόμενο τῶν χλευασμῶν, τοὺς ὁποίους ὑφίσταται ὁ ὑποψήφιος ἀσκητής: τὸν κατηγοροῦν πὼς ἔρχεται στὸ κοινόβιοπὸ κάποια ἀνάγκη καὶ ὄχι ἀπὸ εὐσέβεια (non religionis sed necessitatis obtentu).[7] Τὸν ἐξευτελίζουν, γιὰ νὰ ἀποδειχθεῖ ἂν θὰ μπορέσει νὰ δείξει ἐπιμονὴ καὶ σταθερότητα (constantia), ὅταν ἀργότερα θὰ δοκιμάζεται ἀπὸ τοὺς πειρασμούς. Τέλος, τὸν ἐλέγχουν ἂν ἔχει μαζί του ἔστω καὶ ἕνα νόμισμα, διότι, κατὰ τὴν ἄποψη τῶν ταβεννησιωτῶν, ὅπως τὴ μεταφέρει ὁ Κασσιανός, ἀκόμη καὶ ἡ παραμικρὴ κατοχὴ περιουσίας δὲν θὰ ἄφηνε τὸν εἰσαγόμενο στὸ κοινόβιο νὰ ὑπομείνει γιὰ πολὺ τὴν πειθαρχία, οὔτε νὰ διδαχθεῖ τὴν ταπεινοφροσύνη καὶ τὴν ὑπακοή, οὔτε νὰ ἀρκεσθεῖ στὴν πτωχεία καὶ τὴν αὐστηρότητα. Ἡ κατοχὴ ἔστω καὶ ἑνὸς νομίσματος θὰ τὸν ἔκανε νὰ ἐμπιστευθεῖ τὴν ἔστω ἐλάχιστη αὐτὴ περιουσία καὶ νὰ ἐγκαταλείψει τὸ κοινόβιο μὲ τὶς πρῶτες δυσκολίες. Τὸ περιεχόμενο τῶν χλευασμῶν σημαίνει, εἰκάζουμε, πὼς ἀρκετοὶ τότε προσέρχονταν στὰ κοινόβια, ἐπειδὴ ἡ κοσμικὴ ζωὴ ἦταν, ἢ τοὺς φαινόταν, ἀκόμη δυσκολότερη.[8] Ἀλλὰ τὸ κίνητρο αὐτὸ δὲν φαίνεται νὰ ἐνοχλεῖ τὸν Κασσιανό. Τὸ μόνο ποὺ ἀπαιτεῖ, εἶναι ὑποταγὴ καὶ ἐπιμονή, τὶς ὁποῖες πιστεύει ὅτι θὰ ἐξασφαλίσει τόσο περισσότερο, ὅσο μεγαλύτερη θὰ εἶναι ἡ ἐξάρτηση ἀπὸ τὸ κοινόβιο. Ἡ ἀκτημοσύνη, ἑπομένως, καὶ ἡ ὑπακοή, στὸ κεφάλαιο αὐτό, δὲν ἐξαίρονται τόσο ὡς χριστιανικὲς ἀρετές, ὅσο ὡς προϋποθέσεις τῆς μεγαλύτερης δυνατῆς ἐξάρτησης ἀπὸ τὸ κοινόβιο. Παρατηροῦμε, μάλιστα, πὼς ἡ ταπεινοφροσύνη δὲν ἀναφέρεται μόνη της, ἀλλὰ πάντοτε συνοδεύεται, δηλαδὴ διευκρινίζεται, εἴτε ἀπὸ τὴν ὑπομονὴ εἴτε ἀπὸ τὴν ὑποταγή. Ἀρχικὴ προϋπόθεση λοιπὸν τῆς ἄσκησης, σύμφωνα μὲ τὸν Κασσιανό, εἶναι ἡ ἀπόλυτη ὑποταγὴ στὸ κοινόβιο καί, μὲ τοὺς ἐξευτελισμούς, ἡ ἰσχυροποίηση τῆς ψυχικῆς ἀντοχῆς. Εἶναι φανερό, πὼς ἐδῶ ἔχουμε τὶς προϋποθέσεις στρατιωτικῆς καὶ ὄχι χριστιανικῆς ἀσκήσεως.[9]

 

"Τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ κηρύσσοντος καὶ λέγοντος. ’δεῦτε πρός με, πάντες οἱ κοπιῶντες, καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς’. οὐκ ἀκίνδυνον ἀπωθεῖσθαι τοὺς τῷ Κυρίῳ δι’ ἡμῶν προσιόντας, καὶ ὑπελθεῖν αὐτοῦ τὸν χρηστὸν ζυγόν, καὶ τὸ τῶν ἐντολῶν φορτίον, τὸ πρὸς οὐρανὸν ἡμᾶς ἀνακουφίζον, βουλομένους".[10] 

Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ἀνοίγει ὁ Μ. Βασίλειος τὸ κεφάλαιο, τὸ ὁποῖο ἀναφέρεται στὶς προϋποθέσεις τῆς ἀποδοχῆς κάποιου στὸ κοινόβιο. Τὸ συγκεκριμένο κεφάλαιο ὑπάρχει καὶ στὴ μετάφραση Ρουφίνου, ὥστε, ἀκόμη καὶ ἂν υἱοθετούσαμε τήν, κατὰ τὴ γνώμη μας ἀδικαιολόγητη, ἄποψη ὅσων ἐρευνητῶν πιστεύουν, ὅτι ὁ Κασσιανὸς δὲν γνώριζε παρὰ μόνο τὴ λατινικὴ ἐκδοχὴ τῶν Ὅρων, ἀκόμη καὶ σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση, τὸ συγκεκριμένο κεφάλαιο τὸ γνώριζε ἢ θὰ μποροῦσε νὰ τὸ γνωρίζει. Πόσο τὸ μελέτησε ὅμως, πόσο ἄφησε νὰ τὸν ἐπηρεάσει, πόσο τὸ χρησιμοποίησε; Ὅ,τι ἔχουμε διαπιστώσει στὴν ὣς τώρα πορεία μας τῆς συγκριτικῆς μελέτης τῶν κειμένων, τὸ ἴδιο βλέπουμε καὶ ἐδῶ. Ὁ Κασσιανὸς δὲν φαίνεται νὰ ἔχει μελετήσει τὸν Βασίλειο, καὶ πάντως ἡ διδασκαλία του εἶναι πολὺ διαφορετική. " Ἀλλὰ ὁ Βασίλειος ἦταν, ὅπως δείχνει καὶ τὸ ὄνομά του, ἕνας πραγματικὸς βασιληὰς ἀνάμεσα στὰ πνεύματα τοῦ καιροῦ του", γράφει ὁ Amand de Mendieta.[11] Ἡ ἀκρίβεια τῆς δήλωσης αὐτῆς ἀποδεικνύεται καὶ στὴν περίπτωση, ὅπου ἡ σύγκριση γίνεται μὲ τὸν Κασσιανό.

     "Τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ κηρύσσοντος καὶ λέγοντος". Ἤδη μέσα στὴν πρώτη φράση, ὑπάρχει εὐγένεια, μεγαλοπρέπεια καὶ ἀγάπη, ποὺ δὲν συμβιβάζονται μὲ τὰ περίπου στρατόπεδα, τὰ ὁποῖα περιγράφει ὁ Κασσιανός.[12] Ὁ Βασίλειος ἀνοίγει τὸν λόγο του παρουσιάζοντας τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ὡς πηγὴ ἀνάπαυσης τῶν ἀσκητῶν.[13] Φιλανθρωπία, σωτηρία, ἀνάπαυση, ἀνύψωση στὸν οὐρανὸ καὶ ἐλευθερία, εἶναι οἱ ἔννοιες, οἱ ὁποῖες προσδιορίζουν, γιὰ τὸν Βασίλειο, τὶς προϋποθέσεις τῆς εἰσαγωγῆς στὸ κοινόβιο. Ἔννοιες, περαιτέρω, συνηρτημένες μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ διπλή, θεανθρώπινη, διάσταση τονίζεται ἰδιαιτέρως. Πρέπει, ἐπίσης, νὰ σημειωθεῖ, ὅτι ὁ Βασίλειος ἀρχίζει τὸν λόγο του διδάσκοντας τὶς ὑποχρεώσεις τοῦ κοινοβίου πρὸς τοὺς προσερχόμενους, καὶ ὄχι τὶς ἀπαιτήσεις, τὶς ὁποῖες τὸ κοινόβιο θὰ ὄφειλε ἐνδεχομένως νὰ προβάλει. Θεμελιώδης εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς ἀποδοχῆς: κατ’ ἀρχὴν ὅλοι θεωροῦνται ἀποδεκτοὶ καὶ ἀναλόγως πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζονται. Ὁ Βασίλειος δὲν ἀρχίζει τὸν λόγο του ἀναζητώντας ἀφορμὲς καὶ μεθόδους ἐκδιώξεως, ἔχει ἐνώπιόν του τὸ πρόσωπο τοῦ καλοῦντος Χριστοῦ καὶ ὄχι τὴν disciplina coenobii. Ὁ προσερχόμενος, σύμφωνα μὲ τὸν Βασίλειο, δὲν ἀπευθύνεται στὸ κοινόβιο, ἀπευθύνεται στὸν Χριστὸ διὰ τοῦ κοινοβίου, διάκριση ἡ ὁποία ἀπουσιάζει ἀπὸ τὸν Κασσιανό. Τὸ κοινόβιο τοῦ Κασσιανοῦ περιγράφεται σχεδὸν ὡς χῶρος ἐξουσίας, εἶναι μᾶλλον τὸ σύστημα καὶ ἡ πειθαρχία, παρὰ ἕνας σταθμὸς στὴν πορεία πρὸς τὸν Θεό. Ὅπως κάθε κέντρο ἐξουσίας, πρέπει νὰ ἐφεύρει τὶς μεθόδους ἐλέγχου τῶν μελῶν του, κυριότερη μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι ὁ ἐξευτελισμός, διότι ὡς ἐξευτελισμὸ ἀντιλαμβάνεται ἐδῶ ὁ Κασσιανὸς τὴν ταπείνωση. Εἶναι πάρα πολὺ ἐπικίνδυνο ("οὐκ ἀκίνδυνον"), γράφει ὁ Βασίλειος, νὰ διώχνουμε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, μέσα ἀπὸ ἐμᾶς, προσέρχονται στὸν Κύριο. Μόνον ἀφοῦ ἔχει ἐπισημάνει τὸν κίνδυνο, μόνον ἀφοῦ ἔχει θυμίσει, ἢ ὑποδείξει, ποιός εἶναι πράγματι ὁ προορισμὸς τῶν προσερχομένων, μόνον ἀφοῦ ἔχει ἀφαιρέσει ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ κοινόβιο κάθε δικαίωμα γιὰ πιθανὴ κατάχρηση τῆς ἰσχύος του, κάθε οἴηση καὶ σκληρότητα, μόνο ἀφοῦ ἔχει ζωντανέψει μπροστὰ στοὺς παλαιοὺς ἀσκητὲς τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, μόνο τότε ὁ Βασίλειος προχωράει στὴ συζήτηση ἐνδεχόμενης ἀπομάκρυνσης κάποιου, ἀπὸ ὅσους κτυποῦν τὴν πόρτα τοῦ κοινοβίου. Τὰ κριτήρια τῆς συζήτησης αὐτῆς εἶναι καὶ πάλι τελείως διαφορετικὰ ἀπὸ ἐκεῖνα τοῦ Κασσιανοῦ. Τί φοβᾶται ὁ Κασσιανός; Φοβᾶται μήπως ὁ προσερχόμενος εἶναι ἀνυπάκουος,[14] φοβᾶται μήπως δὲν μπορέσει νὰ ἀντέξει τὴ δοκιμασία ἀπὸ τοὺς πειρασμούς,[15] φοβᾶται μήπως παρασυρθεῖ ἀργότερα καὶ ἐγκαταλείψει τὸ κοινόβιο.[16] Γιὰ τὸν Βασίλειο,

 

"Οὐ μὴν οὐδὲ ἀνίπτοις ποσὶν ἐπιτρέπειν χρὴ τῆς σεμνότητος ἐπιβαίνειν τῶν διδαγμάτων"[*].[17] 

 Ὑπάρχει ἔργο, ποὺ πρέπει νὰ διαφυλαχθεῖ, ὑπάρχει δρόμος πρὸς τὸν Θεό, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ παραμείνει φωτεινός. Ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὑπάρχει τὸ ἔργο αὐτό, αἰτούμενο δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ καθαρὴ ὑπακοή. Ὁ Βασίλειος θυμίζει τὴ διήγηση γιὰ τὸν νεανίσκο καὶ τὴν ἀπάντηση ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ Χριστός,[18] γιὰ νὰ δείξει ὅτι προέχει ἡ ἐξέταση τῆς συνείδησης τοῦ προσερχόμενου στὸ κοινόβιο. Ἔτσι, ὁρίζει, ὡς πρῶτο καθῆκον, τὴ διερεύνηση τοῦ παρελθόντος βίου του. Ὄχι, ὅμως, γιὰ νὰ ἀποφασισθεῖ ἂν θὰ τοῦ ἐπιτραπεῖ ἡ εἴσοδος ἢ ἂν θὰ ἐκδιωχθεῖ, ἀλλὰ διότι μόνο γνωρίζοντας τὴν προσωπικότητά του θὰ μπορέσουν οἱ παλαιότεροι ἀσκητὲς νὰ τὸν βοηθήσουν. Αὐτὸ δὲν συνεπάγεται χλευασμούς, ἀλλὰ εἰσαγωγὴ σὲ ὑψηλότερη γνώση:

 

"καὶ οἷς μὲν ἤδη τι προκατόρθωται, τὰ τελειότερα τῶν διδαγμάτων παραδιδόναι".[19] 

 Ὅσοι ὑπῆρξαν ὡς τότε ἀδιάφοροι, ἢ ἀκόμη καὶ πονηροί, καὶ αὐτοὶ γίνονται ἀποδεκτοί, ἀλλὰ ἀφοῦ διερευνηθεῖ λεπτομερέστερα ὁ χαρακτήρας τους, ὥστε νὰ διαπιστωθεῖ μήπως εἶναι "ἄστατοι, καὶ πρὸς τὰς κρίσεις εὐκίνητοι". Σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση, ὁ κοινὸς βίος τῶν ἀσκητῶν διατρέχει κίνδυνο, τὸ ἔργο τους μπορεῖ νὰ συκοφαντηθεῖ, διότι οἱ ἀσταθεῖς συνηθίζουν νὰ ἐπινοοῦν βλασφημίες. Ἐν ἐπιγνώσει τοῦ κινδύνου, ὁ Βασίλειος δὲν συνιστᾶ οὔτε τώρα τὴν ἐκδίωξη ἀλλὰ ἐνισχύει τὴν ἐλπίδα:

 

"ἐπεὶ δὲ πάντα ἐπιμελείᾳ κατορθοῦται καὶ φόβος Θεοῦ παντοίων ἐλαττωμάτων ψυχῆς περιγίνεται, οὐδὲ τούτων ἀπογνωστέον εὐθύς, ἀλλ’ ἄγειν αὐτοὺς εἰς τὰ προσήκοντα γυμνάσια δεῖ".[20] 

 Ἡ δοκιμασία, γιὰ τὴν ὁποία πρόκειται νὰ μιλήσει ὁ Βασίλειος, δὲν ἔχει καμμία σχέση μὲ ὅσα προτείνει ὁ Κασσιανός, καὶ συναρτᾶται ἀπόλυτα μὲ τὰ προηγούμενα. Πρόκειται γιὰ περαιτέρω ἐξέταση τῆς συνείδησης τοῦ προσερχόμενου, γιὰ νὰ ἀποδειχθεῖ ἂν πράγματι θέλει νὰ ἀκολουθήσει αὐτὴ τὴν ὁδό - ἂν θέλει, ὄχι ἂν ἀντέχει. Ὁ Βασίλειος προβλέπει δύο κριτήρια: ἡ γνησιότητα τῆς ἐπιθυμίας, ὅσων βαρύνονται ἀπὸ ἀκόλαστο βίο, δοκιμάζεται ἀπὸ τὴν ἑτοιμότητα γιὰ ἐξομολόγηση, ἀπὸ τὴν ὁποία θὰ προκύψει ἂν ὁ εἰσερχόμενος ἔχει πράγματι ἀποκηρύξει τὸν προηγούμενο βίο του, "καὶ ἀσφάλειαν ἑαυτῷ εἰς τὸν ἑξῆς βίον κτώμενος, πρὸς τὸ μηκέτι τοῖς ὁμοίοις πάθεσι περιπεσεῖν", ἐνῶ ἡ γνησιότητα τῆς ἐπιθυμίας καὶ αὐτῶν ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν ὑπολοίπων, ὁπότε ἐδῶ ἔχουμε τὸ κυριότερο κριτήριο, δοκιμάζεται ἀπὸ τὴν ἱκανότητά τους νὰ γίνουν χρήσιμοι στὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ. Ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὁ Βασίλειος δὲν θέτει ὡς κριτήριο τὴν τυφλὴ ὑποταγή, δὲν ἀναφέρεται ἐδῶ ρητὰ στὴν ὑπακοή, δὲν χρησιμοποιεῖ κἂν τὸν ὅρο αὐτό, οὔτε κάποιο συνώνυμο. Τὰ γυμνάσια, τὰ ὁποῖα θὰ ἀνατεθοῦν στὸν εἰσερχόμενο, δὲν πρέπει νὰ παρακάμπτουν τὴν προϋπόθεση τῆς χρησιμότητας. Ἡ θέλησή του θὰ δοκιμασθεῖ ἀπὸ τὴν προθυμία του νὰ ἐργασθεῖ ἀκόμη καὶ στὶς πιὸ εὐτελεῖς τέχνες - ἀλλὰ θὰ εἶναι τέχνες, θὰ εἶναι ἐργασία, θὰ εἶναι κάτι, ποὺ οὕτως ἢ ἄλλως πρέπει νὰ γίνει, ἐπειδὴ εἶναι ἀπαραίτητο στὴ ζωὴ τοῦ κοινόβιου:

 

"κοινὸς δὲ ἐπὶ πάντων δοκιμασίας τρόπος, εἰ πρὸς πᾶσαν ταπεινοφροσύνην ἀνεπαισχύντως διάκεινται, ὡς καὶ τὰς εὐτελεστάτας δέχεσθαιτέχνας, ἐὰν τὴν ἐκείνων ἐργασίαν χρήσιμον εἶναι ὁ λόγος ἐγκρίνῃ"[*].[21] 

 Ἕπεται πὼς ἡ δοκιμασία τῶν προσερχομένων δὲν εἶναι κάτι, τὸ ὁποῖο μπορεῖ νὰ ἀναλάβει ὁ καθένας: 

"καὶ ἐπειδὰν διὰ πάσης ἐξετάσεως ἕκαστος παρὰ τῶν ἐπιστημόνως ἐρευνᾶν τὰ τοιαύτα δυναμένων, ὥσπερ τι σκεῦος εὔχρηστον τῷ Δεσπότῃ καὶ πρὸς πᾶν ἔργον ἀγαθὸν ἕτοιμον ἀποδειχθῇ, συναριθμείσθω τοῖς ἀνατεθεικόσιν ἑαυτοὺς τῷ Κυρίῳ"[*].[22] 

 Ἀναφερόμενος στοὺς προσερχόμενους, "ἀπό τινος περιφανεστέρου βίου", ὁ Βασίλειος δὲν ἀλλοιώνει τὰ κριτήριά του: 

"ὁρίζειν χρή τινα τῶν ἐπονειδίστων εἶναι δοκούντων παρὰ τοῖς ἔξωθεν καὶ ἐπιτηρεῖν εἰ μετὰ πάσης πληροφορίας ἐργάτην ἀνεπαίσχυντον τῷ Θεῷ ἑαυτὸν παρίστησιν"[*].[23] 

 Ὥστε καὶ πάλι ἐργασίες ἀνατίθενται, καὶ πάλι μὲ μέτρο, ἐπονείδιστες μόνο κατὰ τὶς συνήθειες τοῦ περιφανοῦς βίου, ἀλλὰ χρήσιμες καὶ πολύτιμες γιὰ τὸν Θεό. Τὸ σημαντικότερο εἶναι, πὼς ἀκόμη καὶ αὐτὲς οἱ ἐργασίες δὲν ἀρκεῖ ἁπλῶς νὰ ἐκτελοῦνται - σὲ καμμία περίπτωση δὲν ἀπαιτεῖται ἁπλὴ ὑποταγή, ὅπως συμβαίνει στὸν Κασσιανό. Οἱ "ἐπιστημόνως ἐρευνᾶν τὰ τοιαύτα δυνάμενοι" ὀφείλουν νὰ προσέξουν, ἂν ὁ προσερχόμενος στὸ κοινόβιο ἐκτελεῖ τὶς ἐργασίες, οἱ ὁποῖες τοῦ ἀνατίθενται, ὡς ἐργάτης τοῦ Θεοῦ καὶ μάλιστα μετὰ πάσης πληροφορίας. Σκοπός, δηλαδή, τῆς δοκιμασίας εἶναι ἡ διερεύνηση τῆς συνείδησης, πρέπει νὰ διαπιστωθεῖ ἂν ὑπάρχει πράγματι, ἢ ἂν μπορεῖ νὰ ἀναπτυχθεῖ, συνειδητὴ ἐπιθυμία ἀφοσιώσεως στὸν Θεό, καὶ ὄχι ἁπλῶς ἱκανότητα πειθαρχίας στὶς ὅποιες ἀποφάσεις, ἢ καὶ ἰδιοτροπίες, τῶν παλαιότερων ἀσκητῶν.[24]

      Ἐπιγραμματικὰ θὰ λέγαμε, ὅτι, γιὰ τὸν Κασσιανό, πρωταρχικὴ σημασία ἔχει τὸ σύστημα καὶ ἡ πειθαρχία τοῦ κοινόβιου (disciplina coenobii), γι’ αὐτὸ καὶ ἀπαιτεῖ ἀπόλυτη ὑποταγὴ (subiectio), γιὰ τὴν ἐπίτευξη τῆς ὁποίας ἰδανικότερη μέθοδος εἶναι ἡ περιφρόνηση (despectio). Ὅ,τι προέχει γιὰ τὸν Βασίλειο εἶναι τὸ πρόσωπο "τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ"[25] καὶ τὸ "ἀγαθό, χρήσιμο καὶ ἔγκριτο ἔργο", τὸ ὁποῖο δοξάζει τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ.[26] Αὐτὰ προσφέρονται μόνο σὲ ὅσους ἔχουν "βούληση" νὰ τὰ διεκδικήσουν "μετὰ πάσης πληροφορίας". Γιὰ τὸν Βασίλειο, κάθε προσερχόμενος εἶναι κατ’ ἀρχὴν ὁ πεφορτισμένος, τὸν ὁποῖο καλεῖ κοντά Του ὁ Κύριος. Γιὰ τὸν Κασσιανό, κατ’ ἀρχὴν εἶναι ἕνας ὕποπτος.

      Ἀρκετὰ κεφάλαια πιὸ κάτω, καὶ ἀφοῦ ἔχει ἐκθέσει τοὺς θεσμοὺς τῶν κοινοβίων, ὁ Κασσιανὸς ἐπανέρχεται στὸ ἴδιο θέμα μὲ ἑρμηνευτικὴ διάθεση. Σύμφωνα μὲ τὸν ἀββᾶ Πινούφιο, μὲ τοὺς λόγους τοῦ ὁποίου ὁ Κασσιανὸς κλείνει τὸ τέταρτο βιβλίο τῶν Θεσμῶν,[27] ἡ ἐκτὸς τῶν πυλῶν δοκιμασία ἔχει σκοπὸ νὰ προστατεύσει τὸ κοινόβιο ἀπὸ τὴν ἐλαφρότητα ποὺ θὰ τοῦ καταλόγιζε ὁ Θεός, ἂν δεχόταν μὲ εὐκολία τὸν προσερχόμενο, καὶ ἀκόμη νὰ δείξει στὸν τελευταῖο τὴν εὐθύνη, τὴν ὁποία πρόκειται νὰ ἀναλάβει. Ἔτσι θὰ τὸν προστάτευε ἀπὸ τὸ νὰ χάσει τὸν πνευματικό του ζῆλο ἢ ἀπὸ τὸ νὰ ἐγκαταλείψει ἀργότερα τὴν ἄσκηση, παραβιάζοντας τὸν ὅρκο του,[28] μὲ τὶς βαρειὲς συνέπειες ποὺ αὐτὸ συνεπάγεται.[29] Ἡ πρώτη αὐτὴ δοκιμασία ἀποτελεῖ, ἐπίσης, τὸ πρῶτο στάδιο τῆς ἀναχωρήσεως, τῆς κατὰ Χριστὸν νεκρώσεως.[30] Ἡ ἑρμηνεία τοῦ ἀββᾶ Πινούφιου, τὴν ὁποία μεταφέρει ὁ Κασσιανός, δημιουργεῖ ὁρισμένες ἀπορίες. Κατ’ ἀρχήν, γιατί οἱ κοινοβιάτες θὰ κινδύνευαν νὰ κατηγορηθοῦν ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ ἐπιπολαιότητα, ἀφοῦ, οὕτως ἢ ἄλλως, ὁ προσερχόμενος θὰ ὑποβαλλόταν σὲ δοκιμασία ἑνὸς ἔτους,[31] κατὰ τὴν ὁποία θὰ εἶχαν τὴν εὐκαιρία νὰ διαπιστώσουν πολὺ καλύτερα τὴ γνησιότητα καὶ τὴν ἰσχὺ τοῦ ζήλου του; Γιὰ τὸν ἴδιο λόγο δὲν εὐσταθεῖ καὶ τὸ δεύτερο ἐπιχείρημα τοῦ Πινούφιου, ἀφοῦ ὁ δόκιμος θὰ εἶχε ἕνα χρόνο στὴ διάθεσή του πρὶν ἀποφασίσει νὰ ἀναλάβει ὁποιαδήποτε εὐθύνη ἀπέναντι στὸν Θεό.[32] Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὅμως, ἐκεῖνο ποὺ κυρίως μᾶς ἐνδιαφέρει, δὲν εἶναι πότε πρέπει νὰ ἀρχίζει ἡ δοκιμασία, ἀλλὰ τὸ εἶδος της. Κατὰ πόσον δηλαδὴ ἡ δοκιμασία εἶναι σύμφωνη μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Εὐαγγελίου. Σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο ἡ στάση τοῦ Βασίλειου εἶναι τελείως διαφορετικὴ ἀπὸ τὰ δικανικὰ ἐπιχειρήματα τοῦ Πινούφιου καὶ τοῦ Κασσιανοῦ, ὅπως ἔχουμε διαπιστώσει. Πρέπει ἐδῶ νὰ σημειωθεῖ ἀκόμη, ὅτι στὰ κείμενα τοῦ Βασίλειου δὲν θὰ συναντήσουμε παρόμοια ἀσάφεια ὡς πρὸς τὴ χρονικὴ στιγμὴ τῆς ἔνταξης τοῦ δόκιμου στὸ σῶμα τῆς ἀδελφότητας. Ὁ Βασίλειος προβλέπει εἰδικὴ τελετή, τὴν ὁποία περιγράφει στὸ ΚΠ ιε’. Προϋπόθεση ἀπαραίτητη τῆς ἀποδοχῆς κάποιου στὸ κοινόβιο, πέραν ὅσων ἔχουμε δεῖ, εἶναι ἡ "τοῦ λόγου συμπλήρωσις", ὥστε ἡ ὁμολογία τῆς παρθενίας νὰ δίνεται μὲ βεβαιότητα, "ἀπὸ γνώμης οἰκείας καὶ κρίσεως".[33] Πρέπει ἡ ὁμολογία νὰ δίνεται ἐνώπιον τῶν προεστώτων τῶν Ἐκκλησιῶν, δηλαδὴ τῶν ἐπισκόπων,[34] ὡς μαρτύρων, γιὰ δύο λόγους: ἐπειδὴ μόνον αὐτοὶ μποροῦν νὰ εὐλογήσουν τὴν ἔνταξη στὸ κοινόβιο, καὶ ἐπειδὴ ἔτσι ἐκπληρώνεται τὸ γραφικό, "ἐπὶ στόματος δύο μαρτύρων ἢ τριῶν σταθήσεται πᾶν ῥῆμα".[35] Ἡ παρουσία τοῦ ἐπισκόπου θὰ ἐμπόδιζε τὴν πιθανὴ ἐπινόηση βλασφημιῶν. Ἐπιπλέον, ἂν ὁ εἰσαγόμενος ἀργότερα ἀθετοῦσε τὸν ὅρκο του, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἀποφύγει τὴν αἰσχύνη. Πρέπει μάλιστα νὰ ἔχει δοθεῖ στὸν ὑποψήφιο διάστημα πολλῶν ἡμερῶν, γιὰ νὰ σκεφθεῖ μόνος του καὶ νὰ ἀποφασίσει, "ὡς μὴ δόξαι τι καθ’ ὑφαρπαγὴν παρ’ ἡμῶν γίνεσθαι".[36] Σύμφωνα μὲ τὸν Amand de Mendieta, ἦταν ὁ Βασίλειος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος προσέδωσε ἱερὸ καὶ ἀμετάκλητο χαρακτήρα στὸν μοναστικὸ βίο, συνιστώντας τὸν ὅρκο ὡς ἐπίσημη διαδικασία.[37]

     Στὸ τέταρτο κεφάλαιο τοῦ τέταρτου βιβλίου τῶν Θεσμῶν, ὁ Κασσιανὸς γράφει, ὅτι ὁ προσερχόμενος δὲν πρέπει νὰ δωρίζει τὴν περιουσία του στὸ κοινόβιο, γιὰ δύο λόγους: ἐπειδὴ μπορεῖ νὰ ἀποκτήσει ὑπερηφάνεια, συγκρίνοντας τὸν ἑαυτό του μὲ τοὺς πτωχότερους ἀσκητές, καὶ ἐπειδὴ ἡ ὑπερηφάνεια αὐτὴ θὰ τὸν ἐμποδίσει νὰ κατορθώσει τὴν ταπεινοφροσύνη τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ἀντέξει τὴν πειθαρχία τοῦ κοινοβίου, ὥστε, ἂν τελικὰ ἐγκατέλιπε τὸ κοινόβιο, θὰ δημιουργοῦσε προβλήματα διεκδικώντας τὴν περιουσία του. Στὸ KE ρπζ’ ὁ Βασίλειος γράφει, ὅτι οἱ συγγενεῖς πρέπει νὰ ἀποδίδουν στὸν προσερχόμενο στὸ κοινόβιο τὴν περιουσία, τὴν ὁποία δικαιοῦται, καὶ προσθέτει, ὅτι ἡ περιουσία αὐτὴ δὲν θὰ πρέπει νὰ ξοδεύεται μπροστά του. Κάτι τέτοιο θὰ μποροῦσε νὰ γίνει ἀφορμὴ ἔπαρσης γιὰ τὸν ἴδιο καὶ λύπης γιὰ τοὺς πτωχότερους. Ὑπάρχει, ἑπομένως, ἐν μέρει κοινότητα ἀπόψεων, στὸ σημεῖο αὐτό, μὲ τὸν Κασσιανό. Σύμφωνα μὲ τὸν Βασίλειο, ὅμως, ἡ περιουσία πρέπει νὰ ἀποδίδεται στὸν πεπιστευμένο τὴ φροντίδα τῶν κατὰ τόπους Ἐκκλησιῶν, δηλαδὴ στὸν ἐπίσκοπο, "ἐὰν ᾖ πιστὸς καὶ φρονίμως οἰκονομεῖν δυνάμενος"[*].[38] Ὁ ἐπίσκοπος ἔχει τὴ θέση τοῦ ἀποστόλου στὸν ὁποῖο, κατὰ τὶς Πράξεις, ἔδιναν οἱ πιστοὶ τὴν περιουσία τους.

      Ἀπὸ τὸ σύντομο KE Ϟδ’, μποροῦμε νὰ εἰκάσουμε μὲ σχετικὴ ἀσφάλεια, ὅτι ὁ Βασίλειος δὲν ἦταν ἀντίθετος μὲ τὴν εἴσοδο στὸ κοινόβιο, ὅσων δὲν εἶχαν ἤδη διαθέσει τὴν περιουσία τους, καὶ ὅτι, ὁπωσδήποτε, δὲν εἶχε ἀπαγορεύσει ρητὰ κάτι τέτοιο. Οἱ "ὑποδεξάμενοι" τὸν δόκιμο φέρουν εὐθύνη μόνο ἂν ἐκεῖνος εἶχε φορολογικὲς ἐκκρεμμότητες καὶ ἔφερε τὰ χρήματά του χωρὶς νὰ τὶς ἔχει τακτοποιήσει.

     Στοὺς ὅρους ΚΠ η’ καὶ θ’, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται μὲ τὴ σημασία τῆς ἀποταγῆς τοῦ κόσμου πρὶν ἀπὸ τὴν εἴσοδο στὸ κοινόβιο, μποροῦμε νὰ δοῦμε ποιὰ εἶναι τὰ προβλήματα, τὰ ὁποῖα κυρίως ἀπασχολοῦν τὸν Βασίλειο, στὸ θέμα τῆς περιουσίας. Στὸ ΚΠ η’, ὁ Βασίλειος συνδέει τὴν κατοχὴ περιουσίας κυρίως μὲ τὸν μερισμὸ τοῦ νοῦ, ὁ ὁποῖος ἔτσι ἐμποδίζεται νὰ δεῖ τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἐπιθυμήσει τὰ ἐπουράνια ἀγαθά. Γι’ αὐτὸ καὶ σὲ ὅλο τὸ κεφάλαιο κυρίαρχη δὲν εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἀποταγῆς τοῦ πλούτου, ἀλλὰ τῆς ἀποταγῆς ὅλων τῶν προσπαθειῶν τοῦ κόσμου. Ἀκόμη πιὸ σημαντικὰ γιὰ τὸ θέμα μας εἶναι ὅσα λέγονται στὸ ΚΠ θ’. Γιὰ τὸν Βασίλειο ἡ περιουσία δὲν εἶναι ἁπλῶς κάτι, τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ ἀρνηθεῖ ὁ εἰσερχόμενος στὸ κοινόβιο, ἀποτελεῖ ἐπίσης προσφορὰ πρὸς τὸν Κύριο: στὸν Χριστὸ δὲν ἀφιερώνεται μόνο ὁ ἴδιος ἀλλὰ καὶ ἡ κοσμική του περιουσία, ὥστε πρέπει νὰ εἶναι πολὺ προσεκτικὸς πῶς θὰ τὴ διαθέσει.[39] Τὸ νὰ ἀφήσει τὴν περιουσία του στοὺς συγγενεῖς κρύβει πολλοὺς κινδύνους, ὅπως καὶ τὸ νὰ ἀναθέσει στὸν τυχόντα τὴ διαχείρισή της. Ἂν δὲν μπορεῖ ὁ ἴδιος νὰ τὴν οἰκονομήσει "πιστῶς καὶ φρονίμως", τότε θὰ πρέπει νὰ ἐπιλέξει κάποιον ἄλλο ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ τὸ κάνει. Ἡ διεκδίκηση αὐτῆς τῆς περιουσίας ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς ἀποτελεῖ ἱεροσυλία καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀντιμετωπίζεται στὰ κοσμικὰ δικαστήρια, ἀλλὰ ἀπαιτεῖται προσωπικὴ συνεννόηση τοῦ μοναχοῦ μὲ τοὺς συγγενεῖς του. Ἂν δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει συνεννόηση, τότε εἶναι προτιμότερο νὰ ἀφήνεται στοὺς συγγενεῖς ἡ περιουσία, "πλείονα λόγον ἔχοντες τῆς τοῦ ἀδελφοῦ σωτηρίας, ἢ τῆς τῶν χρημάτων περιουσίας".[40] Καὶ ἀπὸ αὐτά, ἑπομένως, διαπιστώνουμε τὴ σταθερότητα, μὲ τὴν ὁποία ὁ Βασίλειος ἀκολουθεῖ τὴν εὐαγγελικὴ ἐντολὴ τῆς φιλανθρωπίας. Ἐπίσης σημαντικὸ εἶναι, ὅτι ἀποφεύγεται κάθε πιθανότητα νὰ δημιουργηθεῖ ρήξη ἀνάμεσα στοὺς μοναχοὺς καὶ τοὺς λαϊκούς,[41] καὶ ὅτι ἀντιμετωπίζονται μᾶλλον καλόπιστα οἱ προσερχόμενοι στὸ κοινόβιο.[42]

     Στὰ ἑπόμενα δύο κεφάλαια τοῦ τέταρτου βιβλίου τῶν Θεσμῶν, ὁ Κασσιανὸς περιγράφει, πῶς ὁ δόκιμος βγάζει τὰ κοσμικά του ἐνδύματα καὶ φοράει "per manus abbatis" τὰ ἐνδύματα τοῦ κοινόβιου,[43] καὶ πῶς τὰ παλαιά του ἐνδύματα φυλάσσονται ἀπὸ τὸν οἰκονόμο, μέχρι νὰ διαπιστωθεῖ τελείως ὁ ἀδιάπτωτος ζῆλος τοῦ δόκιμου, ὁπότε μοιράζονται στοὺς πτωχούς.[44] Δὲν ὑπάρχουν παράλληλα στὸν Βασίλειο.

     Μετὰ τὴν εἴσοδό του στὸ κοινόβιο, ὁ δόκιμος, κατὰ τὸν Κασσιανό, τίθεται ὑπὸ τὴν ἐποπτεία γέροντα, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑπεύθυνος γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τῶν ξένων καὶ κατοικεῖ πολὺ κοντὰ στὴν πύλη. Μετὰ τὸ τέλος τῆς ἐτήσιας δοκιμασίας κατατάσσεται πιὰ στὸ κύριο σῶμα τῆς ἀδελφότητας, ὑπὸ τὴν ἐποπτεία καὶ πάλι γέροντα, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑπεύθυνος γιὰ δέκα νέους ἀσκητές (δέκαρχος).[45] Παρόμοιες διατάξεις ἀπουσιάζουν τελείως ἀπὸ τὸν Βασίλειο. Ἔχουμε δεῖ, ὅμως, ὅτι προβλέπει χρόνο δοκιμασίας ὑπὸ τὴν ἐποπτεία "τῶν ἐπιστημόνως ἐρευνᾶν τὰ τοιαύτα δυναμένων", μετὰ τὴν ὁποία ὁ δόκιμος συναριθμεῖται, "τοῖς ἀνατεθεικόσιν ἑαυτοὺς τῷ Κυρίῳ".[46]

     Στὴν 21η Συμβολή, ὁ Κασσιανὸς ἀφηγεῖται, πῶς ὁ ἀββᾶς Θεωνᾶς διέλυσε τὸν γάμο του, παρὰ τὴ θέληση τῆς συζύγου, γιὰ νὰ ἀσπασθεῖ τὸν μοναστικὸ βίο. Συνεχίζει, ὅμως, προσθέτοντας, ὅτι ἡ ἀφήγηση αὐτὴ δὲν ἀποτελεῖ προτροπὴ γιὰ μίμηση καὶ δηλώνοντας, πὼς ἀφήνει στοὺς ἀναγνῶστες νὰ κρίνουν κατὰ πόσον ὁ Θεωνᾶς ἔπραξε σωστά. Παρὰ τὴν προσπάθεια νὰ ἀποφύγει σαφέστερη ἐπιδοκιμασία τῆς ἀπόφασης τοῦ Θεωνᾶ, ὁ Κασσιανὸς καταλήγει λέγοντας, ὅτι πάντως οἱ γέροντες τίμησαν τὸν Θεωνᾶ καὶ ἡ Θεία δικαιοσύνη φανέρωσε σ’ αὐτὸν σημεῖα ἀποστολικῆς ἀρετῆς, ὑποβάλλοντας ἔτσι τὴν ἰδέα, ὅτι ἐφόσον οἱ ἅγιοι καὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς τὸν τίμησαν, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι θεμιτή, καὶ ὁπωσδήποτε ὄχι καταδικαστέα, ἡ βίαιη διάλυση τοῦ γάμου του. Ὁ Κασσιανός, ἑπομένως, ἂν καὶ διστάζει νὰ ἀναλάβει τὴν εὐθύνη τῆς ἄποψής του, φαίνεται νὰ ὑποστηρίζει τὴ χωρὶς κοινὴ συμφωνία τῶν ὁμοζύγων διάλυση τοῦ ἔγγαμου χάριν τοῦ μοναστικοῦ βίου.[47] Τὸ ἴδιο θέμα θίγει ὁ Μ. Βασίλειος στὸ ΚΠ ιβ’, ὅπου προβάλλει τὴν κοινὴ συμφωνία τῶν συζύγων ὡς ἀπολύτως ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ τὴ διάλυση τοῦ γάμου.[48]

     Γιὰ τὴν περίοδο τῆς δοκιμασίας ὁ Κασσιανός, ἀλλὰ καὶ ὁ Βασίλειος, προβλέπουν τὴν ἀνάθεση δυσάρεστων καθηκόντων,[49] μὲ τὶς διαφορὲς ποὺ ἔχουμε ἤδη διαπιστώσει.[50] Ἡ ἀνάθεση δυσάρεστων καθηκόντων, σύμφωνα μὲ τὶς διατάξεις τοῦ Κασσιανοῦ, συνεχίζεται καὶ μετὰ τὴν περίοδο τῆς δοκιμασίας. Ἡ μαθητεία ὑπὸ τὸν δέκαρχο φαίνεται νὰ παρατείνεται ὣς τὸν θάνατο τοῦ τελευταίου.[51] Ἐπιπλέον, τὰ δυσάρεστα καθήκοντα ἐναλλάσσονται μὲ παράλογα καὶ ἄχρηστα καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἀναθέτει ὁ γέροντας στὸν μαθητευόμενο γιὰ νὰ δοκιμάσει τὴν ὑπακοή του. Ὁ Κασσιανὸς ἀφιερώνει ἑπτὰ κεφάλαια γιὰ νὰ ὑμνήσει τὴν ὑπακοή, μὲ τὴν ὁποία διάφοροι ἀσκητὲς ἐκτέλεσαν τοὺς καθαροὺς παραλογισμούς,ποὺ τοὺς ἀνέθεσαν ὁ γέροντάς τους ἢ ὁ ἡγούμενος τοῦ κοινόβιου.[52] Ἡ ὑπακοὴ εἶναι τόσο αὐστηρή, ὥστε ὁ μαθητευόμενος δὲν τολμᾶ νὰ ἐγκαταλείψει τὸ κελλί του χωρὶς τὴν ἄδεια τοῦ γέροντα, οὔτε κἂν γιὰ τὶς φυσικές του ἀνάγκες.[53] Κάθε ἐντολὴ ποὺ δίνεται ἀπὸ τὸν ἀνώτερο, εἶναι σὰν νὰ τὴ δίνει ὁ Θεός, ὥστε ἡ ἀπόλυτη ὑπακοὴ καθίσταται ἡ ὕψιστη ἀρετή.[54] Ἡ στάση τοῦ Μ. Βασιλείου εἶναι καὶ ἐδῶ ἀρκετὰ διαφορετική.

      Ἔχουμε ἤδη δείξει, πώς, μιλώντας γιὰ ὑπακοή, ὁ Βασίλειος προϋποθέτει ὅτι πρόκειται γιὰ ὑπακοὴ στὴν ἐκτέλεση κάποιας ἐργασίας καὶ μάλιστα ἐργασίας χρήσιμης καὶ ἔλλογης. Ἡ χρησιμότητα, σύμφωνα μὲ τὸν Βασίλειο, θεμελιώνεται πάντοτε καὶ ἀποκλειστικὰ στὴν ἁγία Γραφὴ καὶ κυρίως στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.[55]

 

"πάντες, οἱ ἐν μιᾷ ἐλπίδι τῆς κλήσεως προσληφθέντες, ἓν σῶμά ἐσμεν, κεφαλὴν ἔχοντες τὸν Χριστόν, ’ὁ δὲ καθεὶς ἀλλήλων μέλη’"[*].[56] 

 Ἀκολούθως, ὁ Βασίλειος ὄχι μόνο δὲν ἐγκωμιάζει τὴν τυφλὴ ὑποταγή, εἴτε σὲ γέροντες εἴτε ἀκόμη στὸν προεστῶτα, ἀλλά, ἀντίθετα, ἐπιτρέπει καὶ μάλιστα συνιστᾶ τὴν ἀμφισβήτηση τοῦ ἴδιου τοῦ προεστῶτος ἀπὸ ὁποιοδήποτε μέλος τῆς ἀδελφότητας, ἐὰν ἡ ἐντολή του δὲν φαίνεται νὰ στηρίζεται στὶς Γραφές: 

"τὸν δὲ μὴ καταδεχόμενον τὰ παρὰ τοῦ προεστῶτος διατεταγμένα χρὴ φανερῶς ἰδίᾳ αὐτῷ ἀντιλέγειν, εἴ τινα ἔχοι λόγον ἰσχυρὸν κατὰ βούλημα τῶν Γραφῶν"[*].[57] 

 Ἡ προτροπὴ αὐτὴ δὲν ὑποκρύπτει καμμία τάση γιὰ μυστικότητα, ἀφοῦ ὁ διαφωνῶν καλεῖται νὰ χρησιμοποιήσει καὶ συνασκητές του γιὰ νὰ διατυπώσει τὴν ἀντίρρησή του, ἐφόσον ὁ ἴδιος αἰσχύνεται: 

"εἰ δὲ αὐτὸς αἰσχύνοιτο, ἄλλοις τισὶν μεσίταις πρὸς τοῦτο χρησάσθω, ἵνα, εἰ μὲν παρὰ τὴν Γραφὴν εἴη ἡ διαταγή, ἐξέληται καὶ αὐτὸς ἑαυτὸν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς βλάβης".[58] 

Αὐτὰ σημαίνουν, πὼς ὁ Βασίλειος δὲν θεωροῦσε καθόλου ἀπίθανη τὴν περίπτωση νὰ δοθοῦν ἐπικίνδυνες ἐντολές, δὲν θεωροῦσε καθόλου ἀπίθανη τὴν περίπτωση ὁ προεστὼς νὰ βλάψει τὸν ἀγώνα τῶν ἀδελφῶν, πράγματα τελείως ἀδιανόητα γιὰ τὸν Κασσιανό. Ὅτι κατὰ τὸν Βασίλειο ὁ προεστὼς δὲν εἶναι παρὰ πρῶτος μεταξὺ ἴσων στὴν ἀδελφότητα φαίνεται καὶ ἀπὸ ἄλλο σημεῖο. Ἂν τυχὸν προκύψει κάποια διχογνωμία πρέπει νὰ ἐπιλύεται εἴτε ἀπὸ τὴν ἀδελφότητα, "εἰς κοινὴν ἐπίσκεψιν", εἴτε ἀπὸ τὸν προεστῶτα.[59] Ὑπάρχει, δηλαδή, ἰσοτιμία μεταξὺ τῶν δύο κριτηρίων, μποροῦν νὰ χρησιμοποιοῦνται ἐναλλακτικά.

     Τὸ ὅτι ὁ Βασίλειος δὲν ἐξυμνεῖ ὑποδείγματα ὑπακοῆς τοῦ τύπου τοῦ Κασσιανοῦ (καὶ τῆς Αἰγύπτου), καὶ ἀκόμη, τὸ ὅτι μιλάει γιὰ τέχνες, ἐργασίες καὶ εὐαγγελικὲς ἐντολές, τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Κασσιανὸς χαρακτηρίζει τὶς διαταγὲς τῶν γεροντάδων ἐκείνων ὡς παράλογες καὶ ἄχρηστες, φανερώνει τί ἀντιπροσώπευε στὴν πράξη ἡ ἐν προκειμένῳ διδασκαλία τοῦ Βασιλείου. Ἐκεῖνο, ὅμως, ποὺ ἔχει τὴ μεγαλύτερη σημασία, δὲν εἶναι νὰ ξέρουμε τί ἀκριβῶς ὁ Βασίλειος θὰ ἀπέρριπτε, ἢ τί πιθανὸν θὰ δικαιολογοῦσε, βάσει τῶν Γραφῶν ἀπὸ τὶς περίφημες ἐντολές, ποὺ συναντήσαμε στὸν Κασσιανό.[60] Ἐκεῖνο ποὺ ἔχει πράγματι σημασία εἶναι, ὅτι ὁ Βασίλειος ἀφήνει τὴν πύλη τοῦ ἀσκητηρίου ἀνοικτὴ στοὺς ἀνέμους τῆς κριτικῆς καὶ τῆς ἑρμηνείας,[61] τῆς κριτικῆς, δηλαδή, τοῦ προεστῶτος, καὶ τῆς ἑρμηνείας τῆς Γραφῆς. Ἔχοντας δημιουργήσει τέτοιες προϋποθέσεις, ὁ Βασίλειος μπορεῖ πιὰ νὰ εἶναι βέβαιος, πὼς ὅ,τι ἀπομένει δὲν εἶναι τυραννία, ἀλλὰ ἄσκηση καὶ φροντίδα. Ὅμως, ἀκόμη καὶ τώρα, τὸν ἀνησυχεῖ τὸ ἐνδεχόμενο οἱ ἀσκητές του νὰ μὴ καταλάβουν τὴν ἀναγκαιότητα τῆς ἄσκησης αὐτῆς, καὶ φροντίζει πάλι νὰ διαχωρίσει τὴ θέση του καὶ νὰ καταδικάσει ὁποιοδήποτε τυραννικὸ στοιχεῖο, συμβουλεύοντας κάθε μέλος τῆς ἀδελφότητας, "μηδὲ τυραννίδα νομίζειν τὴν ἀπὸ εὐσπλαχνίας ἐπὶ σωτηρίᾳ τῆς ψυχῆς προσαγομένην αὐτῷ ἐπιμέλειαν".[62] 

 

Παρέκβαση: ὁ προεστώς 

Μὲ τὸν τύπο παρέκβασης ἀναφέρεται ὁ Κασσιανὸς στὸ διακόνημα τοῦ προεστῶτος,[63] στὸ τρίτο κεφάλαιο τοῦ δεύτερου βιβλίου τῶν Θεσμῶν. Μὲ τὴν παρέκβαση αὐτὴ ἐξηγεῖ, γιατὶ στὴν Αἴγυπτο, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴ Δύση, ὑπῆρχε ἑνότητα καὶ σταθερότητα στοὺς θεσμοὺς τῶν κοινοβίων. Προϋπόθεση γιὰ νὰ γίνει κάποιος ἡγούμενος στὰ αἰγυπτιακὰ κοινόβια, κατὰ τὸν Κασσιανό, ἦταν, ὄχι μόνο νὰ ἔχει ἀρνηθεῖ προηγουμένως κάθε ἰδιοκτησία, ἀλλὰ νὰ ἔχει ἐπίσης ἀρνηθεῖ τὴν ἴδια τὴν ἐλευθερία του, ἀναγνωρίζοντας ὅτι δὲν εἶναι ὁ ἴδιος δημιουργὸς τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ ὅτι δὲν ἔχει καμμιὰ ἐξουσία ἐπάνω στὶς πράξεις του: πρέπει νὰ ἔχει διατελέσει μέλος κοινοβίου ἀλλὰ χωρὶς νὰ ἔχει δωρίσει στὸ κοινόβιο τὴν περιουσία του, διότι αὐτὸ θὰ τὸν κολάκευε. Πρέπει εἰσερχόμενος, ὅποια καὶ ἂν ἦταν ἡ ἡλικία του, νὰ ἔχει δείξει ὑπακοὴστοὺς παλαιότερους ἀσκητές, ἀκόμη καὶ σὲ νεότερους στὴν ἡλικία, ἀναγνωρίζοντας πὼς τὰ ὣς τότε χρόνια του ὑπῆρξαν χαμένα στὴν κοσμικὴ ματαιότητα. Ἀπαραίτητη, ἐπίσης, προϋπόθεση εἶναι νὰ ἔχει ἐκτελέσει χειρωνακτικὲς ἐργασίες γιὰ τὴν ἐξασφάλιση τῆς τροφῆς του ἢ τῆς τροφῆς τῶν ξένων. Πρέπει νὰ ἔχει μοχθήσει, ὄχι μόνο ἐπειδὴ αὐτὴ εἶναι ἡ ἐντολὴ τοῦ ἀποστόλου, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ ἀποβάλει τὴν ὑπερηφάνεια καὶ τὶς πολυτελεῖς συνήθειες τοῦ προηγούμενου βίου του. Κανεὶς δὲν γίνεται ἡγούμενος, ἂν προηγουμένως μὲ τὴν ὑπακοὴ δὲν ἔχει κατανοήσει τὴν ὑπακοή, ποὺ ὡς ἡγούμενος θὰ ἀπαιτήσει, καὶ ἂν δὲν ἔχει μάθει τοὺς κανόνες τῶν γερόντων, τοὺς ὁποίους θὰ κληθεῖ νὰ διδάξει στοὺς νεότερους, ὑποστηρίζει ὁ Κασσιανός. Ἡ ὑπακοή του αὐτὴ θὰ φανερώσει, πὼς ἔχει ἀγάπη γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τέλεια ταπεινοφροσύνη, καὶ μόνο ἂν ἔχει αὐτὲς τὶς ἀρετὲς θὰ μπορέσει νὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τοὺς ἀδελφοὺς τοῦ κοινοβίου. Οἱ ἡγούμενοι, ὅμως, στὴ Δύση ἀγνοοῦν τοὺς θεσμοὺς τῶν γερόντων, δὲν ἔχουν ὑπάρξει προηγουμένως μαθητές, καὶ προτιμοῦν νὰ ἐπιβάλλουν τοὺς δικούς τους κανόνες, ἀντὶ νὰ ἀκολουθοῦν τὴν παράδοση. Συνοπτικὰ θὰ λέγαμε, πὼς γιὰ τὸν Κασσιανὸ προϋπόθεση τῆς ἡγουμενίας εἶναι ἀπαραιτήτως ἡ μαθητεία στὴν πειθαρχία τοῦ κοινόβιου καὶ ἡ μύηση στοὺς παραδοσιακοὺς ἀσκητικοὺς θεσμούς. Κύρια μέριμνά του εἶναι ἡ ἀποφυγὴ τῶν αὐθαιρεσιῶν, οἱ ὁποῖες ἐπικρατοῦσαν στὴ Δύση. Δὲν μιλάει γιὰ τὴν ἐκλογὴ τοῦ ἡγουμένου καὶ τὸ ρῆμα conceditur, τὸ ὁποῖο χρησιμοποιεῖ,[64] δηλώνει, βέβαια, πὼς δὲν μποροῦσε ὁποιοσδήποτε νὰ γίνει ἀποδεκτὸς γιὰ ἡγούμενος, ἀλλὰ δὲν δηλώνει τὸν ἀκριβῆ τρόπο τῆς ἐκλογῆς. Ὅμως στὸ Inst. IV.28, διαπιστώνουμε πὼς εἶναι δυνατὸν ὁ ἴδιος ὁ προεστὼς νὰ ἐπιλέξει τὸν διάδοχό του.[65]

      Ἡ σκέψη τοῦ Μ. Βασιλείου εἶναι ἀρκετὰ διαφορετικὴ καὶ ἐδῶ. Ἐπιμένοντας στὴν εἰκόνα τῆς κοινότητας ὡς σώματος, διατυπώνει τὴν ἁπλὴ ἀλήθεια ὅτι, "χαλεπὸν δὲ καὶ δυσεύρετον ψυχὴ δυναμένη εἶναι ὀφθαλμὸς πλειόνων".[66] Ποιά εἶναι τὰ τόσο σπάνια χαρακτηριστικά, ποὺ ὁ προεστὼς ὀφείλει νὰ ἔχει; Πρέπει νὰ εἶναι "προορατικός", νὰ ἔχει "ἐν λόγῳ τὸ αὔταρκες", νὰ εἶναι "νηφάλιος", "εὔσπλαγχνος", νὰ προωθεῖ τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ, "ἐν τελείᾳ καρδίᾳ". Πρέπει νὰ παρέχει, "ἐναργὲς ὑπόδειγμα τὸν ἑαυτοῦ βίον" πιστότητας στὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου, νὰ ἐπιδεικνύει τὴν ταπεινοφροσύνη, "ἐν ἀγάπῃ Χριστοῦ", κατὰ τέτοιο τρόπο, "ὡς καὶ σιωπῶντος αὐτοῦ τὸ ἐκ τῶν ἔργων ὑπόδειγμα παντὸς λόγου ἰσχυρότερον εἰς διδασκαλίαν προκεῖσθαι".[67] Τὴν ταπεινοφροσύνη ὁ Βασίλειος δὲν συνδυάζει τόσο μὲ τὴν ὑπακοή, ὅσο μὲ τὴν πραότητα, κατὰ τὸ Ματθ. 11.29.[68] Ἡ ταπεινοφροσύνη δὲν εἶναι κάτι, τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ ἀποκτήσει ὡς μαθητὴς γιὰ νὰ τὸ ἀπαιτήσει ὡς ἡγούμενος, ἀλλά, τονίζει ὁ Βασίλειος, ἀρετή, τὴν ὁποία καὶ ὁ ἡγούμενος πρέπει διαρκῶς νὰ ἀποδεικνύει, ἀκολουθώντας τὸ ὑπόδειγμα τοῦ Κυρίου. Ἡ ἀντίστοιχη στάση τοῦ Κασσιανοῦ φαίνεται χαρακτηριστικά, ὅταν ἐγκωμιάζει τὸν ἀββᾶ Πινούφιο, ἐπειδὴ ἔφυγε κρυφὰ ἀπὸ τὸ κοινόβιο, τοῦ ὁποίου προΐστατο, γιὰ νὰ ἐνταχθεῖ ὡς ἁπλὸς μοναχὸς στὴν Ταβέννησο. Γιὰ τὸν Κασσιανό, δηλαδή, ἡ ἡγουμενία δὲν ἀποτελεῖ τόσο διακόνημα, στὸ ὁποῖο ἀπαιτεῖται πιστότητα, ὅσο ἀξίωμα ποὺ φέρει ὑπεροχὴ καὶ ἐξουσία, ὁπότε ὁ Πινούφιος δικαιολογημένα ἔνοιωθε νὰ βλάπτεται. Ἡ κίνηση τοῦ Πινούφιου γιὰ τὸν Βασίλειο θὰ ἦταν ἀσφαλῶς ἀδικαιολόγητη. Γιὰ παράδειγμα, στὸ KE ριγ’[69] ὁ Βασίλειος ὑπενθυμίζει τὰ λόγια τοῦ Σολομῶντος "καιρὸς τῷ παντὶ πράγματι" καὶ διδάσκει, ὅτι ὁ προεστὼς ἄλλοτε πρέπει νὰ εἶναι ταπεινός, ὅπως τὰ παιδιά, "καὶ μάλιστα ὅτε καιρός ἐστι τῶν εἰς ἀλλήλους τιμῶν καὶ καθηκόντων καὶ τῆς περὶ τὸ σῶμα ὑπηρεσίας ἢ θεραπείας ( . . . )ποτὲ δὲ τῇ ἐξουσίᾳ κεχρῆσθαι, ἣν ἔδωκεν ὁ Κύριος ’εἰς οἰκοδομὴν καὶ οὐκ εἰς καθαίρεσιν’"[*].[70] Ἡ ἐξουσία δὲν ἀνήκει στὸν ἡγούμενο, ὥστε νὰ τὴν ἐγκαταλείπει κατὰ βούλησιν, ἀλλὰ καὶ δὲν τὸν ἐμποδίζει νὰ φανερώνει τὴν ταπεινότητά του, ἡ ὁποία δὲν ἀποδεικνύεται μόνο μὲ τὴν ὑπακοὴ ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ φιλαλληλία.[71]

     Σύμφωνα μὲ τὸν Βασίλειο, ὁ προεστὼς πρέπει νὰ ἀνέχεται τὶς ἀτασθαλίες τῶν νηπιαζόντων καὶ νὰ ἐφαρμόζει "τὰς ἰατρείας αὐτοῖς ἐν πάσῃ εὐσπλαγχνίᾳ καὶ συμμετρίᾳ". Νὰ νουθετεῖ "ἐν πραότητι" καὶ νὰ μπορεῖ νὰ βρίσκει τὸν κατάλληλο τρόπο θεραπείας. Νηφάλιος "ἐν τοῖς παροῦσι", προορατικὸς τῶν μελλόντων, "πάντα ποιεῖν καὶ λέγειν δυνάμενον πρὸς καταρτισμὸν τῶν συνόντων". Πρέπει νὰ μπορεῖ νὰ ἀντιλαμβάνεται τὶς ἱκανότητες καθενὸς καὶ νὰ τοῦ ἀναθέτει τὴν κατάλληλη γι’ αὐτὸν ἐργασία.[72]

     Βλέπουμε, συνεπῶς, στὸν Βασίλειο ἔμφαση στὴν πραότητα καὶ τὴν ἐπιείκεια, ἔμφαση στὴν ἱκανότητα τοῦ λόγου,[73] ἔμφαση στὴ σημασία τῶν Γραφῶν καὶ ὄχι τῶν κανόνων τῶν πατέρων,[74] ἔμφαση στὴ λεπτότητα, τὴν ὁποία ἀπαιτεῖ ἡ θεραπεία τῶν ἁμαρτημάτων, ἔμφαση τέλος στὴ σημασία τῆς ἐργασίας καὶ στὴν ποικιλία τῆς ἐργασίας ἀνάλογα μὲ τὰ χαρίσματα καθενός. Ὁ προεστὼς εἶναι ἐπίσης ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ συνομιλήσει μὲ τοὺς ἐπισκέπτες, καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχει ἀντικαταστάτης του, διότι τὸ ἔργο τῆς διδασκαλίας, εἴτε τῶν μοναχῶν εἴτε τῶν ἐπισκεπτῶν, εἶναι τελείως ἀπαραίτητο, καὶ ἂν ὅλοι τὸ ἐπωμίζονταν θὰ καταλυόταν ἡ εὐταξία.[75]

     Στὸ ἴδιο κεφάλαιο, ὁ Βασίλειος ἀσχολεῖται ἐπίσης μὲ τὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ προεστῶτος. Πρέπει ἀσφαλῶς ὁ "τρόπος" του νὰ ἔχει δοκιμασθεῖ, ἀλλὰ αὐτὸ θὰ τὸ κρίνουν ὁριστικά, καὶ κατὰ τὴν κρίση τους θὰ τὸν ἐκλέξουν, οἱ "ἐν ταῖς ἄλλαις ἀδελφότησι" προεστῶτες.[76] Ἀκόμη καὶ ὁ ἀναπληρωτής του δὲν ἐκλέγεται ἀπὸ τὸν ἴδιο μόνο, ἀλλά, "μετὰ δοκιμασίας αὐτοῦ τε καὶ ἄλλων τῶν ἱκανῶν δοκιμάζειν"[*].[77] Σὲ ἄλλο σημεῖο διευκρινίζει περισσότερο τὴν ταυτότητα τῶν τελευταίων, λέγοντας πὼς εἶναι οἱ "ἐγγύτεροι τοῦ προεστῶτος καὶ βαθμῷ καὶ συνέσει". Οἱ γέροντες αὐτοὶ δὲν ἔχουν ἀποφασιστικὴ σημασία μόνο στὴν ἐκλογὴ ἀναπληρωτῆ. ὁ προεστὼς ὀφείλει νὰ τοὺς συμβουλεύεται διαρκῶς.[78] Περαιτέρω, τὸ σωστὸ θὰ ἦταν, διδάσκει ὁ Βασίλειος, οἱ προεστῶτες τῶν διαφόρων ἀδελφοτήτων νὰ συναντῶνται σὲ τακτὰ διαστήματα, ὥστε ὁ ἕνας νὰ διορθώνει τὸν ἄλλο.[79] Ἔτσι ὁ Βασίλειος μειώνει τὴν προσωπικὴ ἐμπειρία τοῦ γέροντα, εἴτε αὐτὸς εἶναι ὁ προεστὼς εἴτε ὄχι, ἔναντι τῆς διδασκαλίας τῶν Γραφῶν, τῆς συλλογικῆς ἐμπειρίας τῶν προεστώτων καὶ τῶν προεχόντων, καί, ὅπως σὲ ἄλλο σημεῖο τῆς ἐργασίας μας ἔχουμε δείξει, τῆς συλλογικῆς ἐμπειρίας ὁλόκληρης τῆς ἀδελφότητας. Τέλος, ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ, πὼς ὁ Βασίλειος χρησιμοποιεῖ κυρίως τὸ σχῆμα προεστὼς-ἀδελφοί, ἀντὶ τοῦ συνηθέστερου στὸν Κασσιανὸ σχήματος ἀββᾶς-μοναχοί/ἀδελφοί.[80] 

 

Ἡ σημασία τῆς ἐξομολόγησης 

Σὲ συνάρτηση μὲ τὴν ὑπακοὴ χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τὸν Κασσιανὸ ἐπίσης ἡ ἐξομολόγηση. Κάθε σκέψη κρίνεται ἀπὸ τὸν γέροντα ἀποκλειστικὰ καὶ ὁ ἀσκητὴς πρέπει νὰ πιστεύει, πὼς ἡ κρίση τοῦ γέροντα εἶναι ὁπωσδήποτε σωστή. Κάθε σκέψη, τὴν ὁποία ὁ ἀσκητὴς αἰσχύνεται νὰ φανερώσει στὸν γέροντά του, εἶναι σκέψη ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν διάβολο.[81] Ὁ Κασσιανὸς ἀναφέρει τὴν ἐξομολόγηση ὡς μία ἀπὸ τὶς πλευρὲς τῆς προσωπικῆς σχέσης τοῦ μαθητευόμενου μὲ τὸν γέροντά του.

     Στὸν Βασίλειο, οἱ δεχόμενοι τὴν ἐξομολόγηση δὲν εἶναι ἁπλῶς οἱ κατάλληλοι γιὰ νὰ κρίνουν τὴν ποιότητα τῶν σκέψεων. Κυρίως εἶναι οἱ "πιστευόμενοι τῶν ἀδελφῶν εὐσπλάγχνως καὶ συμπαθῶς ἐπιμελεῖσθαι τῶν ἀσθενούντων", δηλαδὴ οἱ προεστῶτες τῆς κοινότητας.[82] Ἐξομολόγος καὶ ἐξομολογούμενος χαρακτηρίζονται ἀπὸ τὸν Βασίλειο "συνασκητὲς" καὶ "ἀδελφοί".[83] Ἀλλοῦ διαβάζουμε, πὼς τὴν ἐξομολόγηση δέχεται ὁ "πρεσβύτερος", ὁ δυνάμενος "ἐπιστημόνως τὸν τρόπον τῆς μετανοίας καὶ τῆς διορθώσεως ὑποθέσθαι". Σ’ αὐτὸν ἐξομολογοῦνται ἐπίσης οἱ ἀσκήτριες.[84] Ὁ ὅρος ’πρεσβύτερος’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναφέρεται καὶ στὸν γέροντα, ἀλλὰ στὴ συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται γιὰ ἱερέα. Οἱ ἀσκήτριες εἶχαν τὶς γερόντισσές τους, στὶς ὁποῖες ὄφειλαν νὰ προσφεύγουν γιὰ προσωπικὴ καθοδήγηση. Μόνο ἂν ἐπρόκειτο γιὰ ἐξομολόγηση σὲ ἱερέα, θὰ τὶς ἔστελλε σὲ αὐτὸν ὁ Βασίλειος. Γιὰ παράδειγμα, στὸ KE ρη’, ὁ Βασίλειος ἀπαγορεύει ρητὰ στὸν ἴδιο τὸν προεστῶτα ἀκόμη καὶ τὴν ἁπλὴ διδασκαλία "ἐκτὸς τῆς προεστώσης", μνημονεύοντας τὴν ἀποστολικὴ ἐντολή, "πάντα εὐσχημόνως καὶ κατὰ τάξιν γινέσθω".[85]

      Ἡ "ἐξαγόρευσις τῶν ἁμαρτημάτων" πρέπει νὰ γίνεται "οὐ πᾶσιν ( . . . ) οὔτε τοῖς τυχοῦσιν" ἀλλὰ "ἐπὶ τῶν δυναμένων θεραπεύειν". Εἶναι οἱ "πεπιστευμένοι τὴν οἰκονομίαν τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ".[86] Τὴν ἁρμοδιότητα γιὰ τὴν ἐξομολόγηση συνδέει ἀλλοῦ ὁ Βασίλειος μὲ τὸ μυστήριο τοῦ βαπτίσματος, ἀναφέροντας, ὅτι ὁ Ἰωάννης Βαπτιστὴς καὶ οἱ ἀπόστολοι ἐξομολογοῦσαν ἐπειδὴ βάπτιζαν.[87] Εἶναι, συνεπῶς, φανερό, ὅτι ὁ Βασίλειος θεωρεῖ ἐδῶ τὴν ἐξομολόγηση ἰδιαίτερο μυστήριο, τελούμενο ἀπὸ τὸν ἱερέα καὶ συνδεόμενο στὴν οὐσία του μὲ τὸ βάπτισμα.[88] Γιὰ τὸν Βασίλειο, ὅπως καὶ γιὰ τὸν Κασσιανό, ὁ ἀσκούμενος οὕτως ἢ ἄλλως δὲν μπορεῖ νὰ στηρίζεται στὸν ἑαυτό του γιὰ νὰ κρίνει τὴν ποιότητα τῶν σκέψεων ἢ τῶν πράξεών του. Ἀλλὰ ἐνῶ γιὰ τὸν Βασίλειο ἡ ἐξομολόγηση εἶναι μία ἀπὸ τὶς ἐκφράσεις τῆς ἀλληλεξάρτησης μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν, ὡς μελῶν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ,[89] εἴτε ξεχωριστὸ μυστήριο τελούμενο ἀπὸ ἱερεῖς, γιὰ τὸν Κασσιανὸ ἀποτελεῖ κυρίως μία ἀπὸ τὶς ἐκδηλώσεις τῆς προσωπικῆς ὑπακοῆς τοῦ νεότερου στὸν γέροντά του.[90]

     Στὸ ζήτημα, ἂν ὁ Βασίλειος διακρίνει μεταξὺ δύο τύπων ἐξομολόγησης, μίας θὰ λέγαμε "ἀσκητικῆς", ἡ ὁποία ἐντασσόταν στὸν καθημερινὸ ἀγώνα τῶν ἀδελφῶν, καὶ μίας μυστηριακῆς, τελούμενης ἀπὸ ἱερεῖς,[91] ἢ ἂν ὡς ἐξομολόγηση θεωρεῖ μόνο τὴν τελευταία,[92] Amand de Mendieta τείνει πρὸς τὴν πρώτη ἄποψη.[93]Gribomont ἔχει δίκιο ἰσχυριζόμενος, ὅτι δὲν ὑπάρχει ρητὰ στὸν Βασίλειο ἡ συγκεκριμένη διάκριση,[94] ὅμως εἶναι φανερό, πὼς στοὺς Ὅρους τοῦ Βασιλείου ὑπάρχουν στὴν πράξη καὶ τὰ δύο εἴδη ἐξομολόγησης. Ἡ μυστηριακὴ ἐξομολόγηση μαρτυρεῖται ἀπὸ ἀναφορὲς τοῦ Βασιλείου, τὶς ὁποῖες ἔχουμε ἤδη παραθέσει στὴν ἀμέσως προηγούμενη παράγραφο. Ἡ ’ἀσκητικὴ’ ἐξομολόγηση, πέραν τοῦ ὅτι εἶναι εὔλογη καὶ ἀπαραίτητη, τεκμηριώνεται ἐπίσης ἀπὸ τὶς περιπτώσεις, ὅπου ὁ Βασίλειος μιλάει γιὰ δημόσια ἐξομολόγηση, ἐπειδὴ οἱ πολλοὶ μποροῦν νὰ κρίνουν καλύτερα, ἢ γιὰ τὴν ἀνάθεση ἀκόμη καὶ τῶν κρυπτῶν τῆς καρδίας στὸν προεστῶτα.

 

 

Κοινοκτημοσύνη 

Σύμφωνα μὲ τὸ ὑπόδειγμα, τὸ ὁποῖο προτείνει ὁ Κασσιανός, ὁ χρόνος τῶν ἀσκητῶν, ἐκτὸς τῶν κοινῶν συνάξεων, ἀφιερώνεται ἐξίσου στὴν ἐργασία καὶ τὴ μελέτη (operi ac meditationi studium pariter inpendentes) μέσα στὸ κελλὶ καθενός.[95] Ὅποτε καλοῦνται γιὰ τὴν κοινὴ προσευχὴ ἢ γιὰ κάποιο ἄλλο ἔργο διακόπτουν ἀμέσως κάθε τι, ποὺ ἔχουν ἀρχίσει στὸ κελλί τους, διότι δὲν θεωροῦν τίποτα σημαντικότερο ἀπὸ τὴν ἀρετὴ τῆς ὑπακοῆς.[96] Στὸν Βασίλειο δὲν ἀπαντᾶ παρόμοια διάταξη, μποροῦμε ὅμως νὰ εἰκάσουμε μὲ ἀσφάλεια ὅτι, ἐφόσον διδάσκει πὼς ὁ ἀσκητὴς ἔχει παραδώσει τὸν ἑαυτό του καὶ τὰ μέλη του, "τῇ ἄλλων χρείᾳ ἐν ἀγάπῃ Χριστοῦ",[97] δὲν θὰ εἶχε λόγο νὰ διαφωνήσει μὲ τὴν προθυμία, τὴν ὁποία πρέπει, σύμφωνα μὲ τὸν Κασσιανό, νὰ ἔχουν οἱ ἀσκητές, ὅταν καλοῦνται σὲ κάποιο καθῆκον. Ἡ κοινοκτημοσύνη δὲν ἀφορᾶ μόνο στὰ ὑλικὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα ἀλλὰ ἐπίσης στὸν χρόνο καὶ τὸν χῶρο. Βλέπουμε, πάντως, σημαντικὲς διαφορὲς στὸν τρόπο διαβίωσης, ἀφοῦ ὁ Βασίλειος μιλάει γιὰ ἀρκετὲς ἐργασίες, οἱ ὁποῖες γίνονται ἐκτὸς τοῦ κελλιοῦ. Ἀναφέρει τὴν ὑφαντική, τὴν ὑποδηματοποιΐα, τὴν οἰκοδομική, τὴν ξυλουργική, τὴ σιδηρουργικὴ καὶ τὴ γεωργία - ἡ ὁποία εἶναι προτιμότερη ὅλων, διότι παρέχει τὰ βιοτικῶς ἀναγκαία, χωρὶς νὰ χρειάζεται ἐμπορικὴ δραστηριότητα καί, συνεπῶς, ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ κοινόβιο.[98] Πρέπει ἐδῶ νὰ ὑπογραμμίσουμε, ἐπειδὴ εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι γιὰ τὸν Κασσιανὸ πρόβλημα εἶναι ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ κελλί, ἐνῶ γιὰ τὸν Βασίλειο ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ κοινόβιο, ὥστε καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ στοιχεῖο ἀποδεικνύεται ἡ τάση τοῦ Κασσιανοῦ νὰ ἀντιλαμβάνεται ἀκόμη καὶ τὴν κοινοβιακὴ ἄσκηση μὲ ὅρους τοῦ ἀναχωρητισμοῦ.

     Μιλώντας γιὰ τὴν ἐμπορικὴ δραστηριότητα ὁ Βασίλειος καταδικάζει τὴν ὑπερβολικὴ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ κοινόβιο καὶ τὴ συναναστροφὴ μὲ κοσμικούς. Οἱ ἀσκητὲς εἶναι προτιμότερο νὰ ζημιώνονται κάπως οἰκονομικὰ παρὰ νὰ ἀφήνουν τὸν τόπο τους γιὰ νὰ προσθέσουν κάποιο κέρδος. Ἀκόμη καὶ ἂν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἀπομακρυνθοῦν, πρέπει νὰ πηγαίνουν πολλοὶ ἀδελφοὶ μαζί, ὁ καθένας μὲ τὸ δικό του προϊόν, σὲ τόπους ποὺ κατοικοῦνται ἀπὸ χριστιανούς. Ὁ Βασίλειος παραδέχεται, ἀσφαλῶς, ὅτι τὸ εἶδος τῆς ἐργασίας πρέπει νὰ ρυθμίζεται σύμφωνα μὲ "τὴν ἰδιότητα τῶν τόπων καὶ τὴν ἐπιτηδειότητα τῶν ἐν ἑκάστῃ χώρᾳ πραγματειῶν", ἀλλά, ὡς γενικὸ κανόνα γιὰ τὴν ἐκλογὴ τῶν διαφόρων ἐργασιῶν, προτάσσει "τὸ εἰρηνικὸν καὶ τὸ ἀθόρυβον ( . . . ) μήτε πολλῆς πραγματείας εἰς τὸν πορισμὸν τῆς οἰκείας ὕλης δεόμεναι [ἐνν. αἱ τέχναι], μήτε πολλοῦ τοῦ ἀγῶνος πρὸς τὴν τῶν ἀπεργασθέντων διάπρασιν, μήτε ὅσαι συντυχίας ἡμῖν ἀνδρῶν ἢ γυναικῶν ἀπρεπεῖς ἢ βλαβερὰς προξενοῦσαι".[99] Ἀπὸ προτάσεις ὅπως αὐτή, μποροῦμε νὰ εἰκάσουμε, ὅτι ἀκόμη καὶ ἡ φιλανθρωπικὴ δραστηριότητα, σύμφωνα μὲ τὸν Βασίλειο, δὲν πρέπει νὰ γίνεται ἀφορμὴ ὑπερβολικῶν μετατροπῶν στὸ πρόγραμμα τῆς ἀσκήσεως, τὸ ὁποῖο προϋποθέτει τὴν ἐλάχιστη δυνατὴ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν κοινὸ βίο τῆς μονῆς.

     Στὸ Inst.IV.13, ὁ Κασσιανὸς ἐπαινεῖ τοὺς αἰγύπτιους ἀσκητὲς γιὰ τὴν κοινοκτημοσύνη τους. Κανεὶς δὲν ἔχει τίποτα δικό του, ἐνῶ ἀκόμα καὶ τὰ ἐλάχιστα προσωπικὰ εἴδη,[100] σὲ πολλὰ κοινόβια, ὄχι μόνο δὲν τὰ θεωροῦν, ἀλλὰ καὶ ποτὲ δὲν τὰ ἀποκαλοῦν "δικά τους".Γιὰ τὴν κοινοκτημοσύνη μιλάει ὁ Κασσιανὸς καὶ στὸ ἑπόμενο κεφάλαιο. Ὁ μοναχὸς χαρακτηρίζεται τρόφιμος καὶ ὑπηρέτης τῆς μονῆς,[101] γι’ αὐτὸ δὲν θεωρεῖ δικό του τὸ προϊὸν τῆς ἐργασίας του. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, πιστεύει πώς, ὄχι μόνο ὅ,τι ὁ ἴδιος παράγει ἀλλὰ ὁτιδήποτε ὑπάρχει στὴ μονή, ἀποτελεῖ περιουσία του, ὥστε φροντίζει γιὰ ὅλα σὰν νὰ ἦταν ὅλα δικά του. Γιὰ νὰ διατηρήσει, ὅμως, τὴν κατάσταση τῆς πτωχείας θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του ξένο ἀπὸ ὅλα καὶ πάροικο σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο!

     Εἶναι φανερὸ πὼς ὁ Κασσιανὸς προσπαθεῖ, ὄχι μὲ ἰδιαίτερη λογικὴ συνέπεια, νὰ δείξει, πῶς οἱ ἀσκητές του ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴν περιουσία τῆς μονῆς στὸ σύνολό της, χωρὶς νὰ διακρίνουν τὸ συγκεκριμένο προϊὸν τῆς ἐργασίας τους ἀπὸ αὐτήν, ἐνῶ ταυτόχρονα ἀντιλαμβάνονται κάθε περιουσία ὡς στοιχεῖο τοῦ κόσμου ἀπὸ τὸ ὁποῖο, πιστοὶ στὴν ἀρετὴ τῆς πτωχείας, θέλουν νὰ ἀποξενώνονται. Ψέγει μάλιστα τοὺς δυτικοὺς γιὰ τὴν προσήλωσή τους στὴν ἰδιοκτησία, εἴτε τὴ συγκέντρωσαν κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ μοναστικοῦ βίου τους, εἴτε τὴν εἶχαν ἀπὸ πρίν.[102] Ἀσφαλῶς ὁ Κασσιανὸς δὲν χρειαζόταν τὸν Βασίλειο γιὰ νὰ μιλήσει γιὰ τὴν κοινοκτημοσύνη, ὅμως δὲν φαίνεται νὰ ἔχει χρησιμοποιήσει ἀντίστοιχες ἀναφορὲς τοῦ τελευταίου, ὅπως συνάγεται ἀπὸ τὴ διαφορὰ τῶν ἀντιλήψεων, τὴν ὁποία θὰ ἐκθέσουμε.

     Στὸν Βασίλειο δὲν εἶναι οἱ ἀσκητὲς ἐκεῖνοι ποὺ παραχωροῦν στὴ μονή, ἢ ὁπουδήποτε ἀλλοῦ, τὸ προϊὸν τῆς ἐργασίας τους, ἀλλὰ ἡ μονὴ διὰ τοῦ ὑπεύθυνου οἰκονόμου παραχωρεῖ στοὺς ἀσκητές, ἢ σὲ ὅποιους ἄλλους, ὅ,τι χρειάζονται. Αὐτὸ σημαίνει, πὼς ἤδη πρὶν παραχθεῖ τὸ προϊὸν τῆς ἐργασίας τους δὲν εἶναι δικό τους, καὶ ἀκόμη, ὅτι ὑπάρχει συγκεκριμένο πρόσωπο, στὸ ὁποῖο ἔχει ἀνατεθεῖ τὸ καθῆκον τῆς διαχείρισης τοῦ προϊόντος αὐτοῦ. Οὔτε κἂν τὰ ἐνδύματά τους, ἀκόμα καὶ στὴν περίπτωση ποὺ τὰ ζητοῦσε ἕνας πτωχός, δὲν μποροῦν νὰ τὰ διαθέσουν, διότι, "τὸ διδόναι ἢ λαμβάνειν οὐ παντός ἐστιν, ἀλλὰ τοῦ ἐγκεχειρισμένου μετὰ δοκιμασίας τὴν τοιαύτην οἰκονομίαν".[103] Οὔτε ἡ τροφὴ δὲν εἶναι στὴν ἐξουσία τους, ἀλλὰ οἰκονομεῖται, "παρὰ τοῦ ταύτην ἐπιτεταγμένου τὴν φροντίδα ( . . . ) ἔν τε καιρῷ καὶ μέτρῳ κατὰ τὸ γεγραμμένον. ’διεδίδοτο δὲ ἑκάστῳ καθότι ἄν τις χρείαν εἶχεν’".[104]

      Ὁ Βασίλειος ἀπορρίπτει τὸ ἐνδεχόμενο ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας, ἀναφέροντας τὸ γνωστὸ χωρίο 4.32 τῶν Πράξεων καὶ ἐξηγώντας, ὅτι ὁ "λέγων ἴδιόν τι εἶναι, ἑαυτὸν ἀλλότριον τῆς τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίας κατέστησε καὶ τῆς τοῦ Κυρίου ἀγάπης, τοῦ διδάξαντος καὶ λόγῳ καὶ ἔργῳτὴν ψυχὴν ἑαυτοῦ τιθέναι ὑπὲρ τῶν φίλων,οὐχ ὅτι γε τὰ ἐκτός"[*].[105] Στὸν Κασσιανὸ εἶναι κυρίαρχη ἡ ἀρνητικὴ πλευρὰ τῆς πτωχείας, ἡ πτωχεία ὡς ἀποταγή, καὶ ὄχι ἡ πτωχεία ὡς προϋπόθεση ἀγάπης καὶ αὐτοπροσφορᾶς. Ὁ Βασίλειος δὲν τονίζει τὴ σημασία τῆς ἀκτημοσύνης μόνο, ἀλλὰ ἐπίσης τῆς φιλανθρωπίας, ὡς οἰκονομίας κατὰ τὶς ἀνάγκες καθενός, εἴτε αὐτὸς ζεῖ στὸ κοινόβιο εἴτε ὄχι. Ἡ οἰκονομία αὐτή, συνεχῶς ὑπενθυμίζει ὁ Βασίλειος, ἀποτελεῖ τὸν ἕνα ἀπὸ τοὺς δύο λόγους, γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ ἀσκητὴς ἐργάζεται. Φροντίζει μάλιστα νὰ ἀποσυνδέσει τὴν ἀκτημοσύνη ἀπὸ τάσεις ὑποτιμήσεως τῆς κτίσης, τονίζοντας πὼς ὅλα τὰ ὄντα, ἀφοῦ ὀφείλουν τὴν ἀρχή τους στὸν Θεό, εἶναι καλά.[106] Ὁ Βασίλειος δίνει πολὺ μεγάλη προσοχὴ στὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο ἐργάζονται οἱ ἀσκητές. Ἐπειδὴ τὸ ἔργο ἀποτελεῖ θυσία, ἡ ὁποία προσφέρεται στὸν Θεό, ἂν κάποιος ἐργάζεται γογγύζοντας, τὸ ἔργο του δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἀποδεκτὸ ἀπὸ τὴν κοινότητα. Στὸ Inst. IV.20, κάθε ἐργασία θεωρεῖται ἱερὴ ὡς ὑπηρεσία στὸν Χριστό. Ὅμως, τὸ ἔργο στὸν Κασσιανὸ ἀποτελεῖ κυρίως μέθοδο ἀσκήσεως στὴν ἀποκοπὴ τοῦ ἰδίου θελήματος. Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ διήγηση γιὰ τὸν ἀββᾶ Παῦλο, ὁ ὁποῖος κάθε χρόνο ἔκαιγε τὸ προϊὸν τῆς ἐργασίας του, διότι δούλευε μόνο γιὰ νὰ ἀποκτήσει καθαρότητα τῆς καρδιᾶς καὶ νὰ νικήσει τὴν ἀκηδία.[107] Ἀκόμη καὶ στὴν 21η Συμβολή, ὅπου ὁ Κασσιανὸς ψέγει ὅσους ἀσκητὲς φοβοῦνται νὰ στερηθοῦν κάθε καρπὸ τῆς ἐργασίας τους, ἡ ἔμφαση δὲν δίνεται στὴ διάθεση, μὲ τὴν ὁποία ἐκτελοῦνται οἱ ἐργασίες καὶ οἱ ἀγαθοεργίες, ἀλλὰ στὸν προσωπικὸ κίνδυνο, ποὺ διατρέχουν οἱ συγκεκριμένοι ἀσκητές, ἐπειδὴ δὲν ἔχουν κατορθώσει τὴν ἀπόλυτη πτωχεία.[108] 

 

 

Ἐπιτίμια 

Τὸ 16ο κεφάλαιο τοῦ τέταρτου βιβλίου τῶν Θεσμῶν, ἀσχολεῖται μὲ τὰ ἐπιτίμια, μὲ τὸ εἶδος τους καὶ μὲ τὰ σφάλματα, γιὰ τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται. Μία καὶ μόνο τιμωρία ἐφαρμόζεται σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις ἐλαφρῶν παραβάσεων. Ὁ Κασσιανὸς τὴν ὀνομάζει δημόσια μετάνοια (publica paenitentia). Ὁ μοναχός, ὁ ὁποῖος ὑποβάλλεται στὴ συγκεκριμένη τιμωρία, "cunctisque in synaxi fratribus congregatis tamdiu prostratus in terram veniam postulabit, donec orationum consummetur sollemnitas, inpetraturus eam, cum iussus fuerit abbatis iudicio de solo surgere".[109] 

Βαρύτερες παραβάσεις τιμωροῦνται μὲ ραβδισμούς, μὲ ἀφορισμὸ ἢ μὲ ἐκδίωξη ἀπὸ τὸ κοινόβιο.[110] Ὁ Κασσιανὸς δὲν διευκρινίζει ποιὲς ἀκριβῶς παραβάσεις τιμωροῦνται μὲ ραβδισμοὺς καὶ ποιὲς μὲ ἐκδίωξη, ὑπονοώντας, πιθανῶς, ὅτι εἶναι ἐξίσου βαρειές, ὥστε ὁ ἡγούμενος θὰ πρέπει νὰ ἀποφασίσει τί ἀπὸ τὰ δύο νὰ ἐπιβάλει, ἀνάλογα, εἰκάζουμε, μὲ τὴν ἐν γένει συμπεριφορὰ τοῦ συγκεκριμένου ἀδελφοῦ. Στὸ Inst. II.15, ὅμως, βλέπουμε τὴν ποινὴ τοῦ ἀφορισμοῦ νὰ ἐφαρμόζεται στὴν περίπτωση, ὅπου κάποιος ἀρνεῖται τὴ δημόσια μετάνοια.

     Στὸν κατάλογο τοῦ Κασσιανοῦ, ὅ,τι κυρίως ἐντυπωσιάζει εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι ἀναφέρονται οἱ διάφορες παραβάσεις καὶ οἱ ἀντίστοιχες ποινὲς χωρὶς οὔτε μία φορὰ νὰ γίνεται λόγος γιὰ νουθεσία. Ἐκτὸς αὐτοῦ, ἡ τάση, ἡ ὁποία κυρίως προβάλλει μέσα ἀπὸ τὴ συγκεκριμένη καταγραφὴ τῶν διαφόρων περιπτώσεων παραβάσεως, εἶναι ἡ ἀποτροπὴ τῶν ἀσκητῶν ἀπὸ τὴ μεταξύ τους συντροφιὰ καὶ ἀπὸ τὴ δημιουργία ἰδιαίτερων σχέσεων, καθὼς καὶ ἡ προτροπὴ γιὰ ἀπόλυτη ὑπακοὴ καὶ προσοχὴ στὰ καθήκοντά τους.

     Στοὺς Ὅρους τοῦ Βασιλείου δὲν ὑπάρχουν ὅλες οἱ ποινές, τὶς ὁποῖες ὁ Κασσιανὸς γνώρισε στὴν Αἴγυπτο καὶ τὶς ὁποῖες ἐπιχείρησε νὰ εἰσαγάγει στὴ Δύση. Κοινὰ ἐπιτιμία μεταξὺ τῶν δύο πατέρων εἶναι μόνο ὁ ἀφορισμὸς καὶ ἡ ἀποπομπὴ ἀπὸ τὴν ἀδελφότητα.

     Διαθέτουμε ἕνα κατάλογο, ὁ ὁποῖος καταγράφει 11 περιπτώσεις παραβάσεως μὲ τὰ ἀντίστοιχα ἐπιτίμια καὶ θεωρεῖται ἔργο ἀμφιβαλλόμενο, ἀλλὰ ὅμως προερχόμενο ἀπὸ τὸ περιβάλλον τοῦ Βασιλείου.[111] Θὰ ἦταν ἴσως ἀνεπαρκὲς νὰ συγκρίνουμε τοὺς ἐν γένει ἐκτενέστερους Ὅρους μὲ τὴ συνοπτικὴ ἔκθεση παραβάσεων καὶ ἐπιτιμίων, τὴν ὁποία παρέχει στὸ συγκεκριμένο κεφάλαιο τῶν Θεσμῶν ὁ Κασσιανός,[112] ὥστε ἡ ὕπαρξη ἀντίστοιχου καταλόγου ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ Βασιλείου, ἂν καὶ δὲν εἶναι καθοριστική, ἐπιτρέπει πληρέστερη διαπραγμάτευση. Θὰ χρησιμοποιήσουμε τὸν κατάλογο αὐτό, ἐπειδὴ προέρχεται ἀπὸ τὸ περιβάλλον τοῦ Βασιλείου καὶ ἐκφράζει διάθεση γιὰ συστηματοποίηση, ὁπότε ἐὰν ὑπῆρχαν τάσεις παρόμοιες μὲ ἐκεῖνες τοῦ Κασσιανοῦ, θὰ εἶχαν βρεῖ ἐδῶ ὁπωσδήποτε κάποια θέση. Ἄλλωστε, σὲ καμμία περίπτωση δὲν θὰ βασίσουμε ἐδῶ τὰ τελικά μας πορίσματα.

     Οὔτε στὰ ψευδεπίγραφα Ἐπιτίμια δὲν θὰ συναντήσουμε τὶς δύο ἀπὸ τὶς ποινές, τὶς ὁποῖες ἀναφέρει ὁ Κασσιανός, τὴ λεγόμενη "δημόσια μετάνοια" καὶ τοὺς ραβδισμούς. Μόνα κοινὰ ἐπιτίμια μεταξὺ τῶν δύο πατέρων παραμένουν ὁ ἀφορισμὸς καὶ ἡ ἀποπομπή. Στὸν φερόμενο ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλείου κατάλογο χρησιμοποιεῖται κυρίως ὁ ἀφορισμὸς μίας ἑβδομάδας (ἐννέα φορές) καὶ πολὺ λιγότερο ὁ ἀφορισμὸς δύο ἑβδομάδων (μία φορά), ἡ νηστεία (μία φορά, ἐναλλακτικὰ μὲ τὸ ἐπιτίμιο ἀφορισμοῦ μίας ἑβδομάδος), καὶ ὁ παντελὴς χωρισμὸς ἀπὸ τὴν κοινότητα (μία φορά).[113] Ἀκόμη, στὸ κείμενο τοῦ περιβάλλοντος τοῦ Βασιλείου, βλέπουμε τὸν ἀσκητὴ νὰ ἀπολογεῖται καὶ νὰ νουθετεῖται πρὶν τιμωρηθεῖ. Γιὰ παράδειγμα, διαβάζουμε γιὰ τὴν ἀμέλεια στὶς προσευχὲς ἢ στὴν ἐκμάθηση τῶν Ψαλμῶν, ὅτι "εἴ τις ὑγιαίνων τῷ σώματι ( . . . ) προφασιζόμενος προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις", κλπ. - τὸ ὁποῖο σημαίνει ὅτι ἔχει προηγηθεῖ ἀπολογία τοῦ ἀσκητῆ.[114] Ἢ γιὰ τὴν περίπτωση, ὅπου κάποιος ὑβρισθεῖ καὶ δὲν συγχωρήσει ἐκεῖνον ποὺ τὸν ἐξύβρισε, ὅτι, "εἴ τις ( . . . ) παρακληθεὶς ὑπὸ τῆς συνοδίας, μὴ συγχωρήσῃ τὸ ἁμάρτημα", κλπ. - ἀπ’ ὅπου συνάγεται πὼς καὶ πάλι προηγεῖται νουθεσία.[115] Βλέπουμε, ἐπίσης, ἐλαστικότητα, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει τὴν κατὰ περίπτωση ἑρμηνεία μιᾶς πράξεως εἴτε ὡς ἁμαρτίας, εἴτε ὄχι, ὅπως π.χ. στὸ τέταρτο ἐπιτίμιο: "εἴ τις ὑβρίζει ἢ ἀντιλέγει, ἐπιτασσόμενος παρὰ ἀδελφοῦ τὰ κατὰ δύναμιν" - ὅπου τὸ "κατὰ δύναμιν" προφανῶς ἐπιτρέπει κάποια ἐλαστικότητα στὴν ἑρμηνεία.[116] Στὸν Κασσιανὸ ἡ διάκριση μεταξὺ ἐκείνων ποὺ σφάλλουν καὶ ἐκείνων ποὺ τιμωροῦν εἶναι ἀπόλυτη. Στὸ περιβάλλον τοῦ Βασιλείου ἡ πρώτη πλευρὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχει ἐλαφρυντικὰ καὶ ἡ δεύτερη εἶναι δυνατὸν ἐπίσης νὰ σφάλλει. Διαβάζουμε π.χ. στὸ δεύτερο ἐπιτίμιο, "εἴ τις ἐλέγχοιτο ἐπὶ πταίσματι μετὰ ἀγάπης καὶ μὴ καταδέχοιτο τὸν ἔλεγχον"[*], κλπ.[117] Ἀκόμη, δὲν βλέπουμε ἐδῶ τὴν ἀπόσταση, ἡ ὁποία ὑπάρχει στὸν Κασσιανό, ἀνάμεσα στὸν προεστῶτα καὶ τοὺς ὑπόλοιπους ἀδελφούς: οὐσιωδέστερη πάντων ὑπόσταση ἔχει ἡ κοινότητα στὸ σύνολό της. Οἱ ἀδελφοὶ νουθετοῦν ἢ συγχωροῦν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο,[118] ἡ κοινὴ σύναξη τῶν ἀδελφῶν νουθετεῖ, καὶ διὰ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς νουθεσίας αὐτῆς κρίνεται ἡ ἐπιβολή, εἴτε ἡ μὴ ἐπιβολή, τιμωρίας.[119] Τέλος, τὸ ζήτημα τῆς ἀναπτύξεως ἰδιαίτερης φιλίας μεταξὺ δύο ἀσκητῶν δὲν ἀπασχολεῖ τόσο τὸ περιβάλλον τοῦ Βασιλείου, ὅσο τὸ ἀπασχολεῖ τὸ ζήτημα ἀναπτύξεως ἐχθροτήτων. Συνοπτικὰ θὰ λέγαμε πώς, ἀκόμη καὶ σ’ ἕνα κατάλογο ἐπιτιμίων, διαπιστώνουμε στὴν πλευρὰ τοῦ Βασιλείου κυρίως μία κοινότητα, ἡ ὁποία συνομιλεῖ, συγχωρεῖ, συμπάσχει, καὶ μόνο δευτερευόντως μία κοινότητα ποὺ τιμωρεῖ. Ἀλλὰ ἀκόμη καὶ στὴν τελευταία περίπτωση ἡ ἐπιείκεια εἶναι χαρακτηριστική.

     Τὰ ἴδια στοιχεῖα, ὅμως, τὰ ὁποῖα ἀπουσιάζουν ἀπὸ τὸν συγκεκριμένο κατάλογο καὶ ὑπάρχουν στὸν Κασσιανό, ἀπουσιάζουν ἐπίσης ἀπὸ τοὺς Ὅρους τοῦ Βασιλείου. Ὁ Βασίλειος ἐπιτρέπει ὑπὸ προϋποθέσεις τὴν ἀποδοχὴ παιδιῶν στὰ κοινόβια, εἴτε πρόκειται γιὰ ὀρφανά, εἴτε γιὰ παιδιὰ ποὺ τὰ στέλνουν οἱ γονεῖς τους.[120] Ἀλλά, ἀκόμη καὶ στὴν περίπτωση τιμωρίας παιδιῶν, ὁ Βασίλειος δὲν συνιστᾶ ραβδισμοὺς ἢ κάτι παρόμοιο: 

"ὥστε πατρικῇ μὲν εὐσπλαγχνίᾳ, λόγῳ δὲ ἐπιστημονικῷ τὰ ἁμαρτήματα τῶν νέων ἐπανορθοῦσθαι, οἰκείας ἑκάστῳ πταίσματι τὰς θεραπείας προσάγοντα".[121] 

Καὶ ἀμέσως μετά, ὁ Βασίλειος παρέχει συγκεκριμένα παραδείγματα, τὰ ὁποῖα φανερώνουν τί εἴδους θεραπεῖες ἐννοεῖ: 

"Οἷον, ὠργίσθη πρὸς τὸν ὁμήλικα; τοῦτον [δηλ. τὸν ὁμήλικα] θεραπεῦσαι καὶ ὑπηρετῆσαι αὐτῷ κατὰ ἀναλογίαν τοῦ τολμήματος ἀναγκασθήτω ( . . . ) Ἥψατο βρωμάτων παρὰ καιρόν; ἐπὶ πλεῖστον τῆς ἡμέρας ἀπόσιτος ἔστω ( . . . ) Λόγον ἀφῆκεν ἀργόν, ὕβριν εἰς τὸν πλησίον, ψεῦδος, ἄλλο τι τῶν ἀπηγορευμένων; Τῇ τε γαστρὶ καὶ τῇ σιωπῇ σωφρονιζέσθω".[122] 

Τὰ ἴδια, σχεδόν, παραδείγματα χρησιμοποιεῖ καὶ ὅταν ἀναφέρεται σὲ τιμωρίες ἀσκητῶν: 

"οἷον τὴν κενοδοξίαν τῇ ἐπιτάσει τῶν τῆς ταπεινοφροσύνης ἐπιτηδευμάτων. τὴν ἀργολογίαν τῇ σιωπῇ. ὕπνον ἄμετρον διὰ τῆς ἐν προσευχαῖς ἀγρυπνίας. ἀργίαν σώματος διὰ τῶν κόπων. βρῶσιν ἀπρεπῆ διὰ τῆς ἀσιτίας. γογγυσμὸν διὰ τοῦ ἀφορισμοῦ", κλπ.[123] 

Θὰ μποροῦσε νὰ ἰσχυρισθεῖ κάποιος, ὅτι τὸ πρῶτο ἐπιτίμιο, ἡ ἐπίταση "τῶν τῆς ταπεινοφροσύνης ἐπιτηδευμάτων", δὲν ἀποκλείεται νὰ ὑπονοοῦσε ποινὲς ἀντίστοιχες μὲ τὴ "δημόσια μετάνοια" ἢ τοὺς ραβδισμούς. Δὲν πιστεύουμε πὼς μία τέτοια ἑρμηνεία θὰ ἦταν βάσιμη. Κατ’ ἀρχήν, ἡ "δημόσια μετάνοια", εἴτε οἱ ραβδισμοί, δὲν εἶναι ἐπιτηδεύματα. Θὰ ἔπρεπε κανεὶς κυριολεκτικὰ νὰ βιάσει τὸ κείμενο τοῦ Βασιλείου, καὶ ἀκόμη νὰ ἀγνοήσει ὅσα σὲ ἄλλα σημεῖα λέγονται γιὰ τὸν τρόπο τῆς ἀσκήσεως, γιὰ νὰ μὴ δεῖ, πὼς ὅ,τι ἐδῶ ἐννοεῖται εἶναι ἡ ἐπιβολὴ συγκεκριμένων ἐργασιῶν. Μὲ "δημόσια μετάνοια" τιμωρεῖ ὁ Κασσιανὸς π.χ. ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δὲν ἐκτελεῖ σωστὰ κάποιο καθῆκον, ἐπειδὴ θὰ προτιμοῦσε τὸ διάβασμα.[124] Παρόμοιο σφάλμα, σύμφωνα μὲ τὸν Βασίλειο, πρέπει ὄχι νὰ τιμωρεῖται ἀλλὰ νὰ διορθώνεται, μὲ τὴν ἀνάθεση ἀκόμη περισσότερων παρόμοιων καθηκόντων. Ἂν ὅμως κάποιος ἐπιμένει στὴν ἀνυπακοή, πρέπει νὰ ἀποβάλλεται ἀπὸ τὴν κοινότητα ὡς ἄχρηστο καὶ ἐπιζήμιο μέλος.[125]

     Στὸ ΚΠ κη’, περιγράφεται μὲ ἀκρίβεια ἡ στάση ἀπέναντι στὸν ἀπειθῆ. Ὁ Βασίλειος δὲν εἶναι βιαστικὸς στὴν "ἀπονομὴ δικαιοσύνης". Κατ’ ἀρχὴν ὑπενθυμίζει τὸ καθῆκον τῆς κοινότητας καὶ ὄχι τοῦ ἁμαρτήσαντος,[126] διότι μέριμνά του εἶναι νὰ διορθώσει, καὶ αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἂν ἡ κοινότητα δὲν φερθεῖ σωστά. Ποιό εἶναι αὐτὸ τὸ καθῆκον; 

"Πρῶτον μὲν συμπάσχειν πάντας χρὴ [τῷ ὀκνηρῶς διακειμένῳ πρὸς τὴν ὑπακοὴν τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου] ὡς νενοσηκότι μέλει".[127] 

 Ἡ ἁμαρτία ἑπομένως πρέπει νὰ γίνεται ἀντιληπτὴ ὡς ἀσθένεια ὁλόκληρης τῆς κοινότητας, ὥστε ζητούμενο εἶναι ἡ θεραπεία, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἀρχίζει μὲ προσπάθειες νουθεσίας: 

"καὶ ταῖς ἰδίαις παραινέσεσι τὸν προεστῶτα πειρᾶσθαι αὐτοῦ τὴν ἀρρωστίαν ἐπανορθοῦσθαι".[128] 

Δὲν ἐπιδεικνύεται βιασύνη γιὰ τιμωρία, ἀκόμη καὶ ἂν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔσφαλε, ἐπιμένει στὴν ἀνυπακοή: 

"ἐπιμένοντα δὲ τῇ ἀπειθείᾳ ( . . . ) ἐμβριθέστερον ἐλέγχειν ἐπὶ πάσης τῆς ἀδελφότητος καὶ μετὰ πάσης παρακλήσεως προσάγειν αὐτῷ τὰς ἰατρείας"[*].[129] 

 Ἄν, παρ’ ὅλ’ αὐτά, ἐκεῖνος οὔτε αἰσχύνεται, οὔτε θεραπεύεται, τότε ἐπιβάλλεται ἡ ἀποπομπή, "μετὰ πολλῶν μὲν δακρύων καὶ θρήνων, ὅμως δ’ οὖν ὡς διεφθαρμένον μέλος καὶ παντελῶς ἄχρηστον, κατὰ τὴν τῶν ἰατρῶν μίμησιν, τοῦ κοινοῦ σώματος ἀποκόπτειν".[130]

     Γράφοντας ὁ Βασίλειος, ὅτι τὸ ἔργο τοῦ γογγύσαντος δὲν πρέπει νὰ ἀναμιγνύεται μὲ τὸ ἔργο τῶν εὐλαβῶν, ἐπειδὴ εἶναι "θυσία ἐπίμωμος",[131] γνωρίζει πὼς ἐπιβάλλει ποινὴ ἰδιαιτέρως βαρειά. Μὲ τὴν ποινὴ αὐτὴ ὁ Βασίλειος ἐξωθεῖ τὸν ἁμαρτήσαντα νὰ προσέξει τὸ ἔργο καὶ διὰ τῆς προσοχῆς αὐτῆς νὰ ἐπιτύχει τὴν ταπεινοφροσύνη. Οἱ ποινές, τὶς ὁποῖες προτείνει ὁ Κασσιανός, ἔχουν ἀρνητικὸ μόνο χαρακτήρα, ἐπιδιώκουν ἁπλῶς τὴ συντριβὴ τοῦ ἀτομικοῦ θελήματος. Ἡ στάση τοῦ Βασιλείου καθιστᾶ τὴ συντριβὴ ἀποτέλεσμα τῆς ἑκούσιας προσπάθειας τοῦ μοναχοῦ νὰ συμμετάσχει στὴ ζωὴ τῆς ἀδελφότητας, ὡς ἀπαραίτητο καὶ ὑγιὲς μέλος της. Γι’ αὐτὸ καὶ τονίζεται τόσο πολύ, ὅτι ἐκεῖνος ποὺ ἐλέγχει τοὺς ἀδελφούς, πρέπει νὰ τὸ κάνει "ἐπιστημονικῶς", δηλαδὴ μὲ σκέψη, συμπάθεια καὶ ταπεινοφροσύνη. Αὐτὰ πρέπει νὰ διδάξει, πρὸς αὐτὸ τὸν δρόμο ἔχει κληθεῖ νὰ ὁδηγήσει τοὺς συνασκητές του, ἂν αὐτὰ δὲν εἶναι οἱ ἀρχές του ἡ τιμωρία δὲν θὰ ἔχει νόημα. Ἔτσι καὶ ὁ προεστὼς πρέπει νὰ γίνεται τύπος τῶν πιστῶν[132] μὲ τὸ νὰ εἶναι βέβαιος, "ὅτι ἡ τῶν πλειόνων ἐπιμέλεια πλειόνων ἐστὶν ὑπηρεσία",[133] καὶ πρέπει νὰ ἐπιβάλλει τὰ ἐπιτίμια, "ἐν πάσῃ εὐσπλαγχνίᾳ καὶ συμμετρίᾳ".[134] Ἀπὸ τὴν ἁμαρτία δὲν ἀπομακρύνει τίποτε ἄλλο παρὰ μόνο ἡ καλὴ ἐπιθυμία. Στὸ ἐρώτημα, "πῶς ἐκκόψομεν τὸ πάθος τῆς ἐπιθυμίας τῆς κακῆς", ὁ Βασίλειος ἀπαντᾶ κατηγορηματικά: 

" Ἐπιθυμίᾳ διαπύρῳ τῶν θελημάτων τοῦ Θεοῦ ( . . . ) Ἀεὶ γὰρ ἡ τῶν κρειττόνων ἐπιθυμία ἐν ἐξουσίᾳ καὶ δυνάμει ἔχουσα τὴν ἀπόλαυσιν τῶν ἐπιθυμουμένων, καταφρονεῖν καὶ ἀποστρέφεσθαι ἀναγκάζει τὰ ἐλάττονα, ὡς ἐδίδαξαν οἱ ἅγιοι πάντες. πόσῳ δὲ μᾶλλον τὰ φαῦλα καὶ αἰσχύνης ἄξια;".[135] 

Αὐτὴ ἡ στάση ὑπερισχύει πάντοτε στὸν Βασίλειο. Πῶς θεραπεύεται ὁ ὑπερήφανος; Ὄχι ἂν ὑποστεῖ ραβδισμοὺς καὶ ἐξευτελισμούς, ἀλλά, "ἐὰν πιστεύσῃ τῷ κρίματι τοῦ εἰπόντος. ’Κύριος ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν’"[*],[136] ἐὰν δηλαδὴ γνωρίσει τὸ συγκεκριμένο θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ ζήσει σύμφωνα μὲ αὐτό. Πῶς θεραπεύεται ὁ ὀκνηρός; "Πληροφορηθεὶς τὴν παρουσίαν τοῦ Δεσπότου Θεοῦ τοῦ τὰ πάντα ἐφορῶντος καὶ τὴν ἀπειλὴν τὴν κατὰ τοῦ ὀκνηροῦ καὶ τὴν ἐλπίδα τῆς μεγάλης παρὰ τοῦ Κυρίου μισθαποδοσίας"[*].[137] Πῶς ἀντιμετωπίζεται ἐκεῖνος ποὺ ἀντιλέγει; "γνωριζέσθω ὑπόδικος εἶναι τοῦ κρίματος ἐκείνου, ὅτι ’ἀντιλογίας ἐγείρει πᾶς κακός. ὁ δὲ Κύριος ἄγγελον ἀνελεήμονα ἐπιπέμπει αὐτῷ’.[138] Πληροφορείσθω δέ, ὅτι οὐκ ἀνθρώπῳ ἀντιλέγει ἢ ὑπακούει[139] ( . . . ) Καὶ κατανυγεὶς πρότερον,ἀπολογησάσθω καὶ οὕτως, ἐὰν ἐπιτραπῇ, ποιείτω τὸ ἔργον"[*].[140] Τὰ παραδείγματα εἶναι πολλὰ καὶ πάντοτε προτάσσεται ἡ ἐνίσχυση τῆς συνειδήσεως, ὡς ἐπιγνώσεως τοῦ θείου θελήματος. Αὐτὸ τὸ νόημα ἔχει ἡ ἐργασία, αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργον, καὶ ὄχι ἁπλῶς ἕνα ἀποτέλεσμα εἴτε ἀφορμὴ ἀπόλυτης συμμόρφωσης πρὸς τὴν κοινοβιακὴ πειθαρχία. Εἰδικὰ στὸ τελευταῖο παράδειγμα ποὺ χρησιμοποιήσαμε, ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Βασίλειος ἀφήνει νὰ αἰωρεῖται τὸ ἐνδεχόμενο νὰ μὴν ἐπιτραπεῖ στὸν ἀδελφὸ νὰ συνεχίσει τὴν ἐργασία του, φανερώνει τὴν πραγματοποίηση αὐτῆς ἀκριβῶς τῆς ἀπειλῆς, ὡςτιμωρίας πολὺ βαρύτερης ἀπὸ τὴν ἐπιβολὴ τῆς ἴδιας ἢ βαρύτερης ἐργασίας ἢ κάποιας ἄλλης τιμωρίας. Μποροῦμε νὰ τὸ καταλάβουμε αὐτό, ἂν θυμηθοῦμε τὴν ἔντονη σύνδεση τῆς ἐργασίας μὲ τὴ φιλανθρωπία, σύνδεση ἡ ὁποία, κατὰ τὸν Βασίλειο, ἀναφέρεται στὴν "μεγίστην καὶ σύντονον πρὸς σωτηρίαν ἐντολὴν" τῆς ἀγάπης.[141] Ἑπομένως, τὸ ἐπιτίμιο τῆς διακοπῆς τῆς ἐργασίας ἰσοδυναμεῖ κατ’ οὐσίαν μὲ ἀφορισμό, ἀλλὰ εἶναι παιδαγωγικότερο.[142] 

 

 

"Nihil quam mensam et cibos"

Ὁ Κασσιανὸς ἀναφέρει, πὼς ἡ συνήθεια νὰ διαβάζονται στὰ κοινόβια ἱερὰ κείμενα τὴν ὥρα τοῦ φαγητοῦ ξεκίνησε ἀπὸ τὴν Καππαδοκία καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, ὅπου ἁπλῶς τηρεῖται ἀπόλυτη σιωπή.[143]Ἰσχυρίζεται, καὶ μάλιστα "χωρὶς καμμιὰ ἀμφιβολία",[144]ὅτι οἱ Καππαδόκες κοινοβιάτες ἵδρυσαν τὸν συγκεκριμένο θεσμό, ὄχι τόσο γιὰ πνευματικὴ ἄσκηση, ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν ἔβρισκαν ἄλλο τρόπο νὰ ἐμποδίζουν τὶς συνομιλίες.[145] Πέραν, ὅμως, τοῦ ὅτι καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ πνευματικὴ ἄσκηση, ἡ συγκράτηση δηλαδὴ τῆς ἀργολογίας, ἡ σιγουριὰ τοῦ Κασσιανοῦ, στὴν ἐξήγηση τοῦ συγκεκριμένου θεσμοῦ τῆς Καππαδοκίας, ἐκπλήσσει, διότι στὸν Βασίλειο τουλάχιστον, ὁ ὁποῖος ἐπίσης ἀναφέρεται στὸ ἔθιμο αὐτό, ἡ ἐξήγηση εἶναι διαφορετική.[146]

      Ὁ Βασίλειος δὲν συσχετίζει τὰ "ἐν τῷ καιρῷ τῆς μεταλήψεως παραναγινωσκόμενα" μὲ τὶς ἐνδεχόμενες συνομιλίες μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν καὶ τὴ σιωπή, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀπόλαυση τῆς θείας γνώσης. Μάλιστα, δὲν ἀποτρέπει, οὔτε ἰσχυρίζεται πὼς ἡ συνήθεια τῶν ἀναγνώσεων ὑφίσταται γιὰ νὰ ἀποτρέπει, ἀπὸ τὴν ἡδονὴ τοῦ φαγητοῦ. Φρονεῖ, πὼς ἡ ἀπόλαυση τῶν ἀναγνωσμάτων ὑπερβαίνει τὴν ἀπόλαυση τοῦ φαγητοῦ, χωρὶς νὰ τὴν καταργεῖ. Ἐρωτώμενος, μὲ ποιά διάθεση καὶ προσοχὴ πρέπει οἱ ἀσκητὲς νὰ ἀκοῦν τὰ ἀναγνώσματα, ὁ Βασίλειος γράφει: 

"Περισσοτέρως ἢ μεθ’ οἵας ἡδονῆς ἐσθίομεν καὶ πίνομεν, ἵνα δειχθῇ ὁ νοῦς μὴ μετεωριζόμενος εἰς τὰς τοῦ σώματος ἡδονάς. ἐνευφραινόμενος δὲ πλέον τοῖς τοῦ Κυρίου ῥήμασι, κατὰ τὴν διάθεσιν τοῦ εἰπόντος. ’καὶ γλυκύτερα ὑπὲρ μέλι καὶ κηρίον’[147]"[*].[148] 

 Ἑπομένως, ἡ ἀπόλαυση τοῦ φαγητοῦ δὲν πρέπει νὰ ἀποσπᾶ τὴν προσοχὴ ἀπὸ τὸν ἱερὸ λόγο, πρέπει νὰ φθάσουν οἱ πιστοὶ στὴν ἀναγνώριση τῆς ὑψηλότερης ἡδονῆς τῆς Γραφῆς. Τὰ ἱερὰ ἀναγνώσματα εἶναι ἡδονικά, εἶναι ἀπολαυστικά, "γλυκύτερα ὑπὲρ μέλι καὶ κηρίον", δὲν ἀποτελοῦν ἁπλῶς ἀποτρεπτικὸ ἐφεύρημα ἐναντίον τῆς ἀργολογίας, ὅπως τὰ θέλει ὁ Κασσιανός. Φιληδονία δὲν εἶναι ἡ ἀπόλαυση ἀλλὰ ἡ ἐπιδίωξη τῆς ἀπόλαυσης, ὅπως καὶ ἐτυμολογικῶς συνάγεται. Οἱ ἀδελφοὶ δὲν καλοῦνται ἀπὸ τὸν Βασίλειο νὰ τρῶνε χωρὶς νὰ ἀπολαμβάνουν τὸ φαγητό, ἀλλὰ χωρὶς νὰ ἐπιδιώκουν αὐτὴ τὴν ἀπόλαυση, χωρὶς νὰ μετεωρίζονται, δηλαδὴ χωρὶς νὰ δίνουν στὴν ἀπόλαυση τοῦ φαγητοῦ περισσότερη σημασία ἀπ’ ὅση ἔχει - καὶ ἐπιπλέον: ὁ Βασίλειος καλεῖ τοὺς ἀσκητές του νὰ γίνουν φιλήδονοι γιὰ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ.[149] Τὸ φαγητὸ ἱκανοποιεῖ φυσικὴ ἀνάγκη, εἴτε δίνει ἀπόλαυση, εἴτε ὄχι, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀποκλειστικὴ λειτουργία του στὸν μοναστικὸ βίο.[150] Ἔτσι, ἄξιο μομφῆς θὰ ἦταν ἐπίσης τὸ νὰ ζητεῖ κάποιος ἀκόμη καὶ ἰδιαιτέρως ἀπεχθὲς φαγητό, διότι τὸ οὐσιῶδες εἶναι νὰ μὴν ἀσχολεῖται μὲ αὐτὸ τὸ θέμα: 

"καθόλου τὸ ἐπιζητεῖν βρῶμα παρ’ ἐντολήν ἐστι, τοῦ Κυρίου εἰπόντος. ’μὴ ζητεῖτε τί φάγητε καὶ τί πίητε. καὶ μὴ μετεωρίζεσθε’. καὶ καταπληκτικώτερον ἐπενεγκόντος. ’ταῦτα γὰρ πάντα τὰ ἔθνη ἐπιζητεῖ’.[151] Τοῦ δὲ ἐπιτεταγμένου ἐστὶ πληροῦν ἐπιμελῶς τό, ’διεδίδοτο δὲ ἑκάστῳ, καθότι ἄν τις χρείαν εἶχεν’[152]"[*].[153] 

Ἀκόμη καὶ ἂν κάποιος πιστεύει, πὼς χρειάζεται περισσότερη νηστεία ἢ ἀγρυπνία ἢ κάτι παρόμοιο, ὀφείλει νὰ τὸ ἀποκαλύψει στὸν προεστῶτα καὶ νὰ ἀφήσει σ’ ἐκεῖνον τὴν ἀπόφαση, διαφορετικὰ νοσεῖ τὸ πάθος τῆς κενοδοξίας.[154] Ὅτι τὸ φαγητὸ ἐξυπηρετεῖ τὶς ἀνάγκες τοῦ σώματος ἀποτελεῖ κοινὴ πεποίθηση τοῦ Βασίλειου καὶ τοῦ Κασσιανοῦ, ὥστε καὶ οἱ δύο διδάσκουν, πὼς πρέπει νὰ ἀποφεύγεται ἡ ὑπερβολικὴ νηστεία ὅπως καὶ ἡ γαστριμαργία.[155] Ὅμως ὁ Βασίλειος ἐπιμένει στὴν ἁρμοδιότητα τοῦ προεστῶτος νὰ ἀποφασίζει γιὰ τὰ ζητήματα αὐτὰ[156] καὶ τονίζει τὴ σημασία τοῦ ἑκούσιου τῆς νηστείας καὶ κάθε ἀρετῆς.[157] Συνδέει μάλιστα τὴ νηστεία μὲ τὴν ἀποβολὴ κάθε προσωπικοῦ θελήματος: 

"ἡ γὰρ ἐγκράτεια οὐκ ἐν ἀποχῇ ἀλόγων βρωμάτων ἐστίν ( . . . ) ἀλλ’ ἐν τελείᾳ ἀναχωρήσει τῶν ἰδίων θελημάτων".[158] 

Τὰ ἀναγνώσματα, ἑπομένως, βοηθοῦν νὰ τρώει ὁ ἀσκητὴς "εἰς δόξαν Θεοῦ", νὰ ἔχει τὴ συνείδηση ὅτι (καὶ) τὸ φαγητὸ ἀποτελεῖ εὐεργεσία τοῦ Θεοῦ, νὰ μὴ τρώει "ὡς ἀμέριμνος" ἢ "ὡς δοῦλος γαστρὸς δι’ ἡδονὴν" ἀλλὰ "ὡς ἔχων ἐπόπτην Θεόν ( . . . ) ὡς ἐργάτης Θεοῦ".[159]

     Πῶς συνεχίζει ὅμως ὁ Κασσιανός; Δικαιολογεῖ τὸ ἔθιμο τῆς Καππαδοκίας ἐπικαλούμενος τοὺς αἰγύπτιους![160] Διότι οἱ αἰγύπτιοι, γράφει, καὶ ἰδιαίτερα οἱ ταβεννησιῶτες, τηροῦν τόσο αὐστηρὴ σιωπὴ τὴν ὥρα τοῦ φαγητοῦ, ὥστε μόνον ὁ ὑπεύθυνος προσέχει ἂν κάτι χρειάζεται στὸ τραπέζι, καὶ τὸ ζητᾶ ὄχι μιλώντας ἀλλὰ μὲ νεύματα.[161] Οἱ αἰγύπτιοι τρῶνε μὲ τὶς κουκοῦλες χαμηλωμένες, ἔτσι ὥστε "δὲν μποροῦν νὰ βλέπουν τίποτα παρὰ μόνο τὸ τραπέζι καὶ τὸ φαγητὸ ποὺ εἶναι μπροστά τους". Ἐμποδίζονται ἔτσι νὰ παρατηροῦν πῶς καὶ τί τρῶνε οἱ ἄλλοι![162] Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο, λοιπόν, ὁ Κασσιανὸς υἱοθετεῖ καὶ προτείνει τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο, ἀπ’ ὅ,τι εἴδαμε πὼς ὁ Βασίλειος διδάσκει. Ἀντὶ τῆς μνήμης τοῦ Θεοῦ, οἱ ἀδελφοὶ ἔχουν πρὸ ὀφθαλμῶν τὸ φαγητό τους καὶ τὸ τμῆμα τῆς τράπεζας, τὸ ὁποῖο εἶναι κοντὰ στὰ σκεύη τους.

     Τελειώνοντας μὲ τὸ ζήτημα τοῦ φαγητοῦ, σημειώνουμε πὼς στὸ Inst. IV.18, ὁ Κασσιανὸς τονίζει, ὅτι οἱ ἀσκητὲς δὲν ἔτρωγαν παρὰ μόνο στὴν κοινὴ καὶ διατεταγμένη ὥρα, μολονότι στοὺς κήπους ὑπῆρχαν ἄφθονα φροῦτα καὶ θὰ μποροῦσαν εὔκολα νὰ ἱκανοποιήσουν τὸ πάθος τῆς λαιμαργίας. Αὐτὸ στοὺς Ὅρους τοῦ Βασιλείου προϋποτίθεται, ἀλλὰ δὲν συζητεῖται.[163] Ὅμως, στὸ ΚΠ ιθ’, ὁ Βασίλειος θεωρεῖ ἀδύνατον νὰ θεσμισθεῖ κοινὸς καιρός, τρόπος καὶ μέτρον τροφῆς, ἀναφέρει τὰ παραδείγματα τῶν ἀσθενῶν, τῶν ἐργαζόμενων καὶ τῶν ὁδοιπορούντων, καὶ ἀρκεῖται νὰ καταδικάσει τὴ λαιμαργία καὶ νὰ ὑπενθυμίσει, ὅτι "σκοπὸς μὲν κοινὸς ἔστω ἡ τῆς χρείας ἐκπλήρωσις". Καταλαβαίνουμε, συνεπῶς, ὅτι οἱ περιπτώσεις, κατὰ τὶς ὁποῖες ἡ κοινὴ ὥρα τοῦ φαγητοῦ ἔπρεπε νὰ παραβιασθεῖ, δὲν ἦταν καὶ τόσο σπάνιες στὰ κοινόβια τοῦ Βασιλείου, διαφορετικὰ θὰ τονιζόταν περισσότερο ἡ ἀνάγκη τηρήσεως συγκεκριμένης ὥρας, παρὰ ἡ ἀνάγκη παραβιάσεώς της.

 

 

Ὑπηρεσίες 

Στὸ Inst. IV.19 ὁ Κασσιανὸς γράφει, ὅτι σὲ ὁλόκληρη τὴν Ἀνατολή, συμπεριλαμβανομένης τῆς Καππαδοκίας, οἱ ἀδελφοὶ ἐναλλάσσονται ἀνὰ ἑβδομάδα στὶς διάφορες ὑπηρεσίες τοῦ κοινοβίου.[164]Ὁ ζῆλος τους, ὅμως, εἶναι τόσος, συνεχίζει ὁ Κασσιανός, ὥστε σηκώνονται τὴ νύκτα καὶ βοηθοῦν ὅσους ἔχουν τὴν εἰδικὴ ὑπηρεσία. Ἡ ἑβδομαδιαία ὑπηρεσία λήγει μὲ τὸ δεῖπνο τῆς Κυριακῆς. Στὴ σύναξη, ἡ ὁποία ἀκολουθεῖ μετὰ τὸ δεῖπνο, οἱ ἀπαλλασσόμενοι πλένουν τὰ πόδια τῶν ἀδελφῶν ζητώντας τὴν εὐλογία τους. Τὴ Δευτέρα, μετὰ τὸν Ὄρθρο, παραδίδουν τὰ σύνεργα τῆς συγκεκριμένης ὑπηρεσίας στοὺς ἀδελφούς, οἱ ὁποῖοι τοὺς διαδέχονται. Τὰ σύνεργα χρησιμοποιοῦνται μὲ τὴ μεγαλύτερη προσοχή, διότι καὶ τὰ πιὸ ἀσήμαντα θεωροῦνται ἱερὰ ἀντικείμενα, γιὰ τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἀπολογηθοῦν, ὄχι μόνο στὸν οἰκονόμο, ἀλλὰ στὸν ἴδιο τὸν Κύριο. Ἔτσι, κάθε ὑπηρεσία, ἀκόμη καὶ τὸ καθάρισμα τῶν δωματίων ἀπὸ τὴ σκόνη, κάθε φροντίδα γιὰ τὰ εἴδη, τὰ ὁποία ὑπάρχουν μέσα στὸ κοινόβιο, τὴ θεωροῦν ἱερὸ ἔργο, ποὺ θὰ ἀμοιφθεῖ ἀπὸ τὸν Κύριο.[165] Ἡ ἀμέλεια στὴ χρήση τῶν σκευῶν τιμωρεῖται αὐστηρά. Ὁ Κασσιανὸς ἀναφέρει τὴν περίπτωση τιμωρίας ἑνὸς μοναχοῦ μὲ δημόσια μετάνοια, ἐπειδὴ εἶχαν πέσει ἀπὸ τὰ χέρια του χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει τρεῖς κόκκοι φακές.[166]

      Ἂν καὶ ρητὰ προτείνει γιὰ τὴ Δύση ὡς ἀναγκαία[167] (necessario debere servari) τὴν τήρηση τοῦ συστήματος τῆς ἐναλλαγῆς στὶς ὑπηρεσίες, ὁ Κασσιανὸς δὲν παραλείπει νὰ διευκρινίσει, πὼς οἱ αἰγύπτιοι δὲν τὸ ἀκολουθοῦν. Αὐτὸ συμβαίνει ἐπειδὴ πρωταρχική τους μέριμνα (maxima cura) εἶναι ἡ ἐργασία, ἀπὸ τὴν ὁποία δὲν θὰ ἤθελαν νὰ ἀποσπῶνται, γιὰ νὰ ἐκπληρώνουν τὶς ὑποχρεώσεις ἑβδομαδιαίων ὑπηρεσιῶν. Διαπιστώνουμε, ἑπομένως, ἐδῶ διάσταση μεταξὺ τῆς προσωπικῆς ἐργασίας, ἡ ὁποία θεωρεῖται ὠφέλιμη γιὰ τὴν πρόοδο τοῦ ἀσκητῆ, καὶ τῆς ἐργασίας γιὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ κοινοβίου, ἡ ὁποία ἀντιμετωπίζεται μᾶλλον ὡς ἀγγαρεία. Ὁ Κασσιανὸς ἀναφέρει πῶς εἶχαν ρυθμίσει τὰ τοῦ μάγειρα, ὁ ὁποῖος ἦταν μόνιμος - "donec virtus eius vel aetas admittit". Ἄλλωστε, συμπληρώνει, ὁ κόπος τοῦ μάγειρα δὲν ἦταν μεγάλος, οἱ αἰγύπτιοι ἔτρωγαν κυρίως ξηρὲς καὶ ὠμὲς τροφές.

     Τὴν ἑβδομαδιαία ἐναλλαγὴ δὲν θὰ συναντήσουμε στὸν Βασίλειο. Κατὰ τὸν Βασίλειο ἡ ἐναλλαγή, εἴτε ἑβδομαδιαία εἴτε ὄχι, δὲν εἶναι μόνο περιττή, ἀλλὰ μᾶλλον δύσκολη, ἂν ὄχι ἀκατόρθωτη, ἀφοῦ λίγοι ἔχουν τὰ ἀπαιτούμενα προσόντα γιὰ τὶς διάφορες ὑπηρεσίες. Προτείνει, ὅμως, νὰ ἔχει ὁ ὑπεύθυνος τῆς ὑπηρεσίας ἕνα μαθητευόμενο, ὥστε νὰ μὴ προκληθεῖ ἀταξία, ὅταν παραστεῖ ἀνάγκη νὰ ἐκπληρώσει κάποιος ἄλλος τὸ συγκεκριμένο καθῆκον.[168] Βλέπουμε, συνεπῶς, ὅτι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποία ὁ Βασίλειος δίνει στὸν θεσμὸ τῆς μὴ ἐναλλαγῆς, εἶναι διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν ἑρμηνεία, τὴν ὁποία ἀναφέρει ὁ Κασσιανός, ἐξηγώντας τὸν παρόμοιο θεσμὸ τῶν αἰγυπτίων. Ὁ Βασίλειος, ὅμως, ἀποδέχεται τὴν ἐναλλαγὴ σὲ συγκεκριμένη ὑπηρεσία, ἡ ὁποία εἶχε δευτερεύουσα σημασία, ἐναλλαγὴ ὄχι ἑβδομαδιαία ἀλλὰ "ἐξ ἐφημερίας", κοντὰ στὸν μάγειρα, πιθανῶς διότι ὁ μάγειρας δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κάνει τὰ πάντα μόνος του.[169] Πρόκειται, βέβαια, γιὰ ἐναλλαγὴ βοηθοῦ καὶ ὄχι τοῦ ἴδιου τοῦ μάγειρα.

     Γιὰ τὸν Βασίλειο, ὅπως ἔχουμε ἤδη διαπιστώσει, ἀκόμη καὶ ἡ κοσμικὴ περιουσία τοῦ εἰσερχόμενου στὸ κοινόβιο θεωρεῖται περιουσία τοῦ Θεοῦ.[170] Ὁ Κασσιανός, στὰ κεφάλαια Inst. IV.19,20, ὅπου ἀντλεῖ ἀπὸ τὴν ἐκτὸς Αἰγύπτου Ἀνατολή, συμπεριλαμβανομένης τῆς Καππαδοκίας, γράφει, πὼς ἡ περιουσία τοῦ κοινοβίου θεωρεῖται ἀφιερωμένη στὸν Κύριο καὶ γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ διαφυλάσσεται μὲ τὴ μεγαλύτερη προσοχή. Ἂν ὁ Κασσιανός, στὸ θέμα τῆς περιουσίας, ἀκολουθοῦσε τὸν Βασίλειο, θὰ τὸν εἶχε χρησιμοποιήσει κάπως καὶ ὅταν ἀναφερόταν στὴν περιουσία τῶν κοσμικῶν, οἱ ὁποῖοι προσέρχονται γιὰ νὰ ἐνταχθοῦν στὴν κοινοβιακὴ ἄσκηση. Ἀκόμη, ὁ Βασίλειος προσθέτει καὶ ἄλλο ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖο δὲν ἀπαντᾶ στὸν Κασσιανό, ὅτι τὰ σκεύη δὲν πρέπει νὰ φυλάσσονται μόνο ἐπειδὴ ἀποτελοῦν περιουσία τοῦ Θεοῦ καὶ εἶναι ἱερά, ἀλλὰ καὶ ὡς ἐργαλεῖα, ἐπειδὴ χωρὶς αὐτὰ οἱ ἀσκητὲς δὲν θὰ μπορέσουν, "τὴν ὀφειλομένην ἄοκνον σπουδὴν ἐπιδείξασθαι".[171] Τέλος, ὑπάρχει στὸν Βασίλειο ἀλλὰ ἀπουσιάζει ἀπὸ τὸν Κασσιανό, ἡ διάκριση μεταξὺ "παραχρησάμενου" τὰ διάφορα σκεύη, ὁ ὁποῖος κρίνεται ἱερόσυλος, καὶ "ἀπολέσαντος", ὁ ὁποῖος κρίνεται αἴτιος ἱεροσυλίας.[172] Διαπιστώνουμε, ἑπομένως, στὴ συγκεκριμένη περίπτωση τὴν ὕπαρξη κοινῆς παράδοσης, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀντλοῦν ὁ Κασσιανὸς καὶ ὁ Βασίλειος, ἀλλὰ ὄχι ἐξάρτηση τοῦ πρώτου ἀπὸ τὸν δεύτερο. 



[1] Βλ. Inst. IV.1.

[2] Περισσότεροι ἀπὸ πέντε χιλιάδες, πληροφορεῖ ὁ Κασσιανός, διευθύνονται ἀπὸ ἕνα καὶ μόνο ἀββᾶ. Πρόκειται γιὰ τὸ γνωστὸ κοινοβιακὸ συγκρότημα, ποὺ εἶχε ἱδρύσει ὁ Παχώμιος. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ Chadwick, "Cassian never entered one of these houses. He knew of customs in them, the customs of the ’Tabennesiots’. But their distinction among monasteries, in Cassian’s eyes, was neither the common life nor the alliance of houses but the unusual strictness of the rule and the obedience of the monks"[*(John Cassian, σ. 55).

[3] Βλ. Inst. IV.2. Δὲν εἶναι, ὅμως, ἡ ἴδια ἡ μεταβολὴ τοῦ τόπου ἀσκήσεως ὅ,τι ἐνοχλεῖ τὸν Κασσιανό.Βλ. π.χ. Inst. IV καὶ Coll. XX, ὅπου ἐπαινεῖται ὁ ἀββᾶς Πiνούφιος γιὰ ταπεινοφροσύνη, ἐπειδὴ ἐγκατέλειψε κρυφὰ τὸ κοινόβιο, τοῦ ὁποίου μάλιστα προΐστατο, γιὰ νὰ ἀναζητήσει κάποια περιοχή, ὅπου θὰ ἦταν ἄσημος. Ὅ,τι ἐνοχλεῖ τὸν Κασσιανὸ εἶναι ἡ ἀναχώρηση ἀπὸ τὸ κοινόβιο γιὰ τὴν ἀποφυγὴ τῆς πειθαρχίας καὶ ὄχι γιὰ τὴν ἐπιδίωξή της. Πρβλ. τὸ Coll. XVIIII.2,ὅπου μέμφεται τοὺς δυτικοὺς μοναχούς, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσαν νὰ ἀντέξουν τὴν πειθαρχία τοῦ κοινόβιου οὔτε δύο χρόνια, ἐνῶ ἀκόμη καὶ σ’ αὐτὸ τὸ σύντομο χρονικὸ διάστημα δὲν ἦταν ὑπάκουοι.

[4] Βλ. Μ. Βασίλειος, Ἐπιστ. 199.18: "Οὐ γὰρ τὰς παιδικὰς φωνὰς πάντως κυρίας ἐπὶ τῶν τοιούτων ἡγεῖσθαι προσῆκεν, ἀλλὰ τὴν ὑπὲρ τὰ δέκα ἓξ ἢ δέκα καὶ ἑπτὰ γενομένην ἔτη, κυρίαν οὖσαν τῶν λογισμῶν, ἀνακριθεῖσαν ἐπὶ πλεῖον, εἶτα παραμείνασαν καὶ λιπαροῦσαν διὰ ἱκεσιῶν πρὸς τὸ παραδεχθῆναι, τότε ἐγκαταλέγεσθαι χρὴ ταῖς παρθένοις καὶ τὴν ὁμολογίαν τῆς τοιαύτης κυροῦν καὶ τὴν ἀθέτησιν αὐτῆς ἀπαραιτήτως κολάζειν".

[5] Αὐτόθι.

[6] Λοιδορίες δὲν προβλέπει οὔτε ὁ Κανόνας τοῦ Παχωμίου (βλ. Chadwick, John Cassian, σ. 56). Γιὰ τὴ σημασία τῆς perseverantia στὸν Κασσιανό, βλ. Vogüé, "To persevere..., σ. 132 κ.ἑ. Σωστὰ παρατηρεῖ ὁ de Vogüé, ὅτι ἡ δεκαήμερη πρώτη δοκιμασία προϊδεάζει γιὰ ἀνάλογη σκληρότητα κατὰ τὴν ἰσόβιο, ἐντὸς τοῦ κοινοβίου, ἄσκηση (βλ. ἔνθ. ἀν., σ. 133).

[7] Βλ. Inst. IV.3.

[8] Πρβλ. Coll. XVIII.2, ὅπου ὁ ἀββᾶς Πιαμοὺν μιλάει γιὰ ἐπισκέπτες στὰ ἀσκητήρια τῆς Αἰγύπτου, "vitandae egestatis necessitate".

[9] Στὸ Coll. XVIII.11, ὁ ἀββᾶς Πιαμοὺν δiακρίνει μὲ σαφήνεια μεταξὺ τῆς ψευδοταπείνωσης καὶ τῆς πραγματικῆς ταπείνωσης, ἡ ὁποία εἶναι ἀρετὴ τῆς ψυχῆς καὶ δὲν ἐκδηλώνεται οὔτε μὲ τὰ λόγια οὔτε μὲ τὴν ταλαιπωρία τοῦ σώματος. Ἐκεῖ, ὅμως, ὁ Κασσιανὸς δὲν ἀναφέρεται στὰ τῆς ὑποδοχῆς νέων ἀσκητῶν.

[10] Βλ. ΚΠ ι’.

[11]Βλ.Amand de Mendieta, "Le système cénobitique..., σ. 38.

[12] Τὸν παραλληλισμὸ τῶν κοινοβίων τοῦ Παχωμίου μὲ στρατόπεδα χρησιμοποιεῖ ἐπίσης ὁ Amand de Mendieta, ὁ ὁποῖος θεωρεῖ ὡς μία ἀπὸ τὶς συνεισφορὲς τοῦ Βασιλείου τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ αὐτὸ τὸ πρότυπο (βλ. Amand de Mendieta, "Le système cénobitique..., σ. 39 κ.ἑ. Πρβλ. Angeli, Basilio di Cesarea, σ. 57, ὅπου ὑπάρχουν οἱ ἴδιοι ἀκριβῶς παραλληλισμοί).

[13] Πρβλ. τὴν τέταρτη καὶ τὴν ἑνδέκατη ὁμιλία τοῦ ἁγ. Γρηγορίου Νύσσης στὸ ᾄσμα ᾀσμάτων, ὅπου ὁ Χριστὸς παρομοιάζεται μὲ μηλιά, στὸν ἴσκιο τῆς ὁποίας οἱ πιστοὶ ἀναπαύονται.

[14] Βλ. Inst. IV.1.

[15] Βλ. Inst. IV.3.

[16] Βλ. Inst. IV.2,3.

[17] Βλ. ΚΠ ι’.

[18] Βλ. Ματθ. 19.16 κ.ἑ.

[19] Βλ. ΚΠ ι’.

[20] Αὐτόθι.

[21] Αὐτόθι.

[22] Αὐτόθι.

[23] Αὐτόθι.

[24] Πρβλ. Η ξβ’.1, ὅπου οἱ πειρασμοὶ θεωροῦνται χρήσιμοι καὶ μάλιστα ἀπαραίτητοι, ἀλλὰ προέρχονται πάντοτε ἀπὸ ἀπίστους καὶ κατ’ ἀνάγκην, ὥστε δὲν μποροῦν καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀποτελέσουν μέθοδο ἀσκήσεως. Πρβλ. ἐπίσης τὸ ξβ’.2: "ὅτι οὐ δεῖ ἑαυτὸν ἐπιρρίπτειν πειρασμοῖς πρὸ καιροῦ τῆς τοῦ Θεοῦ συγχωρήσεως, ἀλλὰ καὶ προσεύχεσθαι μὴ ἐμπεσεῖν εἰς πειρασμόν"[*].

[25] Πρβλ. Elm, ’Virgins of God’..., σ. 62: "However, contrary to what one might expect from a man considered one of the principal founders of monasticism, Basil’s work is not primarily concerned with matters of monastic organization. Indeed, references to strictly structural and organizational aspects of the ascetic life occur only sporadically".

[26] Πρβλ. JeanGribomont, Saint Basile, εἰς Théologie de la vie monastique...,σ. 110, ὅπου ὑποστηρίζεται πὼς ἡ ἔνταξη στὴν ἀδελφότητα, σύμφωνα μὲ τὸν Βασίλειο, "δὲν ἔχει καμμία σχέση μὲ τὴν αἰγυπτιακὴ νοοτροπία τῆς προσωπικῆς ὑποταγῆς σὲ ἕνα πνευματικὸ πατέρα, τὸν ἡγούμενο".

[27] Βλ. Inst. IV.32-43. Ὁ ἀββᾶς Πινούφιος εἶναι ὁμιλητὴς καὶ στὴν 20ὴ Συμβολή(βλ. Coll. XX.1-12).

[28] Ὁ Κασσιανός, στὰ σχετικὰ μὲ τὴν ὑποδοχὴ καὶ δοκιμασία κεφάλαια, δὲν μιλάει γιὰ ὅρκο. Τὸ Inst. IV.33 ὑπαινίσσεται τὴ χρήση ὅρκου κατὰ τὴν ἔνταξη στὴν ἀδελφότητα, ἀλλὰ δὲν διευκρινίζει πότε καὶ πῶς δίνεται ὁ ὅρκος. Ἂν ὁ Κασσιανὸς καταγράφει μὲ ἀκρίβεια τὰ λόγια τοῦ Πινούφιου, γιὰ τὸ ὁποῖο καθόλου δὲν μποροῦμε νὰ εἴμαστε σίγουροι, τότε ὁ ὅρκος δινόταν ἀμέσως μετὰ τὴ δεκαήμερη δοκιμασία, δηλαδὴ πρὶν ἀρχίσει ἡ δοκιμασία τοῦ ἑνὸς ἔτους, τὸ ὁποῖο, ὅμως, εἶναι παράλογο. Ἑπομένως, εἴτε ὁ Κασσιανὸς διαστρεβλώνει τὰ λόγια τοῦ Πινούφιου εἴτε ὁ τελευταῖος, προσπαθώντας νὰ δείξει στὸν ὑποψήφιο μοναχὸ τὶς εὐθύνες του, ὀλισθαίνει σὲ χρονικὸ ἅλμα. Ὑπάρχει, τέλος, τὸ ἐνδεχόμενο νὰ μὴ δινόταν ὅρκος ἀλλὰ ὡς τέτοιος νὰ λογιζόταν ἡ ἴδια ἡ ἐπιθυμία τῆς εἰσόδου στὸ κοινόβιο, τὸ ὁποῖο φαίνεται πιθανότερο. Κάτι τέτοιο, ὅμως, εἶναι τόσο ἀσαφές, ὥστε οὐσιαστικὰ μπορεῖ νὰ θεωρεῖται πὼς ὁ ὅρκος δινόταν, ἀλλὰ χωρὶς ἀκόμη νὰ γίνεται ἀποδεκτός, ἤδη ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ κάποιος ἔκρουε τὴν θύρα τοῦ κοινοβίου ζητώντας νὰ ἀφιερωθεῖ στὸν Θεό. Αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία δικαιολογεῖ καλύτερα τὴν ἀρχικὴ ἐκτὸς τῶν πυλῶν δοκιμασία τῶν ταβεννησιωτῶν, ἀλλὰ δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν κατοπινὴ ἐτήσια δοκιμασία.

[29] Βλ. Inst. IV.33.

[30] Βλ. Inst. IV.34.

[31] Βλ. Inst. IV.7.

[32] Στὸ Inst. IV.8, λέγεται καθαρὰ πὼς ἡ δοκιμασία τοῦ ἑνὸς ἔτους ἔχει σκοπὸ νὰ ἀποδείξει, ἂν ὁ δόκιμος μπορεῖ νὰ παραμείνει στὸ κοινόβιο.

[33] Πρβλ. τὴν Ἐπιστ. 199 πρὸς τὸν Ἀμφιλόχιο Ἰκονίου (δευτέρα κανονική), ὅπου ὁ Βασίλειος μιλάει γιὰ τὴν ὁμολογία τῶν παρθένων: "Τὰς δὲ ὁμολογίας τότε ἐγκρίνομεν, ἀφ’ οὗπερ ἂν ἡ ἡλικία τὴν τοῦ λόγου συμπλήρωσιν ἔχῃ". Προηγεῖται καὶ πάλι μακρὰ περίοδος ἐξέτασης τῆς συνείδησης. Γιὰ τὴν ὁρολογία τῶν ἐπιστολῶν τοῦ Βασιλείου σχετικὰ μὲ τὸν ὅρκο, βλ. Gain, L’Église de Cappadoce..., σ. 140, σημ. 68.

[34] Πρβλ. Morison, St. Basil and his rule..., σ. 91.

[35] Βλ. Δευτ. 19.15 καὶ Ματθ. 18.16.

[36] Βλ. ΚΠ ιε’.

[37] Βλ.Amand de Mendieta, "Le système cénobitique..., σ. 50. (Σύμφωνα μὲ τὸν ἴδιο ἐρευνητή, δὲν εἶναι τολμηρὸ νὰ ἀποδοθεῖ στὸν Βασίλειο ἀκόμη καὶ ἡ πρώτη ὀργάνωση αὐτοῦ ποὺ ἀργότερα ἔγινε ὁ βυζαντινὸς κύκλος προσευχῶν -"office byzantin"-· βλ. ἔνθ. ἀν., σ. 52· πρβλ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία Β’, σ. 363). Πρβλ. Ἐπιστ. 199 τοῦ Βασιλείου (πιθανῶς τῆς περιόδου 374-375· βλ. Hauschild, Basilius von Caesarea..., σ. 243), ἀπ’ ὅπου συνάγεται, πὼς ἐκείνη τὴν περίοδο δὲν εἶχε ἀκόμη θεσμοθετηθεῖ ὁ ὅρκος, τὸ ὁποῖο καὶ προτείνει ἐκεῖ ὁ Βασίλειος. Ὁ ὅρκος, ὅμως, τῶν παρθένων καὶ τῶν χηρῶν ὑπῆρχε ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Παύλου (βλ. Μ. Βασίλειος, Ἐπιστ., τόμ. 1, σ. 206, σημ. 3) καί, τουλάχιστον κατὰ τὸν τρίτο αἰώνα μ.Χ., δινόταν ἐνώπιον τοῦ ἐπισκόπου (βλ. Aumann, "Origins of monasticism", σ. 6). Πολὺ σημαντικὴ εἶναι ἡ παρατήρηση τοῦ de Vogüé γιὰ τὴ διπλὴ κατεύθυνση τοῦ ὅρκου στὸν Βασίλειο: πρόκειται γιὰ ὅρκο πρὸς τὸν Θεὸ (πρβλ. ΚΠ ιδ’ καὶ ιε’) ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς συνασκητές (πρβλ. ΚΠ λϚ’). Βλ. Vogüé, "The greater rules..., σ. 57. Ἡ παρατήρηση αὐτὴ εἶναι σημαντική, διότι φανερώνει πόσο ἐναρμονίζεται στὴ σκέψη τοῦ Βασίλειου ἡ διπλὴ λειτουργία τῆς ἀδελφότητας, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας, ὡς σώματος τοῦ Χριστοῦ καί, ταυτοχρόνως, ὡς τοῦ συνόλου τῶν διακεκριμένων, προσωπικῶν, σχέσεων πρὸς τὸν Θεό, ὁπότε καὶ μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθεῖ ἡ εἰκόνα τῶν ἀθλητῶν τοῦ Χριστοῦ. Πρβλ. ΚΠ ιϚ’. Πρβλ. ἀκόμη Elm, ’Virgins of God’..., σ. 66. Γιὰ τοὺς μοναχοὺς ὡς ἀθλητὲς τοῦ Χριστοῦ, βλ. Malone, The monk and the martyr..., σ. 69 κ.ἑ. Εἰδικότερα γιὰ τὸν Μ. Βασίλειο, βλ. ἔνθ. ἀν., σ. 77 κ.ἑ., καὶ γιὰ τὸν Κασσιανὸ σ. 85 κ.ἑ. Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ, πὼς κανένα ἀπὸ τὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιεῖ ὁ Malone ἀναφερόμενος στὸν Μ. Βασίλειο, δὲν προέρχεται ἀπὸ τὰ ἀσκητικά του, καὶ ὅτι οἱ ἀναφορὲς τοῦ Κασσιανοῦ στὴν εἰκόνα τοῦ ἀθλητῆ εἶναι πολὺ περισσότερες, μάλιστα ὅταν ἐγκαταλείπει τὰ τέσσερα βιβλία τῶν Θεσμῶν καὶ ἀσχολεῖται μὲ τὰ ὀκτὼ κύρια ἁμαρτήματα. Κατὰ τὸν Loveren, "Origen was the first to apply this image to the ascetic life" (βλ. Loveren, "Once again: ’The Monk..., σ. 537, σημ. 20. Πρβλ. Ὠριγένους, Εἰς μαρτύριον προτρεπτικὸς 21, ὅπου ἡ διάκριση μεταξὺ "ἐν φανερῷ" καὶ "ἐν κρυπτῷ" μαρτυρίου.

[38] Βλ. KE ρπζ’.

[39] Ὁ Κασσιανός, στὸ Inst. IV.20, δὲν ἀναφέρεται στὴν κοσμικὴ περιουσία, τὴν ὁποία πιθανὸν εἶχε προηγουμένως ὁ μοναχός, ἀλλὰ σὲ ὅ,τι διαχειρίζεται μετὰ τὴν ἀποδοχή του στὸ κοινόβιο καὶ στὴν κοινοβιακὴ περιουσία ἐν γένει.

[40] Πρβλ. Η μθ’.

[41] Ὄχι μόνο μὲ τὴν τόσο προσεκτικὴ ρύθμιση τῶν περιουσιακῶν ἐκκρεμμοτήτων, ἀλλὰ ἐπίσης μὲ τὴ θεώρηση τῆς περιουσίας ὡς κατ’ ἀρχὴν ἀγαθοῦ. Πρβλ. KE Ϟβ’, ὅπου ὁ Βασίλειος ἐπαναλαμβάνει, "ὅτι ἡ ἐντολὴ τοῦ Κυρίου οὐχὶ ῥίπτειν ὡς κακὰ τὰ ὑπάρχοντα καὶ φεύγειν, ἀλλὰ οἰκονομεῖν ἐπαίδευε", διευκρινίζοντας: "Καὶ κατακρίνεταί τις, οὐχ ὅτι ἔσχεν ὅλως, ἀλλ’ ὅτι κακῶς ἐφρόνησε περὶ αὐτῶν ἢ ὅτι μὴ καλῶς ἐχρσατο αὐτοῖς. Ἡ γὰρ ἀπροσπαθὴς καὶ ὑγιὴς περὶ αὐτὰ διάθεσις, καὶ ἡ κατ’ ἐντολὴν αὐτῶν οἰκονομία πρός τε πολλὰ καὶ ἀναγκαιότατα ἡμῖν συμβάλλεται". Στὶς ἔννοιες τῆς χρήσης καὶ τῆς παράχρησης ἔχει ἐπιμείνει, ὡς γνωστόν, καὶ ὁ Μάξιμος Ὁμολογητής.

[42] Ἡ ἰδιαίτερη ἔμφαση τοῦ Κασσιανοῦ στὴ σημασία, τὴν ὁποία ἔχει ἡ πτωχεία γιὰ τοὺς εἰσαγόμενους στὸ κοινόβιο, πιθανῶς νὰ ὀφείλεται καὶ στὸ γεγονός, ὅτι ὁ τότε ἀναπτυσσόμενος στὴ Δύση μοναστικὸς βίος εἴλκυε πολλοὺς νέους εὐγενικῆς καταγωγῆς (βλ. Montalembert, The monks of the West..., σ. 290 κ.ἑ). Μεταφέρω ἐδῶ τὴν παραπομπὴ τοῦ Montalembert στὸν Ἱερώνυμο ( Ἐπιστ. 24): "Τότε σπάνιοι οἱ σοφοί, ἰσχυροί, εὐγενεῖς Χριστιανοί, τώρα πολλοὶ μοναχοὶ σοφοί, ἰσχυροί, εὐγενεῖς" (Tunc rari sapientes, potentes, nobiles Christiani: nunc multi monachi sapientes, potentes, nobiles). Γιὰ τὴ συνεισφορὰ τοῦ Ἱερώνυμου, τοῦ Ἀμβρόσιου καὶ τοῦ Αὐγουστίνου στὴν ἀνάπτυξη τοῦ μοναχισμοῦ στὴ Δύση, βλ. Montalembert, ἔνθ. ἀν., σ. 319 κ.ἑ.

[43] Βλ. Inst. IV.5.

[44] Βλ. Inst. IV.6.

[45] Βλ. Inst. IV.7. Πρβλ. Ἔξ. 18.25 (τὸ χωρίο αὐτὸ πουθενὰ δὲν χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τὸν Βασίλειο). Τὸν θεσμὸ τοῦ δέκαρχου υἱοθέτησε ἐπίσης ὁ ἅγ. Βενέδικτος (βλ. Benedicti Regula 21).

[46] Βλ. ΚΠ ι’.

[47] Βλ. Coll. XXI.9-10. Πρβλ. Coll. XXI.33, ὅπου ὁ ἀββᾶς Θεωνᾶς δηλώνει, πὼς ἡ ἁμαρτία εἶναι ζωντανὴ σὲ κάποιον ποὺ ἀγαπάει τὸν γάμο.

[48] Εἶναι περίεργο, πῶς ὁ Κων. Καρακόλης γράφει: "Φαίνεται ὅτι ὁ Βασίλειος ἐνέκρινε τὴν προσχώρησιν εἰς τὴν μοναστικὴν ζωὴν καὶ ἐκείνων τῶν ἐγγάμων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὴν συγκατάθεσιν τοῦ ἢ τῆς συζύγου" (Μ. Βασιλείου Ἀσκητικὰ Α’, σ. 248, σημ. 112). Δὲν ὑπάρχει, ὅμως, καμμία ἀσάφεια στὸ κείμενο τοῦ Βασιλείου: "Καὶ τοὺς ἐν συζυγίᾳ δὲ γάμου τοιούτῳ βίῳ προσερχομένους ἀνακρίνεσθαι δεῖ, εἰ ἐκ συμφώνου τοῦτο ποιοῦσι κατὰ τὴν διαταγὴν τοῦ Ἀποστόλου (’τοῦ γὰρ ἰδίου σώματος’, φησίν, ’οὐκ ἐξουσιάζει’)"[*]. Μάλιστα, ὁ Βασίλειος θεωρεῖ τόσο ἐπιλήψιμη τὴν ἀντίθετη στάση, ὥστε ὁρίζει περαιτέρω: "καὶ οὕτως ἐπὶ πλειόνων μαρτύρων δέχεσθαι τὸν προσερχόμενον". Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖο ἴσως δημιουργεῖ κάποια ἑρμηνευτικὴ δυσκολία εἶναι τὸ μέσο τμῆμα τοῦ Ὅρου: "Εἰ δὲ διαστασιάζοι τὸ ἕτερον μέρος καὶ διαμάχοιτο..." ἕως "...τῆς γὰρ πρὸς Θεὸν ὑπακοῆς οὐδὲν προτιμότερον". Ἡ δυσκολία προέρχεται ἀπὸ τὴ χρήση τοῦ βιβλικοῦ "εἴ τις ἔρχεται πρός με καὶ οὐ μισεῖ...". Ἀλλὰ μόνο ἂν ἀπομονώσει κάποιος αὐτὸ τὸ χωρίο μπορεῖ, ἴσως, νὰ ἰσχυρισθεῖ, ὅτι ὁ Βασίλειος δὲν ἀπορρίπτει τὴ μονομερῆ διάλυση τοῦ γάμου. Μέσα στὰ συμφραζόμενα, ὅμως, εἶναι προφανές, ὅτι ὁ Βασίλειος χρησιμοποιεῖ τὴ συγκεκριμένη περικοπὴ γιὰ νὰ δείξει, πὼς τὸ "διαστασιάζον" μέλος δὲν μπορεῖ νὰ ὑποχρεωθεῖ νὰ ἀσκητεύσει, πὼς ὁ γάμος δὲν μπορεῖ νὰ καταλυθεῖ, ἂν δὲν ὑπάρχει ἑκούσιο ’μίσος’ τῶν κατὰ κόσμον σχέσεων. Ἂν δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ σωστὴ ἑρμηνεία τοῦ κειμένου, τότε τὸ πρῶτο τμῆμα τοῦ Ὅρου γίνεται τελείως ἀκατανόητο, διότι πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ Βασίλειος νὰ ὁρίζει τὴν ἀνάγκη ἀκόμη καὶ τῆς ὑπάρξεως μαρτύρων, γιὰ τὴν ἐπιβεβαίωση μίας συμφωνίας, τὴν ὁποία ὁ ἴδιος στὴν ἀμέσως ἑπόμενη περίοδο τοῦ κειμένου του πρόκειται νὰ καταλύσει; Πρβλ. Η ογ’. Πρβλ. ἐπίσης Pourrat, Christian Spirituality, σ. 90 καὶ Gribomont, "Saint Basile..., σ. 131.

[49] Βλ. Inst. IV.8, ΚΠ ι’.

[50] Περαιτέρω, ὁ Βασίλειος, καὶ ὄχι ὁ Κασσιανός, ἀναφέρει τὶς περιπτώσεις ἀποδοχῆς δούλων, συζύγων καὶ παιδιῶν.

[51] Βλ. Inst. IV.16. Πρβλ. Inst. IV.24.

[52] Βλ. Inst. IV.23-29. Ὁ Κασσιανὸς δηλώνει, πὼς δὲν θὰ ἀναφέρει παρὰ μόνο ἐλάχιστα ἀπὸ τὰ πολλὰ παραδείγματα τέτοιας ὑπακοῆς, γιὰ τὴν ὁποία ὁ ἀββᾶς Ἰωάννης τῆς Λυκοπόλεως ἀνταμοίφθηκε ἀκόμη καὶ μὲ τὸ χάρισμα τῆς προφητείας (βλ. Inst. IV.23). Ὁ γέροντας τοῦ Ἰωάννη τοῦ ἀνέθετε πολλά, "ὑπερβολικὰ καὶ τελείως ἄχρηστα καὶ ἀνέφικτα", καθήκοντα (οἱ χαρακτηρισμοὶ εἶναι τοῦ ἴδιου τοῦ Κασσιανοῦ), ὅπως τὸ νὰ ποτίζει ἕνα ξερὸ κλαδὶ δύο φορὲς τὴν ἡμέρα, γιὰ νὰ βγάλει ρίζες καὶ νὰ γίνει δένδρο (Inst. IV.24), νὰ πετάξει ἀπὸ τὸ παράθυρο τὸ τελευταῖο τους ἀπόθεμα σὲ λάδι (IV.25), νὰ κυλήσει ἕνα βράχο, τὸν ὁποῖο ἕνα πλῆθος ἀνδρῶν δὲν μποροῦσαν νὰ μετακινήσουν (Inst. IV.26). Ὁ ἀββᾶς Πατερμούκιος ἔγινε δεκτὸς στὸ μοναστήρι μαζὶ μὲ τὸν ὀκτάχρονο γιό του. Γιὰ νὰ φανερώσει τὴν ὑπακοή του, ὁ Πατερμούκιος ὑποχρεώθηκε νὰ βλέπει τὸ παιδί του ντυμένο μὲ κουρέλια καὶ τόσο βρώμικο ποὺ νὰ προκαλεῖ ἀηδία, νὰ βλέπει νὰ τὸ δέρνουν διάφοροι (colaphis atque alapis expositus diversorum) χωρὶς κανένα λόγο (innocenti parvulo). Ποτὲ δὲν εἶδε τὸ παιδί, "χωρὶς τὰ μάγουλά του νὰ εἶναι λερωμένα ἀπὸ τὰ δάκρυα", καὶ τέλος διετάχθη ἀπὸ τὸν ἡγούμενο νὰ τὸ πετάξει στὸ ποτάμι, πράγμα τὸ ὁποῖο ἔκανε χωρὶς νὰ διστάσει καθόλου καὶ ταχύτατα (confestim celeri cursu· βλ. Inst. IV.27). Ἡ πράξη αὐτὴ ἄρεσε τόσο στὸν Θεό, ὥστε ἀποκάλυψε στὸν ἡγούμενο, πὼς ὁ Πατερμούκιος ἔκανε τὴν πράξη τοῦ Ἀβραάμ. Ἔτσι ὁ ἡγούμενος ἐπέλεξε τὸν Πατερμούκιο νὰ τὸν διαδεχθεῖ, ὅταν θὰ πέθαινε (Inst. IV.28). Ἕνας ἄλλος μοναχός, εὐγενοῦς καταγωγῆς, διετάχθη νὰ πωλήσει δημοσίως 10 καλάθια, "τὰ ὁποῖα δὲν ἦταν ἀπαραίτητο νὰ πωληθοῦν δημοσίως" (quas [sc. sportas] necesse non erat publice venditari"[*])· βλ. Inst. IV.29. Πρβλ. Vitae Patrum, V.14,12: "Ἔλεγαν οἱ γέροντες: διότι ὅποιος ἔχει πίστη σὲ κάποιον, καὶ τοῦ παραδίδεται μὲ ὑποταγή, δὲν ὀφείλει νὰ τηρεῖ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ νὰ ἐναποθέτει ὅλη του τὴ θέληση στὸν πνευματικό του πατέρα· γιατὶ ἂν τὸν ὑπακούει στὰ πάντα δὲν διατρέχει κίνδυνο ἀπέναντι στὸν Θεό" (Dicebant senes: quia quis habet in aliquo fidem, et tradit se ei ad subjectionem, non debet attendere mandatis Dei, sed patri suo spirituali omnem voluntatem suam committere; quia illi per omnia obediens non incurrat peccatum apud Deum")[*]. Τὸ ἀπόφθεγμα ἀντιγράφω ἀπὸ τὸν Pourrat, Christian Spirituality, σ. 92, σημ. 3.

[53] Βλ. Inst. IV.10.

[54] Πρβλ. Inst. IV.12.

[55] Πρβλ. Colombás, "The ancient concept..., σ. 96: "In Basil’s mind, there is no basis for monasticism other than Scripture, and, consequently, in drawing up his rules he does not claim to be furnishing his disciples with legislative documents but simply with interpretations of the Bible".

[56] Βλ. ΚΠ ζ’. Πρβλ. Ἐφ. 4.4,15, Ρωμ. 12.5. Βλ. καὶ πιὸ κάτω: "πῶς δυνάμεθα ἀπεσχισμένοι καὶ διῃρημένοι σῴζειν τὴν τῶν μελῶν πρὸς ἄλληλα σχέσιν τε καὶ ὑπηρεσίαν, ἢ τὴν ὑποταγὴν πρὸς τὴν κεφαλὴν ἡμῶν, ἥτις ἐστὶν ὁ Χριστός;"[*]. Πρβλ. ἐπίσης ΠΚΘ 3: "κρατούσης δηλονότι καὶ συναπτούσης ἕκαστον τῷ ἄλλῳ πρὸς ὁμόνοιαν τῆς μιᾶς καὶ μόνης ἀληθῶς κεφαλῆς, ἥτις ἐστὶν ὁ Χριστός"[*]. Πρβλ. Μουρατίδης, Χριστοκεντρικὴ ποιμαντική..., σ. 20 κ.ἑ.

[57] Βλ. ΚΠ μζ’. Πρέπει νὰ τονίσουμε ἐδῶ, ὅτι ἐφόσον δὲν θίγεται ἡ ἀλήθεια τῆς Γραφῆς, γιὰ τὸν Βασίλειο ἡ ὑπακοὴ πρέπει νὰ εἶναι ἀπόλυτη, ὑπακοὴ μέχρι θανάτου: "κἂν ὑπὲρ δύναμιν τὸ ἐπίταγμα εἶναι δοκῇ, ἐπιρρίψας [ἐνν. ὁ διαταχθεὶς] τὸ κρῖμα τῷ παρὰ δύναμιν ἐπιτάσσοντι, τὸ εὐπειθὲς καὶ ὑπήκοον ἄχρι θανάτου ἐπιδεικνύσθω, μεμνημένος τοῦ Κυρίου, ὅτι ἐγένετο ’ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ’"λ. ΚΠ κη’). Ἐκεῖνο ποὺ ἀρνεῖται, δηλαδή, ὁ Βασίλειος σὲ μία παράλογη ἐντολή, εἶναι τὸ παρὰ τὴν ἀλήθειαν καὶ ὄχι τόσο τὸ παρὰ δύναμιν. Τὸ τελευταῖο καταδικάζεται, ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία τοῦ ἐπιτάσσοντος δὲν θέτει σὲ κίνδυνο τὴ σωτηρία τοῦ ἀσκουμένου. Σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση, ὁ ἀποδέκτης τοῦ προστάγματος κινδυνεύει περισσότερο, ἂν ἀφήσει τὸν ἑαυτό του νὰ ὁδηγηθεῖ στὴν ἀπείθεια. Πρόβλημα, ὅμως, τοῦ Βασίλειου δὲν εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἀνυπακοή, ἀλλὰ ὅσα ἡ ἀνυπακοή προϋποθέτει: "πίστεως [πρὸς τὸν ἐπιτάσσοντα] νόσον, ἐλπίδος [στὶς ἐπαγγελίες τοῦ Θεοῦ] ἐνδοιασμόν, ὄγκον τε καὶ ὑπερηφανίαν ἤθους(ΚΠ κη’).

[58] Βλ. ΚΠ μζ’. Πρβλ. Ἐπιστ. 22.2, ὅπου ὁ Βασίλειος ἐπιτρέπει τὸν ἔλεγχο μόνο "κατ’ ἰδίαν", διάταξη ἡ ὁποία ἐπιδιώκει τὴν προφύλαξη τῆς εὐταξίας. Προφανῶς ὁ Βασίλειος, μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου μετέβαλε ἄποψη στὸ συγκεκριμένο ζήτημα.

[59] "ἢ τῷ προέχοντι ἀνατίθεσθαι"λ. ΚΠ μθ’).

[60] Ἤδη τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Βασίλειος δὲν ἔχει δεχθεῖ ἐπιρροὲς ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, ἐπιβεβαιώνει, πιστεύουμε, ὅτι εἶχε ἀπορρίψει τὸ συγκεκριμένο ἀσκητικὸ πρότυπο.

[61] Πρβλ. Gribomont, "The commentaries..., σ. 243. Ἂν μάλιστα σκεφθοῦμε, πὼς αὐτὸ τὸ κάνει ἀναφερόμενος στὸν κατ’ ἐξοχὴν χῶρο τῆς ὑπακοῆς, στὸν μοναστικὸ βίο, μποροῦμε νὰ εἰκάσουμε ποιά θὰ ἦταν ἡ στάση του, ἂν ἐπρόκειτο νὰ συζητήσει τὸ ἐνδεχόμενο ὑποταγῆς σὲ δῆθεν ἀλάθητο ὁρισμένων ἱερέων. Πρβλ. Η οβ’.1, συγγενὲς μὲ τὸ ΚΠ μζ’, ἀλλὰ καὶ τὸ Η οβ’.2, ὅπου ὁ Βασίλειος προτρέπει τοὺς πιστοὺς κάθε Ἐκκλησίας, ἐφόσον δὲν ἔχουν καλὴ γνώση τῶν Γραφῶν, νὰ μὴ χάνουν οὔτε τότε τὴν κριτικὴ στάση τους, ἀλλά, "ἐν τοῖς καρποῖς τοῦ Πνεύματος γνωρίζειν τὸν χαρακτῆρα τῶν ἁγίων· καὶ τοὺς μὲν τοιούτους δέχεσθαι, τοὺς δὲ ἄλλως ἔχοντας ἀποστρέφεσθαι"[*].

[62] Βλ. ΚΠ νβ’. Ἐξαιρετικὸ ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ἡ θέση τοῦ Βασιλείου, ὅτι ἀκριβῶς ἐπειδὴ ὁ προεστὼς χρησιμοποιεῖται ὡς κανόνας τοῦ βίου, ὀφείλουν οἱ ὑπόλοιποι νὰ τὸν διορθώνουν ὅποτε σφάλλει (βλ. ΚΠ κζ’).

[63] Χρησιμοποιεῖ τὸν ὅρο "ἀββᾶς", ὁ ὁποῖος, κατὰ τὸν Chadwick, εἶχε καταστεῖ ἤδη τεχνικὸς ὅρος, ἂν καὶ συνέχιζε νὰ χρησιμοποιεῖταιἐπίσης, "in a personal sense to mean a holy man" (John Cassian, σ. 78).

[64] Βλ. Inst. II.3: "Non enim quiquam ( . . . ) praeesse conceditur, priusquam", κλπ.

[65] Ὁ ἀββᾶς κατάλαβε τὴ μεγάλη πίστη τοῦ Πατερμούκιου καὶ πρὶν κοιμηθεῖ προτίμησε ἐκεῖνον γιὰ διάδοχό του.

[66] Βλ. ΚΠ λε’.

[67] Αὐτόθι.Πρβλ. ΚE Ϟη’, ὅπου ὁ προεστὼς παρομοιάζεται μὲ μητέρα καὶ ὄχι μὲ πατέρα, κατὰ τὸ Α’ Θεσ. 2.7: "ὡς ἐὰν τροφὸς θάλπῃ τὰ ἑαυτῆς τέκνα". Πρβλ. Μουρατίδης, Χριστοκεντρικὴ ποιμαντική..., σ. 56 κ.ἑ.

[68] Βλ. ΚΠ λε’: "’Μάθετε’ γάρ, φησίν, ’ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾶός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ’".

[69] "Εἰ δύναται ὁ φροντίδα ψυχῶν ἐγκεχειρισμένος φυλάξαι τὸ, Ἐὰν μὴ στραφῆτε, καὶ γένησθε ὡς τὰ παιδία".

[70] Πρβλ. KE σλη’, ὅπου ἡ εὐταξία ἀποτελεῖ τὴν κυριότερη μέριμνα: "ὥστε δεῖ μᾶλλον τῆς εὐσχημοσύνης καὶ τῆς εὐταξίας φροντίζειν κατά τε καιρὸν καὶ τόπον".

[71] Ὅμως, ὁ Πινούφιος, ἂν καὶ ἐγκατέλειψε τὸ κοινόβιό του γιὰ νὰ ἀναζητήσει τὴν ἀρετὴ τῆς ὑπακοῆς, στὸ νέο κοινόβιο, ὅπου μὴ ἀναγνωρίζοντας τὴν ταυτότητά του τὸν δέχθηκαν, συνέχισε νὰ δρᾶ κατὰ βούλησιν, ὥστε τὴ νύκτα, γράφει ὁ Κασσιανός, ἐκτελοῦσε δυσάρεστες ἐργασίες χωρὶς κανεὶς νὰ τὸ ξέρει (ut adveniente diluculo omnis illa congregatio tam utilium operum admirans ignoraret auctorem· βλ. Coll. XX.1). Αὐτὸ συνεχίστηκε ἐπὶ τρία χρόνια, σύμφωνα μὲ τὸν Κασσιανό. Πῶς, ὅμως, κανεὶς δὲν παραξενεύτηκε ποὺ ξαφνικά, μετὰ τὴν ἄφιξη τοῦ Πινούφιου, ἄρχισαν αὐτὲς οἱ νυκτερινὲς ὑπηρεσίες, πῶς ὁ ἡγούμενος δὲν ἐνοχλήθηκε ἀπὸ τὴν κατάργηση τῆς εὐταξίας καὶ δὲν θέλησε νὰ ἐρευνήσει τὸ ὅλο ζήτημα, εἶναι ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα ὁ Κασσιανὸς δὲν ἀντιμετωπίζει, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἐργασία μας δὲν ἔχουν ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον, ἐφόσον δὲν μᾶς ἀπασχολεῖ ἡ λογικὴ ἱκανότητα τοῦ Κασσιανοῦ ἀλλὰ ἡ ὅποια ἀντίληψη εἶχε γιὰ τὶς ἀξίες ἢ τὶς ἀπαξίες τῆς ἄσκησης. Ἂν θέλαμε νὰ δικαιολογήσουμε κάπως τὴ στάση τοῦ Κασσιανοῦ, θὰ λέγαμε πὼς προσπαθοῦσε νὰ διδάξει τοὺς δυτικοὺς νὰ μὴν ἐπιδιώκουν τὶς τιμὲς καὶ τὶς ἐξουσίες. Ὁ τρόπος, ὅμως, μὲ τὸν ὁποῖο τὸ ἔκανε, ἔρχεται σὲ σύγκρουση μὲ θεμελιώδεις ἀρχὲς τοῦ μοναχισμοῦ, ὅπως τουλάχιστον τὶς ἀντιλαμβανόταν ὁ Μέγας Βασίλειος.

[72] Βλ. ΚΠ λε’.

[73] Στὴν ἱκανότητα τοῦ λόγου δίνει ἐν γένει μεγάλη σημασία ὁ Βασίλειος. Πρβλ. Η θ’ καὶ κυρίως τὸ νϚ’.5: "ὅτι δεῖ προσεύχεσθαι ὑπὲρ ἀλλήλων καὶ ὑπὲρ τῶν προεστώτων τοῦ λόγου τῆς ἀληθείας"[*]. Πρβλ. Μ. Βασίλειος, Ἐπιστ. 2.5: "Καὶ πρῶτόν γε πάντων σπουδάζειν προσήκει περὶ τὴν τοῦ λόγου χρῆσιν μὴ ἀμαθῶς ἔχειν ( . . . ) μανθάνειν δὲ ἀνεπαισχύντως καὶ διδάσκειν ἀνεπιφθόνως"[*]. Συστάσεις ὅπως αὐτή, φανερώνουν, ὅτι ἡ σημασία, τὴν ὁποία ὁ Βασίλειος δίνει στὴν ἱκανότητα τοῦ λόγου, δὲν θὰ πρέπει νὰ συσχετίζεται μὲ τὶς σπουδές του στὴ ρητορικὴ ἢ μὲ ἐπιρροὲς ἀπὸ τὸ σοφιστικὸ περιβάλλον (ὁ Κασσιανὸς ἐπίσης εἶχε ἀποκτήσει ἰδιαίτερη μόρφωση κατὰ τὰ νεανικά του χρόνια· βλ. π.χ. Hassett, "John Cassian"). Τέτοιες ἐπιρροὲς εἶναι τόσο μικρές, ὥστε ὁ Campbell ὑποχρεώνεται νὰ θέσει τὸ ἐρώτημα, πῶς ὁ Βασίλειος ἐκτιμήθηκε τόσο ὡς ρήτορας μεταξὺ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἀγαποῦσαν τὴ ρητορικὴ ὑπερβολή. "Compared with the two Gregories and Chrysostom",λέγει ὁ ἴδιος ἐρευνητής, "St. Basil, so far as we may judge from his sermons, is the least sophistic of them all" (βλ. Campbell, The Influence of the second sophistic..., σ. 149). Τὴν ἔρευνα τοῦ Campbell ἐπιβεβαιώνει καὶ ἡ Agnes Way μελετώντας τὶς ἐπιστολὲς τοῦ Μ. Βασιλείου: "From my scrutiny of Basil’s Letters I discover that restraint in his use of figures in the Letters that Campbell found for his use of figures in the Sermons (Campbell, 146 ff.). Basil had the technique of ancient rhetoric at his finger‑tips, but he also had a serious purpose and a sense of the fitness of things"(βλ. Way, The language and style..., σ. 203). Ἡ ἐκτίμηση τῆς ἱκανότητας τοῦ λόγου, τὴν ὁποία παρατηροῦμε στὸν Βασίλειο, δὲν ἔχει ἀντίστοιχο στὸν Κασσιανό, γιὰ τὸν ὁποῖο πρωταρχικὴ εἶναι ἡ προσωπικὴ ἐμπειρία. Βλ. π.χ. τὸν πρόλογο στὸ πρῶτο βιβλίο τῶν Θεσμῶν, ὅπου ὁ Κασσιανὸς εἰρωνεύεται ὅσους ξέρουν νὰ χειρίζονται ἐπιδέξια τὸν λόγο. Πρβλ. ἐπίσης τὸ κεφάλαιο γιὰ τὸν Κασσιανό, εἰςMiquel, Le vocabulaire latin..., σ. 23 κ.ἑ. Σύμφωνα μὲ τὸνMiquel, πρῶτος ὁ Γεννάδιος Μασσαλίας, "a souligné la place de l’expérience dans l’œuvre de Cassien" (βλ. ἔνθ. ἀν., σ. 41 καὶ παραπομπὴ εἰς Γεννάδιου Μασσαλίας, De scriptoribus ecclesiasticis LXI, PL 58, 1095a). Ἀσφαλῶς, ἡ ἔμφαση τοῦ Βασίλειου στὴν ἱκανότητα τοῦ λόγου πρέπει νὰ συσχετίζεται μὲ τὴν ἐκτίμησή του στὸ ἀποστολικὸ χάρισμα, καὶ ἐπίσης μὲ τὴν ἔμφαση, τὴν ὁποία ἐν γένει δίνει στὴν αὐτεπίγνωση καὶ τὴν ἐλευθερία, ἐπειδὴ ἀποτελοῦν προϋποθέσεις τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ. Ἐνδεικτικὸ εἶναι, ὅτι ὁ Βασίλειος στοὺς Ὅρους, δὲν ἀναφέρεται στὸν μοναστικὸ βίο μὲ τὴν ἔκφραση "βίος φιλόσοφος", τὸ ὁποῖο κάνει ὁ συγγραφέας τῶν Ἀσκητικῶν διατάξεων (πρβλ. Morison, St. Basil and his rule..., σ. 36).Γιὰ τὴν ἱστορία τῆς χρήσεως στὴ Δύση τοῦ ὅρου φιλοσοφία ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὴ χριστιανικὴ πνευματικότητα, βλ. Leclerq, "Pour l’histoire..., σ. 221 κ.ἑ.Kατὰ τὸν Leclerq, "sur ce point comme sur d’autres, la tradition du monachisme occidental ne fait que transmettre un héritage reçu des Pères et spécialement des Pères grecs".

[74] Πρβλ. ΚΕ Ϟη’: "φοβούμενος [ἐνν. ὁ προεστώς] μή τι παρὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ τὸ ἐν ταῖς Γραφαῖς ὁμολογούμενον ἢ εἴπῃ ἢ τυπώσῃ καὶ εὑρεθῇ ψευδόμαρτυς τοῦ Θεοῦ ἢ ἱερόσυλος, ἐν τῷ ἢ ἐπεισάγειν τι ἀλλότριον τῆς τοῦ Κυρίου διδασκαλίας ἢ παραλεῖψαί τι τῶν ἀρεσκόντων Θεῷ"[*]. Εἶναι μάλιστα χαρακτηριστικό, πὼς ὁ Βασίλειος ἀντλεῖ τὶς ὑποδείξεις του μόνο ἀπὸ τὴν ἁγία Γραφή· κυρίως ἀπὸ τὴ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἀποστόλων, λιγότερο ἀπὸ τὰ παραδείγματα τῶν διαφόρων ἁγίων τῆς Γραφῆς, καὶ οὔτε μία φορὰ ἀπὸ κάποιο σύγχρονο ἢ προγενέστερό του πατέρα τῆς Ἐκκλησίας. Πρβλ. Pricoco, L’isola dei santi..., σ. 99. Ὅμως στὴν Ἐπιστ. 23, γιὰ τὸν εἰσαγόμενο στὸν μοναστικὸ βίο προτείνεται, "στοιχειωθῆναι αὐτὸν κατὰ τὰ δόξαντα τοῖς ἁγίοις Πατράσι καὶ ἐγγράφως ὑπ’ αὐτῶν ἐκτεθέντα". Παρόμοια σύσταση δὲν συναντᾶμε στοὺς Ὅρους. Πέραν, ὅμως, τῆς μεμονωμένης αὐτῆς περιπτώσεως, γεγονὸς εἶναι, ὅτι ὁ Βασίλειος, ἀναφερόμενος στοὺς Πατέρες, στὶς ἐπιστολὲς καὶ ὄχι στὰ ἀσκητικά του, ἐννοεῖ κυρίως ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχαν καίρια δογματικὴ συνεισφορά. Στὰ ἀσκητικά του ἀναφέρεται συχνὰ στοὺς ’ἁγίους’, τοὺς ὁποίους οἱ μοναχοὶ καλοῦνται νὰ μιμηθοῦν. Ὑπὸ τὴν ἔκφραση αὐτὴ οὐδέποτε ἐννοοῦνται μοναχοί, εἴτε τῆς Αἰγύπτου εἴτε ἄλλης περιοχῆς, ἀλλὰ τὰ πρόσωπα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, καὶ μία φορὰ μόνο (βλ. PG 31, 1020) οἱ μάρτυρες. Πρβλ. καὶ τὴν ἑπόμενη παρατήρηση τοῦ Χρήστου, ὄχι ἐπειδὴ ἐξηγεῖ ὅσα ἔχουμε διαπιστώσει, ἀλλὰ ἐπειδὴ παρέχει μία ἐπιπλέον ὄψη τῶν πραγμάτων: "ὑπάρχει κάποια δυσκολία εἰς τὸ νὰ ἰσχυρισθῶμεν ὅτι εἶχε μελετήσει [ἐνν. ὁ Μ. Βασίλειος] μέγαν ὄγκον χριστιανικῆς γραμματείας, τουλάχιστον τόσον ὅσον ἐκ τῆς κοσμικῆς λογοτεχνίας" ( Ὁ Μέγας Βασίλειος, σ. 233).

[75] Βλ. ΚΠ με’. Πρβλ. τὸ ΚΠ λβ’, ὅπου οἱ προεστῶτες περιγράφονται ὡς, "οἱ πεπιστευμένοι τὸ τοῦ λόγου χάρισμα", οἱ "ἔχοντες δύναμιν μετ’ ἐπιστήμης εἰπεῖν καὶ ἀκοῦσαι πρὸς οἰκοδομὴν τῆς πίστεως". Θαυμάσια συνοψίζει ὁ Gribomont, γράφοντας ὅτι, "The proestôs, ’he who presides’ ( . . . ) has no other role than to discern, in the concrete, the demands of the Gospel; or more precisely, he who discerns these demands is by that very fact proestôs. This function does not confer any unconditional authority on a ’vicar of Christ’".Bλ. Gribomont, "The commentaries..., σ. 243, καὶ παραπομπὴ τοῦ συγγραφέως σὲ προηγούμενη ἐργασία του ("Obéissance et Évangile selon s. Basile le Grand", La Vie Spirituelle; Supplément21 [1952], σελ. 192‑215). Ὁ Ἰωαννίδης γράφει πώς, "καὶ οἱ δύο πατέρες [δηλ. ὁ Βενέδικτος καὶ ὁ Βασίλειος] τονίζουν τὴν ὑπακοή, ποὺ ἔπρεπε νὰ διακρίνει τὸν δεύτερο στὴν τάξη, στὸν Κανόνα, στὸν καθηγούμενο καὶ στὰ ὅσα παραδεδεγμένα ἀκολουθεῖ ἡ μοναστικὴ ἀδελφότητα". Ὁ Βασίλειος, ὅμως, δὲν ἐνδιαφέρεται ἐδῶ νὰ συγκρατήσει τὸν ἀναπληρωτὴ τοῦ προεστῶτος ἀπὸ ἐνδεχόμενες ὑπερβάσεις τῆς ἐξουσίας του, ἀλλὰ συνιστᾶ τὸ ἀξίωμα αὐτὸ ὡς ἀπαραίτητο γιὰ τὴ διαφύλαξη τῆς εὐταξίας, ὅταν ὁ προεστὼς ἀπουσιάζει. Εἶναι δηλαδὴ ἡ κοινότητα, ποὺ δὲν πρέπει νὰ ἀποκτήσει ’δημοκρατικόν τι σχῆμα’ καὶ ὄχι ὁ δεύτερος (!): "γιὰ χάρη τῆς εἰρήνης καὶ τῆς εὐταξίας μέσα στὸ κοινόβιο, ὁ Καππαδόκης διδάσκαλος παραγγέλλει: ’μὴ ἐν τῇ ἀποδημίᾳ τοῦ προεστῶτος δημοκρατικόν τι σχῆμα μεταλαμβάνειν (τὸν δεύτερον) [τὴν παρένθεση προσθέτει ὁ Ἰωαννίδης] τὴν ἀδελφότητα ἐπὶ διαλύσει τοῦ Κανόνος [μὲ κεφαλαῖο Κ κατὰ τὸν Ἰωαννίδη ἀσφαλῶς] καὶ τῆς παραδεδομένης εὐταξίας’" (βλ. Ἰωαννίδης, Ἐπιδράσεις τοῦ μοναχισμοῦ..., σ. 84). Σύμφωνα, λοιπόν, μὲ τὴ ’σύνταξη’, τὴν ὁποία προτείνει ὁ συγκεκριμένος ἐρευνητής, ὑποκείμενο τοῦ μεταλαμβάνειν πρέπει νὰ ἐννοηθεῖ ὁ δεύτερος ἐνῶ ἡ ἀδελφότητα παραμένει συντακτικῶς μετέωρη. Ἀλλὰ καὶ πῶς ἕνας ἄνθρωπος, μόνος του, μπορεῖ νὰ ἀποκτήσει δημοκρατικὸ σχῆμα; - ἐρώτημα, ποὺ ὁ συγγραφέας δὲν θέτει.

[76]Βλ. ΚΠ μγ’. Εἶναι πολὺ περίεργο, ποὺ ὁ Gain ἰσχυρίζεται, ὅτι στοὺς ὅρους τοῦ Βασιλείου δὲν ὑπάρχει σαφὴς ἀναφορὰ στὸ θέμα τῆς ἐκλογῆς προεστῶτος, μολονότι καὶ ὁ ἴδιος ἐπισημαίνει τὸν ΚΠ μγ’ (βλ. Gain, L’Église de Cappadoce..., σ. 133, σημ. 39). Ὁ Ἰωαννίδης, στηριζόμενος στὸν ἀσκητικὸ λόγο τῆς PG 31, 849‑881, θεωρεῖ πὼς τὸν προεστῶτα, κατὰ τὸν Βασίλειο, ἔπρεπε νὰ ἐκλέγει ἡ ἀδελφότητα, καὶ ἀναφέρει τὸ ΚΠ μγ’ γράφοντας ὅτι, "τὸ κείμενο τοῦ Μ. Βασιλείου μιλάει γιὰ ἔγκριση τοῦ προεστοῦ [sic] ἀπὸ τοὺς καθηγουμένους τῶν ἄλλων ἀδελφοτήτων καὶ ὄχι γιὰ ἐκλογὴ ἀπὸ αὐτούς. Συνεπῶς δὲν μποροῦμε νὰ ὁδηγηθοῦμε σὲ ἀνάλογα συμπεράσματα μὲ ἐκεῖνα τοῦ [sic] de Vogüé, Hallinger καὶ Somerville" (βλ. Ἰωαννίδης, Ἐπιδράσεις τοῦ μοναχισμοῦ..., σ. 78). Ὅμως, ὁ ἀσκητικὸς λόγος, τὸν ὁποῖο ἐπικαλεῖται ὁ Ἰωαννίδης, εἶναι ἀμφιβαλλόμενος (βλ. Gribomont, Histoire du texte..., σ. 313), ἡ δὲ ἑρμηνεία γιὰ τὴ χρήση τοῦ ρήματος ἐγκρίνεσθαι καὶ τὴν ἀπουσία τοῦ ρήματος ἐκλέγειν εἶναι, κατὰ τὴ γνώμη μας, ἐσφαλμένη. Ἐὰν στὸ ΚΠ μγ’ ὁ Βασίλειος μιλάει ἁπλῶς γιὰ ἔγκριση, τότε ἡ ἐκλογὴ προϋποτίθεται. Ἀκόμη καὶ ἂν παραμερίζαμε τὸ παράδοξο νὰ ἀναφέρεται στὴν ἔγκριση ἀδιαφορώντας τελείως γιὰ τὴν ἐκλογή, καὶ πάλι τὸ κείμενο τοῦ Βασιλείου θὰ ἦταν ἀκατανόητο: ἂν ὁ προεστὼς εἶχε ἐκλεγεῖ ἀπὸ τὴν ἀδελφότητα, πῶς ὁ Βασίλειος τὸν κατηγορεῖ, ὅτι παίρνει μόνος του τὸ ἀξίωμα; Βλ. ΚΠ μγ’: "μὴ ἑαυτῷ λαμβάνοντα τὴν προστασίαν, ἀλλ’ ἐγκριθέντα παρὰ τῶν ἐν ταῖς ἄλλαις ἀδελφότησι προεχόντων καὶ ἱκανὴν πεῖραν τοῦ τρόπου ἐν τῷ παρελθόντι βίῳ δεδωκότα"[*]. Ἡ ἔγκριση, ἑπομένως, ἐδῶ ἔχει τὴ σημασία τῆς ὁριστικῆς ἐκλογῆς ἑνὸς ὑποψηφίου, τὸν ὁποῖο πιθανῶς, ἢ ἐνίοτε, ὑποστήριζαν γιὰ τὴ θέση τοῦ προεστῶτος οἱ ἀδελφοὶ τοῦ κοινοβίου του. Ὅμως, ἡ θέληση τῶν τελευταίων ἔχει καθαρὰ συμβουλευτικὸ χαρακτήρα καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ παραμερισθεῖ.

[77] Βλ. ΚΠ με’.

[78] Βλ. ΚΠ μη’: "οὓς καὶ εἰς τὴν περὶ τῶν κοινῶν βουλήν τε καὶ σκέψιν ἀναγκαίως παραλήψεται, πειθόμενος τῇ παραινέσει τοῦ εἰπόντος· ’μετὰ βουλῆς πάντα ποίει’"[*]. Πρβλ. Παρμ. 31.4. Ὁ ρόλος τους, ὅμως, εἶναι συμβουλευτικός, δὲν μειώνει τὴν ἐξουσία τοῦ προεστῶτος ἡ συγκεκριμένη διάταξηρβλ. γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ καὶ τὰ KE ρδ’-ρϚ’).

[79] Βλ. ΚΠ νδ’. Πιθανῶς ἐννοοῦνται οἱ προεστῶτες ἀδελφοτήτων, οἱ ὁποῖες δὲν ἀπέχουν ὑπερβολικὰ μεταξύ τους, ἀλλὰ τίποτα δὲν λέγεται ἐπάνω σ’ αὐτὸ τὸ θέμα.

[80] Ὁ Κασσιανὸς χρησιμοποιεῖ ἐναλλακτικὰ τοὺς ὅρους μοναχὸς καὶ ἀδελφός, ποτὲ ὅμως δὲν χρησιμοποιεῖ τὸν ὅρο ἀδελφὸς ἀναφερόμενος στὸν χριστιανὸ ἐν γένει (Lorié, Spiritual terminology..., σ. 39. Πρβλ. Thesaurus Iohannis Cassiani...,σελ. 78 καὶ 118). Γιὰ τὸ διακόνημα τοῦ προεστῶτος συνηθέστερη εἶναι στὸν Βασίλειο ἡ χρήση τοῦ ὅρου ’προεστώς’, ἀλλὰ χρησιμοποιοῦνται κάποτε καὶ οἱ ὅροι ’ἐφεστώς’, ’προϊστάμενος’, ’προκαθιστῶν’, ’προέχων’, ’διδάσκαλος’. Πρβλ. Μ. Βασίλειος, Ἐπιστ. 207: " Ἐγὼ δὲ παντὸς ἂν τιμησαίμην τοῦ ἐμαυτοῦ βίου ( . . . ) ἔχειν ἄνδρας παρ’ ἐμαυτῷ, ὑπ’ ἐμοὶ διδασκάλῳ, τὴν ἄσκησιν ταύτην προελομένους". Βλ. ἐπίσης Elm, ’Virgins of God’..., σ. 69, σημ. 35. Διερεύνηση τοῦ ὅρου ’προεστὼς’ στοὺς πρώτους τέσσερεις αἰῶνες, βλ. εἰς Fedwick, "The function of the προεστώς..., σ. 5 κ.ἑ. Εἰδικότερα γιὰ τὸν Μ. Βασίλειο, ἀλλὰ μὲ ἀναφορὲς κυρίως στὸν ἐπίσκοπο, βλ. ἔνθ. ἀν., σ. 9 κ.ἑ.

[81] Βλ. Inst. IV.9.

[82] Βλ. ΚΠ κϚ’. Ὁποιοσδήποτε προσφέρει μία ὑπηρεσία στοὺς ἀδελφούς, τὴν προσφέρει στὸν Χριστό, καὶ πρέπει νὰ τοὺς τιμᾶ καὶ νὰ τοὺς φροντίζει μὲ σπουδή, γράφει ὁ Βασίλειος στὸ ΚΠ λϚ’.

[83] Βλ. ΚΠ κϚ’.

[84] Βλ. KE ρι’.

[85] Βλ. Α’ Κορ. 14.40.

[86] Βλ. KE σκθ’.

[87] Βλ. KE σπη’: "Γέγραπται γὰρ ἐν μὲν τῷ Εὐαγγελίῳ, ὅτι τῷ Βαπτιστῇ Ἰωάννῃ ἐξωμολογοῦντο τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν· ἐν δὲ ταῖς Πράξεσι, τοῖς ἀποστόλοις, ὑφ’ ὧν καὶ ἐβαπτίζοντο ἅπαντες". Ἡ γνώμη τοῦ Chadwick,ὅτι στὸν Βασίλειο καὶ στὸν Κασσιανὸ ἡ ἐξομολόγηση δὲν εἶχε τὸν σκοπὸ τῆς μετάνοιας, ἀλλὰ μᾶλλον ἐντασσόταν στὸ σύστημα τῆς γενικῆς καθοδήγησης τοῦ νεότερου ἀπὸ τὸν γέροντα δὲν τεκμηριώνεται ἀπὸ τὰ κείμενα (βλ. Chadwick, John Cassian, σ. 79). Αὐτὸ ἰσχύει περισσότερο γιὰ τὸν Κασσιανὸ καὶ πολὺ λιγότερο γιὰ τὸν Βασίλειο, στὸν ὁποῖο διαπιστώνουμε ἐξομολόγηση σὲ ἱερεῖς.

[88] Πρβλ. Besse, Les Moines..., σ. 209, σημ. 1: "Ce passage [δηλ. τὸ KE σπη’] est à remarquer comme le témoignage le plus explicite en faveur de la confession sacramentelle, recueilli dans les monuments de la tradition monastique primitive".

[89] Πρβλ. ΚΠ προοίμ.4: "Οὗπερ ἂν οὖν ἕκαστος ἐνδεῶς ἔχειν ἡγῆται, τοῦτο εἰς κοινὴν προτιθέτω διάσκεψιν.῾Ρᾷον γὰρ ἂν ἐν τῇ φιλοπόνῳ τῶν πλειόνων διερευνήσει τὸ λανθάνον ἐξευρεθείη".

[90] Στὶς Συμβολές,ὁ Κασσιανὸς περιγράφει ἕνα ἀκόμη τρόπο ἐξομολόγησης, κατ’ εὐθείαν στὸν Θεό (βλ. Coll. XX. Ἡ ἐπισήμανση ἀνήκει στὸν Chadwick, John Cassian, σ. 80).

[91] Ὅπως δέχεται ὁ Clarke (The ascetic works of St. Basil,σελ. 50‑51).

[92] Ὅπως πιστεύει ὁ Humbertclaude (La doctrine ascιtique de St. Basile de Césarée,σελ. 131‑166). Τὴν ἄποψή του υἱοθετεῖ ἐπίσης ὁ Gain, L’Église de Cappadoce..., σ. 132, σημ. 38.

[93] Βλ.Amand de Mendieta, "Le système cénobitique...,σ. 62, ὅπου ἀναφέρονται καὶ οἱ ἀπόψεις τοῦ Clarke καὶ τοῦHumbertclaude.

[94] Τὴ γνώμη τοῦ Gribomont, διατυπωμένη σὲ προσωπικὴ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Amand de Mendieta, ἀναφέρει ὁ τελευταῖος (βλ. Amand de Mendieta, "Le système cénobitique..., σ. 62).

[95] Βλ. Inst. III.2.

[96] Βλ. Inst. IV.12.

[97] Βλ. ΚΠ λζ’ καὶ KE ρμϚ’.

[98] Βλ. π.χ. ΚΠ λη’-μ’.

[99] Βλ. ΚΠ λη’.

[100] Βλ. Inst. IV.13: "Quos ita novimus omni ex parte nudos exsistere, ut praeter colobium, maforte, gallicas, meloten ac psiathium nihil amplius habeant". Ἤδη αὐτὰ εἶναι πολλὰ γιὰ τὸν Βασίλειο, ὅπως ἔχουμε δεῖ στὸ περὶ ἐνδύματος κεφάλαιο τῆς παρούσης ἐργασίας.

[101] "alumnumque se potius monasterii reputet ac ministrumInst. IV.14.

[102] Βλ. Inst. IV.15.

[103] Βλ. KE Ϟα’.

[104] Βλ. KE Ϟγ’ καὶ πρβλ. Πράξ. 4.35.

[105] Βλ. KE πε’.

[106] Βλ. π.χ. KE Ϟβ’.

[107] Βλ. Inst. X.24.

[108] Βλ. C XXI.33. Στὴν πρώτη Συμβολή, κάθε ἀσκητικὴ ἀρετὴ θεωρεῖται ὡς προετοιμασία γιὰ τὴν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, τὴν ἀφοσίωση στὸν Θεὸ καὶ τὴν ἀγάπη, ἀλλὰ καμμία ἰδιαίτερη ἔμφαση δὲν δίνεται στὴν κοινοκτημοσύνη καὶ τὴν ἀγαθοεργία. Αὐτὸ εἶναι φυσικό, διότι ὁ Κασσιανὸς ἐδῶ ἀναφέρεται κυρίως στοὺς ἀναχωρητὲς καὶ θέλει νὰ προβάλει τὸ ἀγαθὸ τῆς θέας τοῦ Θεοῦ πέραν τῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων.

[109] Βλ. Inst. IV.16. Στὰ ἑλληνικὰ θὰ τὸ ἀποδίδαμε ὡς ἑξῆς· "ἐνῶ ὅλοι οἱ ἀδελφοὶ εἶναι συγκεντρωμένοι στὴ σύναξη, [ὁ τιμωρηθεὶςπρέπει νὰ ἔχει πέσει στὸ χῶμα καὶ νὰ ζητᾶ συγγνώμη μέχρι νὰ τελειώσει ἡ ὥρα τῶν προσευχῶν, ὁπότε θὰ τοῦ δοθεῖ συγγνώμη κατὰ τὴν κρίση τοῦ ἀββᾶ, ὁ ὁποῖος καὶ θὰ τὸν διατάξει νὰ σηκωθεῖ ἀπὸ τὸ ἔδαφος". Τὴν τιμωρία αὐτὴ ἔχουμε ἤδη συναντήσει στὸ 7ο κεφάλαιο τοῦ τρίτου βιβλίου τῶν Θεσμῶν, γιὰ τὴν περίπτωση ἀργοπορίας στὶς διατεταγμένες ὧρες τῆς προσευχῆς.

[110] Πρβλ. Παλλάδιος, Λαυσ. ἱστορία 7.3.

[111] Βλ. Ε 1305. Πέραν τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει ὁ Gribomont (κυριότερα εἶναι οἱ διαφορὲς λεξιλογίου μεταξὺ τοῦ καταλόγου αὐτοῦ καὶ τῶν γνήσιων ἔργων τοῦ Βασιλείου· βλ. Gribomont, Histoire du texte..., σελ. 294‑297), ὑπάρχουν τουλάχιστον δύο ἀκόμη, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιτρέπουν νὰ ἀποδώσουμε τὸ συγκεκριμένο ἔργο στὸν Βασίλειο. Πῶς, στὸν συγκεκριμένο κατάλογο, ὁ Βασίλειος μεταχειρίζεται τόσο συχνὰ τὴν ποινὴ τοῦ ἀφορισμοῦ, ἐνῶ δὲν τὸ κάνει στοὺς Ὅρους; Στὸ ΚΠ να’ π.χ. ἀναφέρει ἕξι ἁμαρτήματα καὶ ἐπικαλεῖται τὸν ἀφορισμὸ μόνο μία φορά. Ἐπιπλέον, ὅπως βλέπουμε στὸ ΚΠ να’ καὶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις, ὁ Βασίλειος ἔχει τὴν τάση νὰ θεραπεύει ἕνα ἁμάρτημα ἐξωθώντας στὴν ἀντίστοιχη ἀρετή, ὁ ἀφορισμὸς λοιπὸν δὲν φαίνεται νὰ ἀποτελεῖ γιὰ τὸν Βασίλειο τὴν καταλληλότερη παιδαγωγικῶς λύση, καὶ ὅμως αὐτὸν κυρίως μεταχειρίζεται ὁ συγγραφέας τῶν Ἐπιτιμίων. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ὑπάρχουν πολλὰ σημεῖα, καὶ ἰδίως ἡ ἐπιείκεια, ἡ φροντίδα γιὰ τὴν ἀγάπη, τὴ συνεργασία καὶ τὴ συνεννόηση μεταξὺ τῶν μοναχῶν, τὰ ὁποῖα μαρτυροῦν, πὼς τὸ κείμενο δὲν εἶναι τελείως ξένο πρὸς τὶς ἀντιλήψεις τοῦ Βασιλείου, καὶ ἴσως γι’ αὐτὸ ὁ Garnier, ὁ πρῶτος ποὺ ἀμφισβήτησε τὴν αὐθεντικότητά τους, γράφει ὅτι μὲ τὴν πρώτη ματιὰ τίποτα δὲν προκαλεῖ ὑποψία γιὰ τὴν αὐθεντικότητά τους (Ut verum fatear, cum primum leguntur, neque in verbis, neque in sententiis quidquam apparet, unde suspicio aliqua oriatur)· εἰς Gribomont, ἔνθ. ἀν., σ. 297.

[112] Βλ. Inst. IV.16.

[113] Στὸ ἀμφιβαλλόμενο Ε 1313, καὶ σὲ 19 περιπτώσεις σφαλμάτων, ἀναφέρεται μόνο ὁ ἀφορισμὸς μίας ἢ δύο ἑβδομάδων (13 καὶ 4 φορὲς ἀντίστοιχα), ἐνῶ σὲ μία μόνο περίπτωση γίνεται λόγος γιὰ ἔλεγχο τῆς ἀσκήτριας ἀπὸ τὸν προεστῶτα. Ἀκόμη καὶ στὰ 60 ψευδεπίγραφα ἐπιτίμια τοῦ Ε 1308, δὲν ἀναφέρονται παρὰ μόνο ποινὲς ἀπευλογίας καὶ ἀφορισμοῦ κατὰ κύριο λόγο, καὶ σὲ καμμία περίπτωση ραβδισμοὶ εἴτε ἡ "δημόσια μετάνοια". Ἡ ἔννοια τοῦ ἀφορισμοῦ στὸν Βασίλειο σημαίνει προσωρινὸ ἀλλὰ πλήρη χωρισμὸ ἀπὸ τὴ ζωὴ τῆς κοινότητας, "ὥστε μήτε συνεργάσασθαι αὐτῷ τινα τῶν ἀδελφῶν ἑλέσθαι, μήτε τὸ παρ’ αὐτοῦ ἔργον ἀναμιγνύναι τοῖς ἄλλων" (βλ. ΚΠ να’).

[114] Βλ. Ε 1305α’.

[115] Βλ. Ε 1305ια’· πρβλ. καὶ τὸ η’: "παρακαλείτω καὶ ὑπομιμνησκέτω αὐτὸν μετανοεῖν καὶ ἐπιδείκνυσθαι ἔργα μετανοίας. Εἰ δὲ τούτων γινομένων ἀμελοίη", κλπ.

[116] Βλ. Ε 1305δ’.

[117] Βλ. Ε 1305β’· πρβλ. καὶ τὸ γ’: "καὶ μὴ διορθώσεται αὐτὸν ἢ ἐλέγξει ἐν εἰρήνῃ μετὰ ἀγάπης τῆς ἐν Χριστῷ".

[118] Βλ. π.χ. Ε 1305 γ’, δ’, ζ’, η’, κ.ἄ.

[119] Βλ. Ε 1305 ια’.

[120] Εἶναι σημαντικὸ γιὰ τὸ θέμα μας νὰ προσέξουμε, ὅτι ὁ Βασίλειος δὲν δείχνει ἐπιείκεια στὰ παιδιὰ ὡς δῆθεν ἀθωότερα. Μὲ τὴν ἴδια ἀκριβῶς ἐπιείκεια ἀντιμετωπίζει ὁλόκληρη τὴν ἀδελφότητα, ὅπως θὰ δοῦμε στὴ συνέχεια, καὶ ἄλλωστε πιστεύει, πὼς τὰ παιδιὰ πολὺ γρήγορα υἱοθετοῦν τὶς συνήθειες τοῦ περιβάλλοντός τους.Μιλώντας γιὰ τὴν ταπεινοφροσύνη,στὸ KE σιϚ’, καταλήγει: "Τοιαῦτα [δηλ. ταπεινὰ] γάρ ἐστι καὶ τὰ παιδία πρὸς ἄλληλα, τά γε μήπω προσεθισθέντα τῇ τῶν ἀναστρεφομένων κακίᾳ"[*].

[121] Βλ. ΚΠ ιε’.

[122] Αὐτόθι.

[123] Βλ. ΚΠ να’. Παρόμοια ἀντιμετώπιση τῶν ἁμαρτημάτων βλέπουμε νὰ προτείνει ὁ ἀββᾶς Πινούφιος στὸ Coll. XX.11.

[124] Βλ. Inst. IV.16: "ἂν προτιμάει τὴ μελέτη ἀπὸ τὰ ἔργα καὶ τὴν ὑπακοή..." (si lectionem operi vel oboedientiae praeferens).

[125] Ἡ στάση τοῦ Βασιλείου ἀποκτᾶ ἀκόμη μεγαλύτερη σημασία, ἂν σκεφθοῦμε πὼς δὲν ἀγνοεῖ τὴν ποινὴ τῆς δημόσιας μετάνοιας καὶ μάλιστα τὴ χρησιμοποιεῖ, ἀλλὰ ὄχι στὰ ἀσκητικά του ἔργα. Βλ. διάφορους κανόνες στὴν Ἐπιστ. 217 (τρίτη κανονικὴ) πρὸς τὸν Ἀμφιλόχιο Ἰκονίου.

[126] Πρβλ. τὴν παρόμοια φροντίδα του, στὸ περὶ ὑποδοχῆς νέων ἀσκητῶν κεφάλαιο τῆς ἐργασίας μας.

[127] Βλ. ΚΠ κη’. Πρβλ. Η νβ’.

[128] Βλ. ΚΠ κη’.

[129] Αὐτόθι.

[130] Αὐτόθι. Πρβλ. καὶ ΚΠ μζ’. Στὸ KE κϚ’, ἡ καταλαλιὰ τιμωρεῖται ἀμέσως μὲ ἀφορισμὸ βάσει τοῦ Ψαλ. 100.5 -"τὸν γὰρ καταλαλοῦντα λάθρα τοῦ πλησίον αὐτοῦ, τοῦτον ἐξεδίωκον"- καὶ τοῦ Παρμ. 20.13 -"μὴ ἡδέως ἄκουε καταλαλοῦντος, ἵνα μὴ ἐξαρθεῖς". Τὰ χωρία δὲν χρησιμοποιεῖ ὁ Κασσιανὸς στὰ ἀσκητικά του.

[131] Βλ. ΚΠ κθ’.

[132] Βλ. ΚΠ μγ’.

[133] Βλ. ΚΠ λ’.

[134] Βλ. ΚΠ μγ’.

[135] Βλ. KE λ’.

[136] Βλ. KE λε’ καὶ Ἰακ. 4.6. Τὸ χωρίο ἀναφέρει ὁ Κασσιανὸς στὸ Inst. XII.6, ἐξηγώντας πόσο ἐπικίνδυνη εἶναι ἡ ἁμαρτία τῆς ὑπερηφάνειας, τὴν ὁποία ἀκόμη καὶ ὁ Δαβὶδ φοβόταν, καὶ προσευχόταν στὸν Θεὸ νὰ τὸν προφυλάσσει.

[137] Βλ. KE λζ’.

[138] Βλ. Παρμ. 17.11. Τὸ χωρίο δὲν χρησιμοποιεῖται στὰ ἀσκητικὰ τοῦ Κασσιανοῦ.

[139] Ἡ παρατήρηση αὐτὴ δὲν ὑπαινίσσεται, πὼς ὁ γέροντας εἴτε ὁ προεστὼς ἐκπροσωποῦν τὸν Χριστό (πρβλ. τὸ ΚΠ λϚ’, ὅπου κάθε μέλος τῆς ἀδελφότητας ἀποτελεῖ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ). Ὅπως βλέπουμε καὶ σὲ ὅλες τὶς προηγούμενες περιπτώσεις, ὁ ἁμαρτάνων ἔχει νὰ κάνει μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὴ συνείδησή του μᾶλλον, παρὰ μὲ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θὰ τοῦ ἐπέβαλε κάποιο ἐπιτίμιο. Ἡ φράση, "οὐκ ἀνθρώπῳ ἀντιλέγει ἢ ὑπακούει", μάχεται ἀκριβῶς τὴ μετάθεση τῶν προβλημάτων σὲ προσωπικὸ ἐπίπεδο, ὑπενθυμίζοντας, ὅτι ἡ εὐθύνη, τὴν ὁποία ἀνέλαβαν οἱ ἀσκητές, εἶναι νὰ προσέχουν στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὥστε πρέπει νὰ γνωρίζουν, ὅτι ἀπὸ Αὐτὸν θὰ προέλθει εἴτε ἡ τιμωρία εἴτε ἡ ἀμοιβή.

[140] Βλ. KE λη’.

[141] Βλ. ΚΠ ζ’.

[142] Στὸ ΚΠ νε’, ὁ Βασίλειος ἀναφέρεται στὴ χρησιμότητα τῆς τεχνολογίας καὶ τὴ συνδέει μὲ τὴ μετάνοια καὶ τὴ δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Ἡ συνεργασία Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου προσδιορίζεται χαρακτηριστικὰ μὲ τὴ φράση, "τῇ μακρᾷ πείρᾳ καὶ τῇ περὶ τὴν γῆν ταλαιπωρίᾳ τῆς γεωργίας τὴν τέχνην συνεστησάμεθα εἰς παραμυθίαν τῶν ἐκ τῆς κατάρας λυπηρῶν, τὴν σύνεσιν ἡμῖν καὶ κατάληψιν τῆς τέχνης ταύτης τοῦ Θεοῦ χαρισαμένου". Οἱ τέχνες, δηλαδή, ἀποτελοῦν προϊὸν τῆς ἐπιθυμίας τοῦ ἀνθρώπου νὰ βελτιώσει τὶς συνθῆκες τοῦ βίου του, ἀλλὰ ἡ ἱκανότητα νὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ ἐπιθυμία αὐτή, δηλαδὴ ἡ ἱκανότητα τῆς τεχνολογίας, ἀποτελεῖ δῶρο τοῦ Θεοῦ. Στὸν ἄνθρωπο δὲν δίνεται μόνο ἡ λογικὴ δύναμη, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐντολὴ τῆς τεχνολογίας: "εὐχαριστοῦντες μὲν τῷ δεδωκότι καὶ δύναμιν χειρῶν πρὸς ἔργα καὶ σοφίαν διανοίας πρὸς ἀνάληψιν τῆς ἐπιστήμης". Ὅπως διαπιστώνουμε, οὔτε ἡ σωματικὴ δύναμη δὲν δωρίζεται ἁπλῶς, ἀλλὰ δωρίζεται ἐντὸς τοῦ ὁρίζοντος τοῦ ἔργου (δύναμιν χειρὸς πρὸς ἔργα), ὥστε μὲ τὴ χρήση τοῦ αὐτεξούσιου ὁ ἄνθρωπος εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγνοήσει τὴν προοπτικὴ τοῦ ἔργου καὶ τῆς τεχνογνωσίας, ἀλλὰ αὐτὸ θὰ ἀποτελοῦσε ἁμαρτία. Περισσότερα γιὰ τὸ ζήτημα τῆς σχέσης τεχνολογίας καὶ πίστης, βλ. εἰς Βαλσάμης, "Προβλήματα τῆς τεχνολογίας", σ. 13 κ.ἑ.

[143] Βλ. Inst. IV.17.

[144] "nulli dubium" (Αὐτόθι).

[145] (Αὐτόθι).

[146] Κατὰ τὴ γνώμη μας εἶναι τελείως ἀδικαιολόγητος ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ Fedwick,ὅτι διακρίνεται ἐπιρροὴ τοῦ Βασιλείου στὸ Inst. IV.17, ἁπλῶς καὶ μόνο ἐπειδὴ μνημονεύεται ἡ συνήθεια τῶν ἀναγνώσεων κατὰ τὴν ὥρα τοῦ φαγητοῦ (βλ. Fedwick, Basil of Caesarea..., σ. 470, σημ. 158). Πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ εἰκάσουμε, ὅτι ὁ Κασσιανὸς παρέχει καὶ μάλιστα "χωρὶς καμμιὰ ἀμφιβολία", ἑρμηνεία ἀντίθετη ἀπὸ τοῦ Βασιλείου, γιὰ ἔθιμο τῆς Καππαδοκίας, τὸ ὁποῖο ἀπὸ τὸν Βασίλειο ἀντλεῖ;! Στὴν περίπτωση τοῦ Κανόνα τοῦ Αὐγουστίνου (βλ. PraeceptumIII.2 κατὰ τὴν ἔκδοση Verheijen), παρόμοιος ἰσχυρισμὸς γιὰ ἐξάρτηση ἀπὸ τὸν Βασίλειο, δὲν θὰ ἦταν ἀβάσιμος, ἂν καὶ ὁ Αὐγουστῖνος δὲν ἀναφέρεται στὴν ποιότητα καὶ τὴν ἐπίδραση τῶν λόγων τοῦ Θεοῦ, ὅπως κάνει ὁ Βασίλειος. Ἐπιπλέον, δὲν μνημονεύει τὸ ἔθιμο αὐτὸ ὡς ἔθιμο τῆς Καππαδοκίας, ἀλλά, ἀντίθετα, ἀναφέρεται ρητὰ σὲ ἤδη καθιερωμένη συνήθεια στὰ δυτικὰ μοναστήρια. Ὅπως εἶναι ἑπόμενο, δὲν μνημονεύει οὔτε τὸν Βασίλειο. Περιέργως, ὁ Fedwick ἰσχυρίζεται, ὅτι ὁ Κανόνας τοῦ Αὐγουστίνου ἐπηρεάστηκε ἀπὸ τὸν Βασίλειο μέσῳ τοῦ Κασσιανοῦ, χωρὶς ὅμως νὰ ὑποστηρίζει τὸν ἰσχυρισμό του. Ἀκόμη πιὸ περίεργο εἶναι ὅτι, ἀπὸ τὶς μελέτες γιὰ διάφορους δυτικοὺς πατέρες καὶ τὴ σχέση τους μὲ τὸν Βασίλειο, τὶς ὁποῖες συνιστᾶ στὴ σχετικὴ μὲ τὸ συγκεκριμένο ζήτημα βιβλιογραφία, οὔτε μία δὲν ἀφορᾶ στὸν Κασσιανό! Βλ. Fedwick, Basil of Caesarea..., σ. 471, σημ. 159.

[147] Βλ. Ψαλ. 18.11. Ὁ Βασίλειος χρησιμοποιεῖ τὸ ἴδιο χωρίο στὸ ΚΠ η’, γιὰ νὰ δείξει πὼς εἶναι ἀδύνατη ἡ εὐαγγελικὴ τελειότητα χωρὶς ἀπόλυτη ἀποταγὴ τοῦ κόσμου, καὶ μάλιστα τοῦ πλούτου, τῆς δόξας καὶ τῆς οἰκογένειας.Στὸ KE λ’, χρησιμοποιεῖ τὰ Ψαλ. 18.10,11, γιὰ νὰ δείξει τὴ διάθεση, μὲ τὴν ὁποία ὀφείλουν οἱ ἀσκητὲς νὰ στρέφονται πρὸς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ στὸ KE ροδ’, χρησιμοποιεῖ τὰ Ψαλ. 18.10,12, ὡς ὑπόδειγμα τῆς διαθέσεως, στὴν ὁποία φθάνει ὅποιος ἀποστραφεῖ τὴν ἁμαρτία καὶ ἀφοσιωθεῖ στὶς ἐπαγγελίες τοῦ Θεοῦ. Καμμία ἀπὸ τὶς ἑρμηνεῖες αὐτές, ὅπως οὔτε τὴν ἑρμηνεία τοῦ ἴδιου χωρίου στὸ KE ρπ’, δὲν ἔχει χρησιμοποιήσει ὁ Κασσιανός. Τὸ 18.11 χρησιμοποιεῖται στὸ 14ο κεφάλαιο τῆς 14ης Συμβολῆς. Κατὰ τὴν ἑρμηνεία, ἡ ὁποία ἐκεῖ δίνεται, τὸ ἄρωμα τῆς εὐαγγελικῆς πίστης δὲν μπορεῖ νὰ φυλαχθεῖ σὲ ρυπαρὰ δοχεῖα, ὥστε, ὅσο καὶ ἂν μελετήσει κάποιος τὶς Γραφές, δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε νὰ τὶς κατανοήσει σωστὰ οὔτε νὰ μεταφέρει σὲ ἄλλους τὸ μήνυμά τους, ἂν δὲν ἔχει ἐπιτύχει καθαρότητα τῆς ψυχῆς. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖο ἐνδιαφέρει ἐκεῖ τὸν Κασσιανό, εἶναι οἱ προϋποθέσεις τῆς κατανόησης τῶν Γραφῶν.

[148] Βλ. KE ρπ’.

[149] Ἀνάλογη εἶναι, ὅπως ἔχουμε δεῖ, ἡ στάση τοῦ Βασιλείου ἀπέναντι στὴ σχέση τῶν μοναχῶν μὲ τοὺς κατὰ σάρκα συγγενεῖς τους, τὴν ὁποία δὲν θεωρεῖ κάτι ὁπωσδήποτε κακό. Ἂν δὲν ὑπάρχει μετεωρισμός, καί, ἐπίσης, ἂν οἱ συγγενεῖς εἶναι εὐσεβεῖς, τότε πρέπει νὰ θεραπεύονται, "ὑπὸ πάντων τῶν ἐν τῇ ἀδελφότητι ὡς κοινοὶ πατέρες ἢ οἰκεῖοι" (βλ. ΚΠ λβ’). Καὶ ἐδῶ, ἑπομένως, σημασία δὲν ἔχει ἡ ἀποφυγὴ τῶν συγγενῶν, οὔτε κἂν ἡ ἀποφυγὴ τοῦ μετεωρισμοῦ καθ’ ἑαυτήν, ἀλλὰ ἡ κοινὴ ἐπιδίωξη τῶν ἔργων τῆς εὐσέβειας καὶ τῆς ἀγάπης.

[150] Βλ. KE ρκϚ’.

[151] Βλ. Λουκ. 12.29,30. Τὰ χωρία δὲν χρησιμοποιοῦνται στὰ ἀσκητικὰ τοῦ Κασσιανοῦ.

[152] Βλ. Πράξ. 4.35. Χρησιμοποιώντας τὸ χωρίο αὐτό, ὁ Κασσιανὸς δὲν ἀντλεῖ ἀπὸ τὸν Βασίλειο (βλ. Coll. XVI.6, Coll. XVIII.5 καὶ Inst. II.5).

[153] Βλ. KE ρλα’. Πρβλ. KE ρλβ’, ρλγ’, ρλζ’.

[154] Βλ. KE ρλη’.

[155] Βλ. Inst. V.5-9 καὶ KE ρλθ’.

[156] Βλ. π.χ. KE ρλα’, ρλβ’, ρλε’.

[157] Βλ. KE ρλ’: "πᾶν τὸ συντελοῦν εἰς θεοσέβειαν, μὴ μετ’ ἐπιθυμίας καὶ σπουδῆς γινόμενον, ἐπικίνδυνον. Ὥστε τὸν μὲν νηστεύοντα μὴ προθύμως τοῦτο ποιεῖν οὐκ ἀκίνδυνον".

[158] Βλ. KE ρκη’. Πρβλ. ἐπίσης τὸ ΚΠ ιθ’, ὅπου ὁ Βασίλειος λέγει, πὼς δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ θεσμοθετήσει τὰ πάντα καὶ πὼς οἱ "ἐφεστῶτες πρὸς λόγον" θὰ οἰκονομήσουν τὸν "καιρό", τὸν "τρόπο" καὶ τὸ "μέτρο" τῆς τροφῆς, ἡ ὁποία πρέπει νὰ δίνεται στὸν καθένα κατὰ τὶς ἀνάγκες του. Στὸ KE ρμη’, ὁ Βασίλειος προσδιορίζει τὰ καθήκοντα τοῦ κελλαριάρχη καὶ ὅλων, ὅσοι ἀναλαμβάνουν κάποια ἰδιαίτερη φροντίδα. Πρέπει νὰ θυμοῦνται, ὅτι ἡ ἐξουσία, τὴν ὁποία ἔχουν, τοὺς ἔχει ἀνατεθεῖ, ὅτι ἀπὸ μόνοι τους τίποτα δὲν μποροῦν νὰ κάνουν. Τονίζει, ἐπίσης, ὅτι πρέπει νὰ σκέπτονται "τὴν ἑκάστου χρείαν". Στὸ KE σνβ’, διδάσκει πὼς ὁ ἀσκητὴς προσεύχεται στὸν Θεὸ γιὰ τὴ χορήγηση τοῦ ἐπιούσιου ἄρτου καὶ ἀφοῦ φανερώσει στὸν Θεὸ τὴν ἀνάγκη του, τότε τρώγει ὅ,τι χορηγεῖ ὁ "μετὰ δοκιμασίας ἐπιτεταγμένος ποιεῖν ἐφ’ ἑκάστης ἡμέρας τό· ’διεδίδοτο ἑκάστῳ, καθότι ἄν τις χρείαν εἶχεν’".

[159] Βλ. KE ρϞϚ’. Αὐτὸ δὲν σημαίνει, βέβαια, ὅτι ἡ ποσότητα τοῦ φαγητοῦ εἶναι ζήτημα ποὺ ἐπιδέχεται ἀκραῖες ἑρμηνεῖες. Σύμφωνα μὲ τὸν Βασίλειο, ὁ μοναχός, συγκρινόμενος μὲ τὸν κατὰ κόσμον ἀθλητή, χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὸ "κατεσκληκὸς τοῦ σώματος", τὴν "ἐκ τῆς ἐγκρατείας ἐπανθοῦσαν χροιάν", τὴν "ἀσθένειαν τοῦ σώματος". Στὸ ΚΠ ιϚ’, ἡ ἐγκράτεια ὁρίζεται ὡς ἀποχὴ τῶν ἡδέων, σκοπὸς τῆς ὁποίας εἶναι ἡ καθαίρεση τοῦ φρονήματος τῆς σαρκός καὶ ἡ ἀκόλουθη ἀπόκτηση εὐσέβειας. Ὥστε ἡ καταπόνηση δὲν εἶναι ὁ σκοπός, ἀλλὰ ἁπλὸ γνώρισμα τῆς ἄσκησης, συνέπεια τῆς ἑκούσιας ἀδιαφορίας τῶν μοναχῶν γιὰ τὸ φαγητὸ καὶ τὶς ἐν γένει ταπεινὲς ἡδονές, ἀδιαφορία ἡ ὁποία ὀφείλεται στὴ σπουδὴ γιὰ τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ: "ὡς λειτουργίαν ἐπαχθῆ ὑποτελοῦντα [ἐνν. τὸν ἐγκρατῆ] τῇ φύσει καὶ δυσχεραίνοντα μὲν τῷ καιρῷ τῆς περὶ ταῦτα διατριβῆς, ταχὺ δὲ τῆς τραπέζης ἀποπηδῶντα πρὸς τὴν τῶν ἔργων σπουδήν" (ΚΠ ιζ’). Ὅμως, τὸ ἴδιο τὸ φαγητό, ὅπως καὶ τὸ σῶμα, χάριν τοῦ ὁποίου τὸ φαγητὸ ὑπάρχει, ἐπιβάλλεται, κατὰ τὸν Βασίλειο, νὰ γίνονται ἀφορμὲς δοξολογίας τοῦ Θεοῦ - βλ. Μ. Βασίλειος, Ἐπιστ. 2.6: "αὐτὴν τῶν βρωμάτων τὴν φύσιν καὶ τὴν τοῦ ὑποδεχομένου σώματος κατασκευὴν ἀφορμὴν ποιεῖσθαι δοξολογίας· πῶς ποικίλα εἴδη τροφῶν τῇ ἰδιότητι τῶν σωμάτων ἁρμόζοντα παρὰ τοῦ πάντα οἰκονομοῦντος ἐπινενόηται"[*].

[160] Βλ. Inst. IV.17: "Apud Aegyptios enim..."[*].

[161] Ἡ τακτικὴ τῶν νευμάτων ὁδήγησε συχνὰ τὰ μεσαιωνικὰ μοναστήρια στὴν ἀνάπτυξη σχετικῆς γλώσσας, ἡ ὁποία ἀντικατέστησε τὸν ἀπαγορευμένο προφορικὸ λόγο: "At least a hundred signals have been recorded. Giraldus Cambrensis, at the Canterbury dinner [sixteen dishes, tricked out with stimulating sauces and accompanied by beer, ale, claret, new wine, mead and mulberry wine], thought he was watching a stage play, with all the gesticulations and whistling that went on. Another scholar reports that when the monks were forbidden to communicate with their hands, they talked with their feet" (Bishop, The Pelican Book..., σελ. 189‑90).

[162] Πρβλ. Παλλάδιος, Λαυσ. ἱστορία 32.6: " Ἐσθίοντες δὲ τὰς κεφαλὰς καλυπτέτωσαν τοῖς κουκουλίοις ἵνα μὴ ἀδελφὸς ἀδελφὸν μασώμενον ἴδῃ. Οὐκ ἔστι λαλῆσαι ἐσθίοντα, οὐδὲ ἐκτὸς τοῦ πίνακος ἢ τῆς τραπέζης ἀλλαχοῦ προσέχειν τῷ ὀφθαλμῷ."[*]. Ὁ Κασσιανὸς δὲν ἀναφέρει, ὅτι καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ διάταξη τοῦ ἀγγελικοῦ νόμου. Βάσει τῶν πολλῶν διαφορῶν μεταξὺ τοῦ ἀγγελικοῦ νόμου τῆς Λαυσαϊκῆς ἱστορίας καὶ τοῦ ἀγγελικοῦ νόμου τοῦ Κασσιανοῦ, ὁ ὁποῖος περιορίζεται στὴν καθιέρωση τῶν 12 Ψαλμῶν κατὰ τὸν Ἑσπερινὸ καὶ τὴν ἀγρυπνία, ὁ Chadwick ὑποστηρίζει, πὼς ἡ παράδοση, τὴν ὁποία μεταφέρει ὁ Κασσιανός, ἀνάγεται "στὴν πρώιμη χριστιανικὴ κοινότητα, σχεδὸν στὴν ἐποχὴ τῶν Πράξεων" καὶ ὄχι στοὺς θεσμοὺς τοῦ Παχώμιου (John Cassian, σ. 59).

[163] Πρβλ. ΚΠ ιε’, ὅπου ὁ Βασίλειος ἀναφέρεται στὶς τιμωρίες τῶν παιδιῶν: " Ἥψατο βρωμάτων παρὰ καιρόν; ἐπὶ πλεῖστον τῆς ἡμέρας ἀπόσιτος ἔστω". Πρβλ. KE ρλϚ’: "εἰ ἀναγκαῖον πάντας συνάγεσθαι τῇ ὥρᾳ τοῦ ἀρίστου καὶ τὸν ἀπολιμπανόμενον καὶ μετὰ τὸ ἄριστον ἐρχόμενον πῶς παρέλθωμεν", ὅπου ὁ Βασίλειος ἀπαντάει πώς, "ὁ τῆς κοινῆς εὐταξίας ἔφορος" πρέπει νὰ διαπιστώσει ἂν ὁ ἀδελφὸς καθυστέρησε κατ’ ἀνάγκην "τοῦ τόπου ἢ τοῦ ἔργου".Ἂν μποροῦσε νὰ προσέλθει ἐγκαίρως, τότε θὰ πρέπει νὰ παραμείνει ἄσιτος, "μέχρι τῆς τετυπωμένης ὥρας ἐν τῇ ἐπιούσῃ". Πρβλ. Μ. Βασίλειος, Ἐπιστ. 2.6: "ὥρα μία τροφῆς ἀποτεταγμένη, ἡ αὐτὴ κατὰ περίοδον ἀπαντῶσα, ὡς ἐκ τῶν εἴκοσι τεσσάρων ὡρῶν τοῦ ἡμερονυκτίου μίαν εἶναι ταύτην προσαναλισκομένην τῷ σώματι· τὰς δὲ λοιπὰς ἐν τῇ κατὰ νοῦν ἐργασίᾳ ἀπασχολεῖσθαι τὸν ἀσκητήν".

[164] "Per cunctam namque Mesopotamiam, Palaestinam et Cappadociam ac totum Orientem...". "Ὁλόκληρη ἡ Ἀνατολή", πάντως, δὲν περιλαμβάνει ἐδῶ τὴν Αἴγυπτο. Βλ. Inst. IV.22, ὅπου διευκρινίζεται ἡ ἀπουσία ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο τῆς ἑβδομαδιαίας ἐναλλαγῆς καθηκόντων.

[165] Βλ. Inst. IV.20.

[166] Βλ. Inst. IV.20.

[167] Βλ. Inst. IV.22. Δὲν ἐξηγεῖ ὅμως γιατί εἶναι ἀναγκαία.

[168] Βλ. KE ρνγ’.

[169] Βλ. KE ρνβ’.

[170] Βλ. ΚΠ θ’.

[171] Βλ. KE ρμγ’.

[172] Βλ. KE ρμδ’.

 

Πίνακας Περιεχομένων  |  Επόμενη σελίδα 

 

MYRIOBIBLOS HOME  |  TOP OF PAGE