Home Page

On Line Library of the Church of Greece


Γιώργος Βαλσάμης

"Sanctum Basilium dico..." ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ

Ο Μέγας Βασίλειος και ο Ιωάννης Κασσιανός για την κοινοβιακή άσκηση. Συγκριτική μελέτη.

Διατριβή μάστερ.

ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ ΠΟΛΥΤΟΝΙΚΑ - TO READ POLYTONIC GREEK

Myriobiblos Home

Τὸ πρῶτο βιβλίο τῶν Θεσμῶν ὁλοκληρώθηκε μὲ τὴ διδασκαλία τοῦ Κασσιανοῦ γιὰ τὸ διπλὸ νόημα τῆς ζώνης, τὸ ὁποῖο συνιστᾶ ἡ ὑπακοὴ στὰ ἔργα τοῦ κοινοβίου καὶ ἡὑπερνίκηση τῶν σεξουαλικῶν ὁρμῶν. Ὀπλισμένος μὲ αὐτὴ τὴ ζώνη ὁ ἀσκητὴς πρέπει τώρα νὰ διδαχθεῖ τὸ σύστημα τῶν κανονικῶν προσευχῶν, σύμφωνα μὲ τοὺς θεσμούς, τοὺς ὁποίους ἵδρυσαν οἱ ἀρχαῖοι πατέρες τῆς Ἀνατολῆς. Στὸ πρῶτο βιβλίο ὁ Κασσιανὸς ἐξηγεῖ γιὰ ποιὸ λόγο προέταξε τὰ περὶ ἐνδύματος κεφάλαια. Στὴν ἀρχὴ ὅμως τοῦ δεύτερου βιβλίου δὲν ἐξηγεῖ τὴ συγκεκριμένη θέση τῶν περὶ προσευχῆς κεφαλαίων στὴ διάρθρωση τοῦ ἔργου του, ἀλλὰ μόνο δηλώνει, πὼς δὲν θὰ ἀναφερθεῖ στὸν χαρακτήρα[1] τῶν προσευχῶν οὔτε στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἐκπληρώνεται ἡ ἀποστολικὴ ἐντολὴ τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς.[2] δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κατάλληλος τόπος γι’ αὐτὰ τὰ θέματα, ἀνήκουν στὴ θεματολογία τῶν Συμβολῶν, δηλώνει ὁ Κασσιανός, χωρὶς καὶ πάλι νὰ ἐξηγεῖ.[3] Λίγα κεφάλαια πιὸ κάτω, ὅμως, θὰ μετριάσει κάπως τὴ στάση του καὶ θὰ μιλήσει γιὰ τὸν χαρακτήρα τῶν προσευχῶν τῶν αἰγυπτίων πολὺ συνοπτικά, φοβούμενος τὸ ἐνδεχόμενο νὰ μὴ μπορέσει νὰ γράψει τὸ βιβλίο τῶν Συμβολῶν ἢ νὰ μὴ μπορέσει κάποιος νὰ τὸ προμηθευθεῖ. Ἀλλὰ καὶ πάλι δὲν παραλείπει νὰ τονίσει, ὅτι δὲν δίνει παρὰ μόνο τὶς ἀρχὲς μίας διαπραγμάτευσης, ἡ ὁποία ἀνήκει καὶ θὰ γίνει μὲ πληρότητα στὶς Συμβολές.[4]

      Ὁ Κασσιανὸς τονίζει τὴν παραδοσιακότητα καὶ τὴν ἀρχαιότητα τῶν ἀνατολικῶν συνηθειῶν στὸ ζήτημα τῆς προσευχῆς, ἐπειδὴ στὴ Δύση, κατὰ τὴ δική του μαρτυρία, δὲν ἀκολουθοῦσαν κάποια τάξηκοινὴ γιὰ ὅλους.[5] Γράφει πὼς ὑπῆρχε ἡ τάση, ὅποιος ἵδρυε κοινόβιο νὰ τὸ ὀργανώνει κατὰ τὶς προσωπικές του ἐπιθυμίες.[6] Ἑπομένως, ἡ τόση ἔμφαση τοῦ Κασσιανοῦ στὴν ἀρχαιότητα καὶ τὴν παράδοση[7] δὲν ὀφείλεται μόνο στὴν ἰδιαίτερη ἐκτίμηση ποὺ εἶχε γιὰ τὴν Αἴγυπτο,[8] ἀλλὰ καὶ στὴν προσπάθειά του νὰ βοηθήσει στὴν ἑδραίωση ἑνιαίας τάξης στὰ δυτικὰ κοινόβια.[9]

     Τέσσερα κεφάλαια τοῦ δεύτερου βιβλίου τῶν Θεσμῶν[10] ἀσχολοῦνται μὲ τὸ ζήτημα τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ψαλμῶν, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ χρησιμοποιοῦνται στὸν Ἑσπερινὸ καὶ τὶς ἀγρυπνίες.[11] Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐτέθη, σύμφωνα μὲ τὸν Κασσιανό, ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους πατέρες τῆς Αἰγύπτου, ὥστε νὰ προλάβουν ἐνδεχόμενα σχίσματα μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν, ἀφοῦ ἄλλοι μποροῦσαν νὰ ψάλλουν περισσότερους ἀπὸ 12 Ψαλμοὺς ἐνῶ ἄλλοι δὲν ἄντεχαν.[12] Τὴν ἐποχὴ τῆς τελειότητας τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν "fervensque paucorum fides necdum in multitudinem dispersa tepuisset",[13] κυριαρχοῦσε ἡ τάση νὰ ψάλλονται περισσότεροι ἀπὸ 12 Ψαλμοί. Τὸ ἴδιο ἐξακολουθοῦσε καὶ ἐπὶ Κασσιανοῦ νὰ συμβαίνει στὴ Δύση, ὅπου ἄλλωστε οἱ λειτουργικὲς συνήθειες διέφεραν πολὺ ἀπὸ τόπο σὲ τόπο.[14] Ὁ Κασσιανὸς ἐπιμένει στὸν ἀριθμὸ 12, ἐπειδὴ αὐτὸς ὁ ἀριθμὸς παραδόθηκε ἀπὸ ἄγγελο στοὺς ἀρχαίους πατέρες τῆς Αἰγύπτου καὶ ἐφαρμοζόταν ὣς τὴν ἐποχὴ τοῦ ἰδίου, "per universam Aegyptum et Thebaidem",[15] ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ περισσότεροι Ψαλμοὶ εἶναι δυνατὸν νὰ κουράσουν καὶ ἑπομένως νὰ ἀποσπάσουν τὸν νοῦ ἀπὸ τὴν προσευχή.[16] Στὰ κεφάλαια 4 καὶ 6, ὁ Κασσιανὸς μιλάει ἀκόμη γιὰ δύο ἀναγνώσματα (lectiones), τὰ ὁποῖα μὲ δική τους πρωτοβουλία οἱ ἀρχαῖοι πατέρες τῆς Αἰγύπτου προσέθεσαν μετὰ τοὺς Ψαλμούς, ἕνα ἀπὸ τὴν Παλαιὰ καὶ ἕνα ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη. Ἡ προσθήκη αὐτὴ δὲν εἶχε δεσμευτικὸ χαρακτήρα ἀλλὰ ἀπευθυνόταν μόνο σὲ ὅσους ἐπιθυμοῦσαν ἐξοικείωση μὲ τὴν Ἁγία Γραφή.[17] Ὁλόκληρος αὐτὸς ὁ προβληματισμός, γιὰ τὸν ἀριθμὸ τῶν Ψαλμῶν καὶ τὴν ἀγγελικὴ παρέμβαση, ἀπουσιάζει τελείως ἀπὸ τὸν Βασίλειο. Ἐπίσης ἀπουσιάζει ἀπὸ τὸν Βασίλειο ὁ προβληματισμός, τὸν ὁποῖο ὁ Κασσιανὸς ἐκθέτει στὸ 7ο κεφάλαιο, γιὰ πόσο χρονικὸ διάστημα πρέπει νὰ παραμένουν γονατιστοὶ οἱ προσευχόμενοι μετὰ τὸ τέλος κάθε Ψαλμοῦ.

     Στὰ κεφάλαια 2, 8 καὶ 10 τοῦ δεύτερου βιβλίου τῶν Θεσμῶν,ὁ Κασσιανὸς ἀναφέρεται στὸν τρόπο τῆς ψαλμωδίας σὲ συγκεκριμένες ὧρες καὶ στὴ χρήση τῆς τριαδολογικῆς εὐχῆς "δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ ἁγίῳ Πνεύματι".[18] Σχετικὰ μὲ τὸ τελευταῖο ζήτημαὁ Κασσιανὸς γράφει, πὼς στὴν Ἀνατολὴ δὲν ὑπάρχει τὸ δυτικὸ ἔθιμο νὰ ἀκολουθεῖ μετὰ ἀπὸ κάθε Ψαλμὸ ἡ τριαδολογικὴ εὐχή, ἀλλὰ λέγεται μόνο μετὰ τὸ τέλος ὅλης τῆς ἀκολουθίας.[19] Στὴν ἀρχὴ τοῦ 2ου κεφαλαίου, ὁ Κασσιανὸς μέμφεται ὅσους ἔχουν εἰσαγάγει τὴ χρήση εἴκοσι ἢ καὶ τριάντα Ψαλμῶν, "singulis noctibus" ("κάθε νύχτα"), καὶ μάλιστα μὲ τὴ χρήση ἀντιφωνίας καὶ κάποιων τροποποιήσεων.[20] Ἡ παρατήρηση αὐτὴ δὲν πρέπει νὰ ἑρμηνευθεῖ ὡς ἀπόρριψη ἀπὸ μέρους τοῦ Κασσιανοῦ τῆς ἀντιφωνικῆς στιχολογίας. Ὁ ἴδιος, στὸ 8ο κεφάλαιο τοῦ τρίτου βιβλίου τῶν Θεσμῶν, περιγράφει, χωρὶς νὰ ἀπορρίπτει, τὴ χρήση ἀντιφωνίας ἀπὸ τοὺς αἰγύπτιους στὴν ἀγρυπνία τοῦ Σαββάτου. Ἑπομένως, οἱ παρατηρήσεις τοῦ Κασσιανοῦ σχετικὰ μὲ διάφορες αὐθαιρεσίες δὲν στρέφονται ἐναντίον τῆς ἀντιφωνίας - καὶ μάλιστα ἐφόσον στὸ συγκεκριμένο κεφάλαιο τονίζεται ἡ ποικιλία τῶν λειτουργικῶν συνηθειῶν τῆς Δύσης, χωρὶς νὰ διευκρινίζεται ἂν ὑπάρχει κάτι μεταξὺτῶν συνηθειῶν αὐτῶν, τὸ ὁποῖο θὰ μποροῦσε ἢ θὰ ἐπιβαλλόταν νὰ διατηρηθεῖ, ἢ ἂν θὰ ἔπρεπε ὅλες νὰ καταργηθοῦν.

      Ἡ ἐπιστολὴ 207 τοῦ Μ. Βασιλείου πρὸς τοὺς Νεοκαισαρεῖς κληρικοὺς παρέχει πληροφορίες γιὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα σχετίζονται μὲ τὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας λίγο μετὰ τὰ μέσα τοῦ τετάρτου αἰῶνος. Σύμφωνα μὲ αὐτές, ὄχι μόνο στὴν Καππαδοκία ἀλλὰ σὲ ὁλόκληρη τὴν Ἀνατολὴ συμπεριλαμβανομένης τῆς Αἰγύπτου συνηθίζονταν οἱ ἀκολουθίες τοῦ Ὄρθρου, οἱ ὁποῖες ἄρχιζαν πρὶν ξημερώσει καὶ περιελάμβαναν ἀντιφωνικὴ ψαλμωδία.[21] Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Βασίλειος δὲν ἀναφέρεται στὶς λειτουργικὲς συνήθειες τῶν ἀσκητῶν, ἀλλὰ τοῦ λαοῦ, δὲν σημαίνει πὼς αὐτὲς δὲν ἴσχυαν στὰ κοινόβια, καὶ μάλιστα ἐφόσον στὴν ἴδια ἐπιστολὴ ὁ Βασίλειος ἀπολογεῖται ἐπίσης γιὰ τὴ σημασία τοῦ μοναστικοῦ βίου, κατ’ ἐπίδρασιν τοῦ ὁποίου, πιθανῶς, εἶχαν ἀναπτυχθεῖ καὶ τὰ συγκεκριμένα λειτουργικὰ ἔθιμα στὶς πόλεις. Μιλώντας, λοιπόν, στὴ συγκεκριμένη ἐπιστολὴ γιὰ τὸν Ὄρθρο, ὁ Βασίλειος ἀναφέρει δύο τρόπους ψαλμωδίας: μὲ διαχωρισμὸ τῶν πιστῶν σὲ δύο ὁμάδες (χορούς), καὶ μὲ τὴν ἀνάθεση τῆς μελωδίας σὲ ἕνα ψαλμωδὸ καὶ τὴν ὑπήχηση τῶν ἐφυμνίων ἀπὸ τοὺς ὑπόλοιπους πιστούς. Πρόκειται, συνεπῶς, γιὰ ἀντιφωνικὴ ψαλμωδία. Στοὺς Ὅρους κατ’ ἐπιτομὴν ὁ Βασίλειος συνιστᾶ ἀνάθεση τῆς ψαλμωδίας σὲ συγκεκριμένα πρόσωπα "ἐξ ἐφημερίας", ἀλλὰ ὄχι ὑποχρεωτικά: ὁ "κανόνας" θὰ μποροῦσε νὰ παρακαμφθεῖ, ἂν ὑπῆρχε περίπτωση νὰ ἀποδοθεῖ στὸν προεστῶτα κατηγορία προσωποληψίας.[22] Ὡς "κανόνα", πάντως, συνιστᾶ τὴν ἐπιλογὴ τῶν ἱκανοτέρων στὴν ψαλμωδία, τὸ ὁποῖο σημαίνει ὅτι ὁ διαχωρισμὸς τῶν ἀσκητῶν σὲ δύο χοροὺς δὲν ἦταν ἡ συνήθης τακτικὴ στὰ κοινόβια τῆς Ἀνατολῆς, ἤ, ἐν πάσῃ περιπτώσει, δὲν ἦταν ἡ τακτικὴ ποὺ ὁ Βασίλειος εἶχε κατὰ νοῦ ὅταν ἔγραφε τὸν συγκεκριμένο ὅρο.[23]

     Περισσότερο ἐνδιαφέρον γιὰ τὸ θέμα μας παρουσιάζουν ὅσα γράφει ὁ Κασσιανὸς στὸ τρίτο βιβλίο τῶν Θεσμῶν, ὅπου ἀναφέρεται στὶς πρωϊνὲς ὧρες προσευχῆς. Οἱ αἰγύπτιοι, κατὰ τὴ μαρτυρία τοῦ Κασσιανοῦ, δὲν χρησιμοποιοῦσαν τὴν ὑπάρχουσα στὴν Παλαιστίνη καὶ Μεσοποταμία διάκριση μεταξὺ τρίτης, ἕκτης καὶ ἔνατης ὥρας, ἀλλὰ διέκριναν μόνο τὶς νυκτερινὲς ὧρες προσευχῆς, διέκριναν δηλαδὴ μόνο μεταξὺ Ἑσπερινοῦ καὶ ἀγρυπνίας.[24] Ὁ Κασσιανὸς θὰ περιγράψει τὶς συγκεκριμένες λειτουργικὲς συνήθειες τῆς Μεσοποταμίας καὶ τῆς Παλαιστίνης ὄχι ἐπειδὴ τὶς προτιμᾶ ἀλλά, ὅπως δηλώνει, ἐπειδὴ ὑποσχέθηκε νὰ μετριάσει τὴν τελειότητα καὶ τὸ σθένος τοῦ συστήματος τῶν αἰγυπτίων.[25]Σύμφωνα μὲ ὅσα γράφει, οἱ αἰγύπτιοι τηροῦσαν (καὶ συνεπῶς γνώριζαν καὶ ἀποδέχονταν) τὶς συγκεκριμένες ὧρες, ἀλλὰ ἑνωμένες (iugiter) καὶ σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἡμέρας, ὁ καθένας ξεχωριστὰ μέσα στὸ κελλί του, παράλληλα μὲ χειρωνακτικὴ ἐργασία.[26] Ὁ Κασσιανὸς τονίζει, πὼς ἡ συγκεκριμένη λειτουργικὴ συνήθεια τῶν αἰγύπτιων ἀποτελεῖ ἑκούσιο δῶρο πρὸς τὸν Θεὸ (voluntarium munus), καὶ ἐπειδὴ προσφέρεται ἀδιαλείπτως (incessanter offertur) εἶναι κάτι περισσότερο (plus) ἀπὸ τὶς κανονικὲς καὶ ὑποχρεωτικὲς ὧρες τῆς προσευχῆς. Ἀπὸ τὶς παρατηρήσεις αὐτὲς μποροῦμε νὰ εἰκάσουμε μὲ σχετικὴ ἀσφάλεια,[27] ὅτι ὁ Κασσιανὸς πιστεύει, εἴτε συνειδητὰ εἴτε ὄχι, πὼς ἡ διάκριση τῶν ὡρῶν τῆς προσευχῆς, ἀλλὰ καὶ ὁποιοσδήποτε μοναστικὸς κανόνας, μειώνει τὴν ἀνθρώπινη ἐλευθερία,[28] καὶ ἐπίσης, ὅτι τὸ δύσκολο, ποὺ θέλει νὰ μετριάσει, ἐπειδὴ δὲν ταιριάζει στὸ κοινοβιακὸ εἶδος ἀσκήσεως, εἶναι ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή.[29] Δύο στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα γιὰ τὸν Βασίλειο συγκαταλέγονται ἀνάμεσα στὰ θεμέλια τῆς κοινοβιακῆς ἄσκησης, τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, ὁ Κασσιανός, χωρὶς κανένα δισταγμό, φαίνεται νὰ τὰ ἔχει ἀποσύρει ἀπὸ αὐτὸ τὸ εἶδος ἄσκησης καὶ νὰ τὰ ἔχει ἀποδώσει στὸν ἀναχωρητισμὸ ἀποκλειστικά. Ἡ μόνη ἐξήγηση ποὺ παρέχει εἶναι, πὼς ἡ κοινοβιακὴ ἄσκηση ἀπευθύνεται στοὺς πιὸ ἀδύναμους. Δὲν μποροῦμε, ἑπομένως, νὰ συζητήσουμε περαιτέρω τὶς διαφορές του σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο μὲ τὸν Βασίλειο. Πρέπει, ὅμως, νὰ ὑπογραμμισθεῖ, καὶ νὰ συνυπολογίζεται ὅποτε ἀναφερόμαστε στοὺς Θεσμούς, ὅτι ὁ Κασσιανός, ρυθμίζοντας τοὺς κανόνες τοῦ κοινοβίου, προσπαθεῖ νὰ ἐπιβάλλει πειθαρχία ἐν μέρει ἀκούσια, ἡ ὁποία, ἐφόσον εἶναι ἀκούσια, δὲν θὰ εἶναι ἀπολύτως ἀρεστὴ στὸν Θεό, ὅπως ὁ ἴδιος γράφει. Ὑπάρχει, δηλαδή, ἐδῶ ταυτόχρονη ἐκτίμηση τῆς ἐλευθερίας καὶ ἐνίσχυση (ὡς πρὸς τὴν πρόθεση τουλάχιστον, καὶ σύμφωνα πάντοτε μὲ τὰ κριτήρια τοῦ Κασσιανοῦ) τῆς δουλείας. Ὁ Κασσιανὸς λοιπὸν στερεῖἀπὸ τοὺς κοινοβιάτες τὰ ἀγαθὰ τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς καὶ τῆς ἐλευθερίας, ὑποβιβάζει τὴ σημασία τῆς τηρήσεως συγκεκριμένων ὡρῶν προσευχῆς,[30] καὶ ἐπιπλέον δημιουργεῖ ἀσύμβατο μεταξὺ προσευχῆς καὶ ἐργασίας, ἀφοῦ χωρὶς τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ ἡ ἐργασία δὲν δικαιώνεται. Ἐπιπλέον, πῶς δικαιώνεται ἡ ἐργασία τῶν αἰγυπτίων παράλληλα μὲ τὴν τέλεση τῶν τακτῶν ὡρῶν προσευχῆς - ἂν βέβαια δεχθοῦμε ὅτι ὁ Κασσιανὸς μεταφέρει ἐδῶ πράγματι τὴν αἰγυπτιακὴ παράδοση; Ἡ ἐργασία, ὅπως κάθε πράξη τοῦ ἀνθρώπου, δὲν πρέπει νὰ γίνεται ἀφορμὴ δοξολογίας τοῦ Θεοῦ; Ὅμως οἱ τακτὲς ὧρες προσευχῆς ἔχουν ἤδη προκαθορισμένο περιεχόμενο, ὥστε, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς τελέσεώς τους, ὁποιαδήποτε ἄλλη πράξη δὲν μπορεῖ νὰ ἀποτελέσει ἀφορμὴ δοξολογίας, καθίσταται μηχανική, καί, ἑπομένως, δὲν δικαιώνεται λειτουργικά.

      Ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Κασσιανοῦ συνάγεται, πὼς τὴ διάκριση τῶν πρωϊνῶν ὡρῶν τηροῦσαν ἐπίσης στὴ Δύση.[31] ΣτὸInst. III.3,διαβάζουμε, πὼς τὰ μοναστήρια ὁλόκληρης τῆς Ἀνατολῆς, ἐπίσης ἀκολουθώντας αὐτὲς τὶς ὧρες, ὁλοκληρώνουν τὶς ἀντίστοιχες ἀκολουθίες μὲ τρεῖς Ψαλμοὺς ἀνὰ ὥρα. Ἡ πληροφορία αὐτή, τουλάχιστον ἀπὸ τὸν Βασίλειο δὲν ἐπιβεβαιώνεται. Ὁ Βασίλειος ὄχι μόνο δὲν ἀναφέρει κάτι τέτοιο, ἀλλὰ καὶ χρησιμοποιεῖ δύο Ψαλμοὺς γιὰ νὰ θεμελιώσει βιβλικὰ τὴν τρίτη ὥρα καὶ ἄλλους δύο γιὰ τὴν ἕκτη ὥρα.[32] Μάλιστα, τὴν ἔνατη ὥρα ὁ Βασίλειος θεμελιώνει στὸ χωρίο 3.1 τῶν Πράξεων καὶ στὴν προσευχὴ τοῦ Πέτρου καὶ τοῦ Ἰωάννη, "ἐπὶ τὴν ὥραν τῆς προσευχῆς τὴν ἐνάτην", χωρὶς νὰ ἀναφέρει οὔτε ἕνα Ψαλμό.[33] Τελειώνοντας, ὁ Βασίλειος μιλάει γιὰ "τὴν ἐν ταῖς προσευχαῖς καὶ ψαλμωδίαις κατὰ τὰς ἐπικεκριμένας ὥρας διαφοράν τε καὶ ποικιλίαν", τὸ ὁποῖο προϋποθέτει, ὅτι χρησιμοποιοῦσαν λίγο πολὺ διαφορετικοὺς Ψαλμοὺς γιὰ κάθε ὥρα, δὲν ἀναφέρει ὅμως πόσους ἀκριβῶς, οὔτε ἂν ὑπῆρχε ἢ ἂν θὰ ἔπρεπε νὰ ὁρισθεῖ σταθερὸς ἀριθμὸς Ψαλμῶν. Πρέπει, τέλος, νὰ σημειωθεῖ, πὼς τὴ διαπραγμάτευση τοῦ Κασσιανοῦ ὁρίζει ἡ διαρκὴς μέριμνα νὰ ἐξασφαλισθεῖ ἡ κατάλληλη ἰσορροπία μεταξὺ τοῦ χρόνου, ὁ ὁποῖος θὰ πρέπει νὰ ἀφιερώνεται στὴν προσευχή, καὶ τοῦ χρόνου, ὁ ὁποῖος θὰ πρέπει νὰ ἀφιερώνεται στὶς ὑπόλοιπες δραστηριότητες, καὶ μάλιστα στὴν ἐργασία - ἰσορροπία ἰδιαιτέρως κρίσιμη, ἂν σκεφθοῦμε, πὼς μετὰ τὸν ἐξοβελισμὸ τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς ἀπὸ τὴν κοινοβιακὴ ἄσκηση, ἐργασία καὶ προσευχὴ ἔχουν καταστεῖ ἀνταγωνιστικὲς δραστηριότητες. Ὁ Βασίλειος, ἂν καὶ γνωρίζει πὼς ἀρκετοὶ προσπαθοῦσαν νὰ ἀποφύγουν μὲ τὴν προσευχὴ τὴν ἐργασία, δὲν ἐπιδεικνύει τὴ μέριμνα, τὴν ὁποία βλέπουμε στὸν Κασσιανό. Δὲν προσδιορίζει τὸν συνολικὸ χρόνο, ὁ ὁποῖος θὰ πρέπει νὰ ἀφιερώνεται στὴν προσευχή, μὲ τὴν ἀκρίβεια ποὺ τὸ κάνει ὁ Κασσιανός. Ἀντίθετα, στὸ ἴδιο κεφάλαιο, ὅπου ἀντιμετωπίζει τοὺς ἀποφεύγοντες τὴν ἐργασία, ἐξαίρει τὴν ἀναγκαιότητα τῆς προσευχῆς, γράφοντας, ὅτι ἂν καὶ ὑπάρχει, καὶ εἶναι ἀναγκαία, ἡ ἐντολὴ τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς, ἡ ὁποία συμβιβάζει ἐργασία καὶ προσευχή, πάντως δὲν πρέπει νὰ ἀμελοῦνται οὔτε οἱ συγκεκριμένες ὧρες τῆς προσευχῆς.[34] Ὁ Κασσιανός, ἀντιμετωπίζοντας τὸ ἴδιο πρόβλημα, τονίζει μᾶλλον τὴν ἀναγκαιότητα νὰ μετριασθεῖ ὁ χρόνος, ὁ ὁποῖος ἀφιερώνεται στὴν προσευχή.[35] Ἑπομένως, ὁ Βασίλειος κατὰ κύριο λόγο κανονίζει τὴν ἰσορροπία μεταξὺ τῆς προσευχῆς στὶς καθιερωμένες ὧρες καὶ τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς,ἐνῶ ὁ Κασσιανὸς μεταξὺ τῆς προσευχῆς καὶ τῆς ἐργασίας.[36]

 

Τὸν ἄξονα τῆς ἀδιάλειπτης προσευχῆς παρέχουν, σύμφωνα μὲ τὸν Βασίλειο, οἱ ἴδιες οἱ πράξεις τοῦ ἀνθρώπου:

 

"οὕτω καὶ τὸ ἀμετεώριστον τῇ ψυχῇ κατορθοῦμεν, ὅταν ἐφ’ ἑκάστῃ ἐνεργείᾳ τήν τε εὐοδίαν τῆς ἐργασίας παρὰ Θεοῦ αἰτῶμεν καὶ τὴν εὐχαριστίαν τῷ δεδωκότι τὸ ἐνεργεῖν ἀποπληρῶμεν καὶ τὸν σκοπὸν τῆς πρὸς αὐτὸν εὐαρεστήσεως φυλάσσωμεν".[37]

 

 Ἡ προσευχὴ τῶν διατεταγμένων ὡρῶν ἔχει ὡς ἄξονά της πράξεις θεῖες ἢ ἀποστολικές, οἱ ὁποῖες δὲν σχετίζονται ἄμεσα μὲ τὶς καθημερινὲς ἐργασίες, πράξεις, δηλαδή, γιὰ τὶς ὁποῖες, ἂν δὲν ὑπῆρχαν τακτὲς ὧρες προσευχῆς, σ’ αὐτὲς ἀφιερωμένες, δὲν θὰ ὑπῆρχε οὔτε ἡ δυνατότητα νὰ ἀποτελέσουν περιεχόμενο τῆς δοξολογίας τοῦ Θεοῦ. Διαφορετικὰ ἡ ἀδιάλειπτη προσευχὴ θὰ ἦταν ἡ μόνη ἀπαραίτητη.[38] Ἡ ἀδιάλειπτη προσευχὴ εἶναι ἀδιάλειπτη ὄχι ἐπειδὴ οὐδέποτε σταματᾶ, ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν ἀλλοιώνεται ὁ χαρακτήρας της, ἐπειδὴ παραμένει ἡ μία καὶ ἁπλὴ δοξολογία πρὸς τὸν Θεό, παρὰ τὴν ποικιλία τῶν δραστηριοτήτων, στὶς ὁποῖες ἀναφέρεται καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ὁποίων τελεῖται. Ὥστε, διδάσκοντας τὴν τήρηση διατεταγμένων ὡρῶν προσευχῆς, ὁ Βασίλειος δὲν καταλύει τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ ἀλλὰ τὴ συμπληρώνει. Στὶς τακτὲς ὧρες ἡ προσευχὴ ὡς τέτοια παραμένει ἀναλλοίωτη, ὅ,τι μεταβάλλεται εἶναι μόνο οἱ ἀφορμὲς τῆς δοξολογίας τοῦ Θεοῦ.Ἑπομένως, ἡ διάκριση μεταξὺ ἀδιάλειπτης προσευχῆς καὶ τακτῶν ὡρῶν προσευχῆς χρησιμοποιεῖται μᾶλλον συγκαταβατικά, καὶ ἀναφέρεται στὴ διαφοροποίηση τῶν ἀφορμῶν τῆς προσευχῆς καὶ ὄχι τῆς οὐσίας της.[39]

 

     Καὶ τὶς τρεῖς ὧρες[40] βλέπει ὁ Κασσιανὸς νὰ προδιαγράφονται ἀπὸ τὸν Δανιήλ, ὁ ὁποῖος προσευχόταν "τρὶς τῆς ἡμέρας".[41] Τὴ θεσμοθέτηση, ὅμως, τῶν ὡρῶν αὐτῶν ἐξηγεῖ λέγοντας ὅτι, "in his siquidem [sc. temporibus]promissionum perfectio et summa nostrae salutis est adinpleta"[*],[42] ὥστε, κατὰ τὸν Κασσιανό, οἱ ὧρες αὐτὲς τελοῦνται, ἐπειδὴ εἶναι συνδεδεμένες μὲ τὴν ἐκπλήρωση ὑποσχέσεων τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖες ἀφοροῦν στὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Βασίλειος μιλάει γενικότερα σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο γιὰ "παρὰ τοῦ Θεοῦ ἀγαθά", τὰ ὁποῖα κάθε ἕνας ἀπὸ τοὺς καιροὺς τῆς προσευχῆς ὑπενθυμίζει.

      Ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸν Ὄρθρο, ὁ Βασίλειος ἐξηγεῖ, πὼς αὐτὴ τὴν ὥρα ἀρχίζουμε τὴν ἡμέρα ἀφιερώνοντας στὸν Θεὸ "τὰ πρῶτα κινήματα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ νοῦ". Σκοπὸς τῆς προσευχῆς τοῦ Ὄρθρου εἶναι ἡ χαρὰ ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ στὸν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ ἀνθρώπου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.[43] Δὲν βλέπουμε τὴ σύνδεση, τὴν ὁποία κάνει ὁ Κασσιανός, μεταξὺ τῶν ὡρῶν τῆς προσευχῆς καὶ τῆς ἐκπληρώσεως θείων ὑποσχέσεων.

      Ὁ Κασσιανός, ὅταν θὰ ἀναφερθεῖ στὸν Ὄρθρο, θὰ χρησιμοποιήσει τοὺς Ψαλμοὺς 62.2,7 καὶ 118.147,148. Τὸ 118.148 ἐπικαλεῖται ἐπίσης ὁ Βασίλειος, ὁλοκληρώνοντας συμμετρικὰ τὸν περὶ προσευχῶν Ὅρο, ἀναφερόμενος καὶ πάλι στὸν Ὄρθρο.[44] Ὥστε, γιὰ τὴν προσευχὴ τοῦ Ὄρθρου ὁ Βασίλειος χρησιμοποιεῖ συνολικὰ τρεῖς Ψαλμούς, τοὺς 5, 76 καὶ 118, ἐνῶ ὁ Κασσιανὸς δύο, ἀπὸ τοὺς ὁποίους μόνον ὁ ἕνας ἀπαντᾶ καὶ στὸν Βασίλειο, ὁ 118. Ἐκτὸς τῶν Ψαλμῶν, ὁ Κασσιανὸς ἀναφέρει ἐπίσης στὸν Ὄρθρο, ἀλλὰ καὶ στὶς ὑπόλοιπες ὧρες, τὸ ἐπεισόδιο τοῦ κατὰ Ματθαῖον Eὐαγγελίου γιὰ τὸν οἰκοδεσπότη, ὁ ὁποῖος κατὰ τὶς ὧρες αὐτὲς προσέλαβε μισθωτούς.[45]

     Τὸ ζήτημα τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ὄρθρου στὸν Κασσιανὸ εἶναι ἀρκετὰ περίπλοκο. Στὸ τρίτο κεφάλαιο τοῦ τρίτου βιβλίου τῶν Θεσμῶν, προσγράφει στὸν Ὄρθρο (matutina solemnitas) δύο Ψαλμούς, τὸν 62 καὶ τὸν 118. Στὸ ἕκτο κεφάλαιο τοῦ ἴδιου βιβλίου, ἀναφέρει τοὺς Ψαλμοὺς 148-150.[46] Μεταξὺ τῶν δύο κεφαλαίων, ὁ Κασσιανὸς ἔχει μιλήσει γιὰ μία νεοσύστατη ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου, τὴν ὁποία θὰ ὀνομάζουμε ἀπὸ ἐδῶ καὶ στὸ ἑξῆς δεύτερο Ὄρθρο.[47] Ὁ Ὄρθρος, ποὺ ἀποτελοῦσε κατάληξη τῆς ἀγρυπνίας, τελείωνε πρὶν ξημερώσει καὶ ἀποτελεῖτο ἀπὸ τοὺς Ψαλμοὺς 148-150. Ὁ δεύτερος Ὄρθρος ἄρχιζε μὲ τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἥλιου καὶ περιελάμβανε τοὺς Ψαλμοὺς 50, 62 καὶ 89.[48] Στὸ τρίτο κεφάλαιο, ὅμως, ὁ Κασσιανὸς εἶχε ἀποδώσει στὸν Ὄρθρο τοὺς Ψαλμοὺς 62 καὶ 118. Οἱ διαφορὲς αὐτὲς ἐνισχύουν τὴ θέση τοῦ Chadwick, ὅτι τὰ κεφάλαια 4-6 τοῦ τρίτου βιβλίου τῶν Θεσμῶν, τὰ ὁποῖα ἐξηγοῦν τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ δεύτερου Ὄρθρου, εἶναι παρέμβλητα. Ἄλλοι ἐρευνητές, γράφει ὁ Chadwick,ἔχουν μιλήσει γιὰ συγγραφικὴ ἀσυνέπεια ἢ ἀκόμη καὶ γιὰ διανοητικὴ ἀνεπάρκεια τοῦ Κασσιανοῦ,[49]γιὰ τὴν τόση ἀσάφεια τοῦ κειμένου του. Προτιμοῦμε νὰ υἱοθετήσουμε τὴ λύση τοῦ Chadwick καὶ νὰ δεχθοῦμε τὰ τρία αὐτὰ κεφάλαια ὡς παρέμβλητα, ὄχι ἐπειδὴ πιστεύουμε πὼς δὲν ὑπάρχει στὸν Κασσιανὸ ἡ ἀσυνέπεια, γιὰ τὴν ὁποία τὸν κατηγοροῦν, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἡ πρόταση τοῦ Chadwick εἶναι εὔλογη, δὲν ὑποσκάπτεται ἀπὸ τὶς μαρτυρίες τῶν χειρογράφων,[50] καί, κυρίως, διότι οἱ ἐναλλακτικὲς ἐξηγήσεις φαίνεται νὰ δημιουργοῦν περισσότερα προβλήματα ἀπ’ ὅσα λύνουν. Εἰδικῶς ὅμως γιὰ τὸ θέμα μας, μποροῦμε κάλλιστα νὰ δεχθοῦμε διαδοχικὰ ὅλες τὶς εἰκασίες, διότι, εἴτε τὰ κεφάλαια εἶναι παρέμβλητα, εἴτε ὁ Κασσιανὸς μιλάει γιὰ τὴ σύσταση τῆς ἀκολουθίας τῆς πρώτης ὥρας, εἴτε γιὰ τὴ σύσταση τῆς ἀκολουθίας τῶν Αἵνων, σὲ καμμιὰ ἀπὸ τὶς τρεῖς περιπτώσεις δὲν ἀποδεικνύεται ἐξάρτηση ἀπὸ τὸν Βασίλειο στὴν περὶ matutinae solemnitatis διδασκαλία, ἢ διδασκαλίες, τοῦ Κασσιανοῦ.

     Τὴν τρίτη ὥρα ὁ Κασσιανὸς θεμελιώνει στὴν κάθοδο τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐπὶ τῶν ἀποστόλων, ὅπως περιγράφεται στὸ χωρίο 2.14–18 τῶν Πράξεων, τονίζοντας ὅτι ἡ ἔκχυση τοῦ πνεύματος ἀποτελεῖ ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ διατυπωμένη ἤδη στὴν Παλαιὰ Διαθήκη.[51] Ὁ Βασίλειος ἐπίσης συνδέει τὴν τρίτη ὥρα μὲ τὴ δωρεὰ τοῦ Πνεύματος στοὺς ἀποστόλους, ἀλλὰδὲν σταματᾶ σ’ αὐτό. Τονίζει πὼς πρέπει νὰ συγκεντρώνονται ὅλοι, ἀκόμη καὶ ἂν εἶναι μοιρασμένοι σὲ διάφορα ἔργα, νὰ τοὺς ὑπενθυμίζεται ἡ δωρεὰ τοῦ Πνεύματος ποὺ δόθηκε στοὺς ἀποστόλους τὴν τρίτη ὥρα, νὰ προσκυνοῦν πάντες ὁμοθυμαδόν, "εἰς τὸ ἀξίους γενέσθαι καὶ αὐτοὺς τῆς ὑποδοχῆς τοῦ ἁγιασμοῦ", νὰ ζητοῦν "τὴν παρ’ αὐτοῦ [δηλ. τοῦ ἁγ. Πνεύματος] ὁδηγίαν καὶ διδασκαλίαν πρὸς τὸ συμφέρον". Περαιτέρω, ἀναφέρει δύο Ψαλμούς, τὸν 50,12–14 καὶ τὸν 142.10, οἱ ὁποῖοι συνδέουν τὸ ἅγιο Πνεῦμα μὲ τὸ ἐντὸς τοῦ ἀνθρώπου πνεῦμα καὶ τὴν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, αἰτοῦνται τὴν ἀποδοχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεὸ ὡς μετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴ χάρη τοῦ ἁγ. Πνεύματος, καὶ τέλος ὁρίζουν τὴν πνευματικὴ πορεία τοῦ ἀνθρώπου ὡς πορεία ἐξουσίας, ὑποστηρικτὴς καὶ ἀρχηγὸς τῆς ὁποίας εἶναι ὁ Θεὸς διὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Τέλος, ὁ Βασίλειος ἀναφέρει καὶ τὴν περίπτωση τῶν ἀσκητῶν, οἱ ὁποῖοι βρίσκονται σὲ ἄλλο τόπο, λέγοντας ὅτι, "πληροῦν ἀναγκαίως ὀφείλουσιν ἐκεῖ ἕκαστα τὰ κοινῇ δόξαντα, μηδὲν διακρινόμενοι", θεμελιώνοντας τὴν προτροπή του στὸ χωρίο Ματθ. 18.20, κατὰ τὸ ὁποῖο ἡ μεταξὺ τῶν πιστῶν ἑνότητα ὀφείλεται στὴν κοινὴ λατρεία τῆς θεότητας τοῦ Χριστοῦ καὶ ὄχι στὴν ἐνδεχόμενη τοπικὴ συνεύρεσή τους. Πιστεύουμε πὼς εἶναι εὔλογο, ἂν ὁ Κασσιανὸς χρησιμοποιοῦσε τὸν Βασίλειο κατὰ τὴ θεμελίωση τῆς τελέσεως τῆς τρίτης ὥρας, νὰ ἐκμεταλλευόταν κάτι ἀπὸ τὰ τόσα ἐπιπλέον στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ὁ Βασίλειος παρέχει. Ἀλλὰ εἶναι τόσες οἱ διαφορὲς μεταξὺ Κασσιανοῦ καὶ Βασιλείου, ὥστετὸ κοινὸ στοιχεῖο τῆς σύνδεσης τοῦ ἐπεισοδίου τῶν Πράξεων μὲ τὴν προσευχὴ κατὰ τὴν τρίτη ὥρα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδοθεῖ παρὰ μόνο στὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας[52] ἀπὸ τὴν ὁποία καὶ οἱ δύο πιθανῶς τὸ ἀντλοῦν.[53]

     Τὴν ἕκτη ὥρα συνδέει ὁ Βασίλειος μὲ τοὺς ἁγίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τὴ συνήθεια τῶν ὁποίων νὰ προσεύχονται "ἑσπέρας καὶ πρωὶ καὶ μεσημβρίας" διακρίνει στὸν 54ο Ψαλμό. Τὴ συνδέει ἐπίσης μὲ τὸν ἐνενηκοστὸ Ψαλμὸ καὶ τὴν ἀποφυγὴ τοῦ μεσημβρινοῦ δαιμονίου. Γιὰ τὸν Κασσιανὸ ἡ ἕκτη ὥρα συνδέεται μὲ τὴ σταύρωση τοῦ Κυρίου καὶ μὲ τὴ θεία ἀποκάλυψη στὸν Πέτρο περὶ σωτηρίας τῶν ἐθνῶν διὰ τοῦ Εὐαγγελίου.[54]

     Τὴν ἔνατη ὥρα συνδέει ὁ Κασσιανὸς μὲ τὴν κάθοδο τοῦ Χριστοῦ στὸν Ἅδη καὶ τὴ σωτηρία τῶν ἁγίων ποὺ πίστεψαν. Τὴ συνδέει, ἀκόμη, μὲ τὴν προσευχὴ τοῦ ἑκατόνταρχου Κορνήλιου καὶ τὴν ἀποκάλυψη, ἡ ὁποία τοῦ δόθηκε κατὰ τὴν ἔνατη ὥρα, γιὰ τὸν εὐαγγελισμὸ καὶ τὴ σωτηρία τῶν ἐθνῶν.[55] Τέλος, τὴ συνδέει μὲ τὴν κατὰ τὴν ὥρα αὐτὴ προσευχὴ τῶν ἀποστόλων Πέτρου καὶ Ἰωάννη.[56] Αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ μόνο κοινὸ σημεῖο μεταξὺ Κασσιανοῦ καὶ Βασιλείου στὴ διαπραγμάτευση τῆς ἔνατης ὥρας, στοιχεῖο τὸ ὁποῖο ὁ Κασσιανὸς ἀναφέρει τελευταῖο καὶ χωρὶς νὰ τὸ τονίζει, ἐνῶ σ’ αὐτὸ ἀποκλειστικὰ ὁ Βασίλειος ἀποδίδει τὴ συνήθεια τῆς προσευχῆς κατὰ τὴ συγκεκριμένη ὥρα.[57]

     ΤὸνἙσπερινὸσυνδέει ὁ Κασσιανὸς μὲ τὶς ἑσπερινὲς θυσίες τῆς μωσαϊκῆς παραδόσεως,[58] μὲ τὴν προσευχὴ τοῦ Δαβὶδ στὸν Ψαλμὸ 140,[59] μὲ τὴν εὐλογία τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου ἀπὸ τὸν Κύριο, διὰ τῆς ὁποίας ἱδρύθηκαν "τὰ θεῖα μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας",[60] καὶ τέλος μὲ τὴν ἔπαρση τῶν χειρῶν τοῦ Κυρίου πρὸς τὸν οὐρανό, ἡ ὁποία λογίζεται ὡς ἑσπερινὴ θυσία (sacrificium vespertinum) πρὸ τῆς καθόδου στὸν Ἅδη. Ὁ Κασσιανὸς ἐξηγεῖ, πὼς ἡ ἔπαρση τῶν χειρῶν, ἐκείνη ἀκριβῶς τὴ στιγμή, ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἐπρόκειτο νὰ πεθάνει, σήμαινε τὴν ἐκπλήρωση τῆς ὑπόσχεσης ποὺ διατυπώθηκε στὸ Ἰω. 12.32, σήμαινε τὴν διὰ τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου ἀνάσταση τοῦ πεπτωκότος γένους τῶν ἀνθρώπων.[61] Τὸν Ἑσπερινὸ ὁ Κασσιανὸς τοποθετεῖ στὴν ἑνδέκατη ὥρα καὶ τὸν ὀνομάζει ἐπίσης "lucernaris hora".[62] Σύμφωνα μὲ τὸν Βασίλειο, ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ, τὴν ὁποία συνδέει μὲ τὸν Ψαλμὸ 4.5, ἀποτελεῖ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεὸ γιὰ τὰ ἀγαθὰ τῆς ἡμέρας καί, κυρίως, ὥρα ἐξομολόγησης τῶν πλημμελημάτων.[63]

     Τέλος, ὁ Βασίλειος μιλάει γιὰ δύο ἐπιπλέον ἀκολουθίες, γιὰ τὴν ἀκολουθία τοῦ Μεσονυκτικοῦ - τὴν ὁποία συνδέει μὲ τὸν Παῦλο καὶ τὸν Σίλα,[64] καθὼς καὶ μὲ τὴ γνωστὴ ρήση τοῦ ψαλμωδοῦ "μεσονύκτιον ἐξεγειρόμην" κλπ,[65] - καὶ γιὰ μία ἀκολουθία, ἡ ὁποία παρεμβάλλεται μεταξὺ Ἑσπερινοῦ καὶ Μεσονυκτικοῦ. Τὴ δεύτερη ἀκολουθία συνδέει μὲ τὸν ἐνενηκοστὸ Ψαλμὸ καὶ τὴ θεωρεῖ αἴτηση, "τοῦ ἀπρόσκοπτον ἡμῖν καὶ φαντασιῶν ἐλευθέραν ὑπάρξαι τὴν ἀνάπαυσιν".[66] Οἱ ἀκολουθίες αὐτὲς ἀπουσιάζουν ἀπὸ τὸν Κασσιανό.

     Σύμφωνα μὲ τὸν Gibson, τὸ Ἀπόδειπνο ἐμφανίζεται γιὰ πρώτη φορὰ στὸν Κανόνα τοῦ ἅγ. Βενέδικτου.[67] Οἱ Pargoire καὶ Vandepitte ὑποστήριξαν, ὅτι τὸ ἀπόδειπνο θεσμοθέτησε ὁ Μ. Βασίλειος, καὶ ἀναφέρονται στὸ ΚΠ λζ’.[68] Στὸ Inst.IV.19, ὁ Κασσιανὸς ἀναφέρει μία ἀκόμη σύναξη, μετὰ τὸ δεῖπνο, "ad concinendos psalmos, quos quieturi ex more decantant"[69]. Ὁρισμένοι ἐρευνητὲς πιστεύουν, ὅτι ἐδῶ ὑπάρχει μνεία τοῦ ἀπόδειπνου.[70] Ὅμως, γιατί ὁ Κασσιανὸς δὲν ἀνέφερε καὶ δὲν ἑρμήνευσε τὴν ἀκολουθία αὐτή, μαζὶ μὲ τὶς ὑπόλοιπες ἀκολουθίες τῶν ὡρῶν, στὸ τρίτο βιβλίο τῶν Θεσμῶν; Γιατί τὴ μνημονεύει μόνο παρεμπιπτόντως, στὸ τέταρτο βιβλίο, μιλώντας γιὰ τελείως διαφορετικὸ θέμα, γιὰ τὴν ἑβδομαδιαία ἀνάθεση διαφόρων καθηκόντων; Ἡ τέτοια μνεία, πάντως, ἐπιβάλλει νὰ δεχθοῦμε, πὼς ὁ Κασσιανός, εἴτε συνειδητὰ εἴτε ὄχι, δὲν προτείνει τὴν εἰσαγωγὴ τῆς συγκεκριμένης ἀκολουθίας στὴ Δύση. Ὅσο γιὰ τὸ Μεσονυκτικό, στὸ ὁποῖο ἀναφέρεται ὁ Βασίλειος, μᾶλλον δὲν μπορεῖ νὰ ταυτισθεῖ μὲ τὴν ἀγρυπνία τοῦ Κασσιανοῦ. Ὅπως ἔχουμε δεῖ, ἡ vigilia τοῦ Κασσιανοῦ ψαλλόταν συνεχόμενα μὲ τὸν Ὄρθρο ἐνῶ στὸν Βασίλειο εἶναι φανερό, ὅτι μεσολαβεῖ μεγάλο χρονικὸ διάστημα ἀνάμεσα στὸ Μεσονυκτικὸ καὶ τὸν Ὄρθρο. Ἄλλωστε, ἂνοἱ δύο αὐτὲς ἀκολουθίες τελοῦνταν ἑνωμένες δὲν θὰ εἶχε λόγο ὁ Βασίλειος νὰ διευκρινήσει, ὅτι οἱ ἀσκητὲς πρέπει νὰ ξυπνοῦν γιὰ τὸν Ὄρθρο πρὶν ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ τοῦ ἥλιου. Τὸ Μεσονυκτικὸ καὶ τὸν Ὄρθρο ταυτίζει ὁ Gain μεταξύ τους καὶ μὲ τὴν ἀκολουθία ποὺ περιγράφει ὁ Βασίλειος στὴν Ἐπιστ. 207.[71] Ὅμως, ὁ ἴδιος ὁ Βασίλειος διακρίνει σαφῶς μεταξὺ τῶν δύο ὡρῶν τῆς ἡμέρας: " Ἀλλ’ ὅπερ τοῖς ἄλλοις ὁ ὄρθρος ἐστί, τοῦτο τοῖς ἀσκηταῖς τῆς εὐσεβείας τὸ μεσονύκτιον".[72] Ὁ Βασίλειος τονίζει τὸ χρέος τῶν ἀσκητῶν νὰ μὴ παραδίδονται πολλὲς ὧρες στὸν ὕπνο, ὥστε τὴ συνάρτηση Ὄρθρου καὶ Μεσονυκτικοῦ βλέπει, στὸ σημεῖο αὐτό, κατὰ τὸ ὅτι ὁ πρῶτος ἀποτελεῖ τὴν κατ’ ἐξοχὴν ὥρα περισυλλογῆς τῶν κοσμικῶν ἐνῶ τὸ δεύτερο τῶν ἀσκητῶν. Συνεπῶς, ὄχι μόνο ἡ ταύτιση τους ἀλλὰ ἀκόμα καὶ ἡ τοποθέτηση τοῦ Μεσονυκτικοῦ κοντὰ στὸ ξημέρωμα εἶναι, κατὰ τὴ γνώμη μας, ἐσφαλμένη.

      Ἀφοῦ ἐξέθεσε τὰ τῆς καθιερώσεως τῶν προσευχῶν, ὁ Κασσιανὸς συνεχίζει μὲ περιπτώσεις τιμωρίας σχετικῆς μὲ ἀργοπορία στὶς προσευχές. Στὴν περίπτωση τῶν πρωϊνῶν προσευχῶν (τῆς τρίτης, ἕκτης καὶ ἔνατης ὥρας), εἴσοδος στὸν ναὸ μετὰ τὴν ὁλοκλήρωση τοῦ πρώτου Ψαλμοῦ δὲν ἐπιτρέπεται, καὶ ἐκεῖνος ποὺ καθυστερεῖ, πρέπει νὰ περιμένει ἔξω γιὰ νὰ ζητήσει συγγνώμη ἀπὸ τοὺς συνασκητές του. Ὁ ἀργοπορημένος πρέπει νὰ κεῖται στὸ ἔδαφος καθὼς ἐκεῖνοι ἐξέρχονται. Στὶς βραδυνὲς προσευχὲς ὅμως ( Ἑσπερινὸ καὶ ἀγρυπνία), δικαιολογεῖται καθυστέρηση, ἂν δὲν ὑπερβαίνει τὴν ὁλοκλήρωση τοῦ δεύτερου Ψαλμοῦ, διαφορετικὰ ἀκολουθεῖ ἡ ἴδια τιμωρία.[73] Στὸν Βασίλειο δὲν βρίσκουμε ἀντίστοιχες διατάξεις. Στὸ KE σπα’,[74] ὅπου ὑπάρχει κάποια θεματολογικὴ συγγένεια, ὁ Βασίλειος μιλάει γιὰ διόρθωση, χωρὶς νὰ προτείνει συγκεκριμένα ἐπιτίμια, εἴτε, ἂν ἡ διόρθωση δὲν εἶναι ἐφικτή, γιὰ ἀποπομπὴ τῆς ἀσκήτριας ἀπὸ τὴν ἀδελφότητα, "ἵνα μὴ μικρὰ ζύμη ὅλον τὸ φύραμα δολώσῃ". Πρόκειται ὅμως γιὰ ἀρκετὰ διαφορετικὴ περίπτωση, ἀπὸ αὐτὴ ποὺ ἐξετάζει ὁ Κασσιανός, ἀφοῦ ἐδῶ ἔχουμε μόνιμη ἀντίδραση στὴν ψαλμωδία, καὶ ὄχι ἁπλὴ καθυστέρηση στὴν ὥρα τῆς προσευχῆς. Ἀλλὰ πουθενὰ καὶ γιὰ κανένα λόγο δὲν χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τὸν Βασίλειο ὁ συγκεκριμένος τρόπος τιμωρίας, τὸν ὁποῖο περιγράφει ὁ Κασσιανός. Ἀκόμη καὶ στὰ νόθα ἐπιτίμια, τὰ ὁποῖα συναντᾶμε ἀποδιδόμενα στὸν Μ. Βασίλειο στὶς στ. 1308-1313 τῆς PG,ἡ περίπτωση καθυστέρησης στὴν προσευχὴ τιμωρεῖται μὲ παραμονή, "εἰς προσευχήν, ἕως ἂν πάντες κοιμηθῶσιν".[75]

     Στὸ Inst. III.8, ὁ Κασσιανὸς ἀναφέρεται στὴν ἀγρυπνία ποὺ προηγεῖτο τοῦ Σαββάτου καὶ εἶχε μεγαλύτερη διάρκεια. Γράφει πὼς στὴν Ἀνατολὴ τελείωνε περίπου δύο ὧρες πρὶν ξημερώσει, ὥστε νὰ ὑπάρχει χρόνος γιὰ ξεκούραση, καὶ προτρέπει τοὺς ἀσκητὲς τῆς Δύσης νὰ κάνουν τὸ ἴδιο. Προσθέτει μάλιστα λεπτομέρειες γιὰ τὸν τρόπο τελέσεως τῆς συγκεκριμένης ἀγρυπνίας, τὴ διάκρισή της σὲ τρία μέρη, "ut labor hac diversitate divisus delectatione quadam defectionem corporis relevet"[76].Τὰ μέρη αὐτὰ περιγράφει ὁ Κασσιανὸς μὲ κριτήριο τὸν τρόπο τῆς ψαλμωδίας, γιὰ τὰ πρῶτα δύο, καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς ἀκολουθίας, γιὰ τὸ τρίτο. Ἔτσι, σύμφωνα μὲ τὸν Κασσιανό, στὶς περιοχὲς τῆς Ἀνατολῆς ἡ ἀγρυπνία τοῦ Σαββάτου διακρινόταν στὸ πρῶτο μέρος, ὅπου χρησιμοποιοῦσαν ἀντιφωνικὴ ψαλμωδία καὶ οἱ προσευχόμενοι μοιράζονταν σὲ δύο χορούς, στὸ δεύτερο μέρος, ὅπου χρησιμοποιοῦσαν καὶ πάλι ἀντιφωνικὴ ψαλμωδία, ὅμως ἔψαλλε ἕνας καὶ οἱ ὑπόλοιποι ὑπηχοῦσαν τὰ ἐφύμνια, καὶ στὸ τρίτο μέρος, τὸ ὁποῖο ἦταν ἀφιερωμένο στὰ ἀναγνώσματα. Ἀκολουθώντας τὴν ποικιλία αὐτὴ κατόρθωναν καὶ μείωναν τὴ σωματικὴ κούραση (corporeum minuentes laborem) μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τελοῦν τὶς ἀγρυπνίες τους μὲ ὑψηλότερη πνευματικὴ ἐγρήγορση (maiore intentione mentis).

     Δὲν θὰ συναντήσουμε στὸν Βασίλειο περιγραφὴ αὐτῆς τῆς ἀγρυπνίας. Στὴν ἐπιστολὴ 207, ἀναφέρεται ἐν γένει στὶς πρωϊνὲς συνάξεις τοῦ λαοῦ. Μποροῦμε ἐκεῖ νὰ δοῦμε τοὺς ἀντιφωνικοὺς τρόπους ψαλμωδίας, τοὺς ὁποίους περιγράφει καὶ ὁ Κασσιανός,[77] καὶ ἀκόμημποροῦμε νὰ δοῦμε παρόμοια μὲ τοῦ Κασσιανοῦ αἰτιολόγηση τῆς ποικιλίας στὴν ψαλμωδία,[78] ἀλλὰ προφανῶς δὲν μπορεῖ νὰ γίνει λόγος γιὰ ἐξάρτηση τοῦ Κασσιανοῦ ἀπὸ τὸν Βασίλειο. Στοὺς Ὅρους κατὰ πλάτος, οἱ διαφορὲς ἀνάμεσα σὲ ὅλες τὶς ἀκολουθίες, καὶ ὄχι μέσα στὴν ἴδια ἀκολουθία, ἐξυπηρετοῦν τὴ σύνδεση μὲ τὰ συγκεκριμένα βιβλικὰ γεγονότα ἀλλὰ καὶ τὴ διατήρηση τῆς ἐγρήγορσης.[79] Παρόμοια, ὅμως, εἶναι ἡ ἐξήγηση τοῦ Κασσιανοῦ, ὄχι ὅταν ἀναφέρεται στὶς καθημερινὲς ἀκολουθίες, ἀλλὰ ὅταν δικαιολογεῖ τὶς λειτουργικὲς ἰδιομορφίες τῆς Κυριακῆς, συγκρίνοντας τὴν ἀκολουθία τῆς θείας κοινωνίας, μὲ τὶς ἀκολουθίες τῶν ἄλλων ἡμερῶν, καὶ ἐπιδοκιμάζοντας τὴν ποικιλία, ἡ ὁποία προκύπτει, ὡς αἰτία ἀνακούφισης τῶν ἀσκητῶν.[80]

     Στὸ 9ο κεφάλαιο τοῦ ἴδιου βιβλίου, ὁ Κασσιανὸς συνδέει τὴν ἀγρυπνία τοῦ Σαββάτου μὲ τὴν ἀγρυπνία τῶν μαθητῶν μετὰ τὸ πάθος τοῦ Κυρίου καὶ ἐξηγεῖ γιὰ ποιὸ λόγο ἔχει ὁρισθεῖ διακοπὴ τῆς νηστείας τὸ Σάββατο καὶ τὴν Κυριακή, ἀποδίδοντάς την στὴν ἀνάγκη ἀναπαύσεως τοῦ σώματος μετὰ τὴν πενθήμερη νηστεία, φροντίζοντας νὰ ἀποτρέψει ἀπὸ κάθε ἐνδεχόμενη παρομοίωση μὲ τὰ ἰουδαϊκὰ ἔθιμα, καὶ συνδέοντάς την μὲ τὸ χωρίο τοῦ Ἐκκλησιαστῆ 11.2,[81] τὸ ὁποῖο, σύμφωνα μὲ τὸν Κασσιανό, ἂν καὶ ἔχει μυστικὴ σημασία (mysticum sensum), ὅμως ταιριάζει καὶ μὲ τὴ διακοπὴ τῆς νηστείας, ἀφοῦ προτρέπει τὸν ἴσο ἑορτασμὸ τῆς ἕβδομης καὶ τῆς ὄγδοης ἡμέρας.[82] Οὔτε ἐδῶ ὑπάρχουν ἀντιστοιχίες μὲ τὸν Βασίλειο, οὔτε στὸ ἑπόμενο, δέκατο, κεφάλαιο, ὅπου ὁ Κασσιανὸς ἐξηγεῖ, ὅτι ἡ νηστεία τοῦ ἀποστόλου Πέτρου τὸ Σάββατο πρὶν ἀπὸ τὴ συνάντηση μὲ τὸν Σίμωνα, δὲν μπορεῖ νὰ ἀποτελέσει ἀφορμὴ κανονικῆς τηρήσεως νηστείας τοῦ Σαββάτου, διότι ὑπῆρξε προϊὸν συγκεκριμένης ἀναγκαιότητος καὶ ἀφοροῦσε σὲ μιὰ συγκεκριμένη περίσταση ἀποκλειστικά.

     Στὸ 11ο κεφάλαιο τοῦ τρίτου βιβλίου, ὁ Κασσιανός, συνεχίζοντας τὴν ἀναφορά του στὸ Σάββατο καὶ τὴν Κυριακή, ἐξηγεῖ τὸν λόγο τῆς παράλειψης ὅλων, ἐκτὸς μίας, τῶν ἀκολουθιῶν ποὺ προηγοῦνται τοῦ δείπνου. Ἡ ἀκολουθία, ἡ ὁποία τελεῖται, διαρκεῖ περισσότερο καὶ θεωρεῖται πὼς περιλαμβάνει ἐπίσης τὴν τρίτη καὶ τὴν ἕκτη ὥρα. Κατὰ τὴν ἀκολουθία αὐτὴ τελεῖται ἡ Θεία Κοινωνία.[83]

     Τὴν ἀναφορά του στὶς ἰδιομορφίες τοῦ Σαββάτου καὶ τῆς Κυριακῆς κλείνει ὁ Κασσιανὸς μιλώντας γιὰ τὸ δεῖπνο τῶν ἀσκητῶν.[84] Τὶς ἡμέρες αὐτές, ὅπως καὶ σὲ κάθε ξεχωριστὴ ἑορτὴ (feriatis temporibus), δὲν χρησιμοποιοῦνται Ψαλμοὶ οὔτε πρὶν ἀρχίσει οὔτε ἀφοῦ τελειώσει τὸ δεῖπνο, ὅπως συμβαίνει συνήθως, ἀλλὰ ἀντὶ τῶν Ψαλμῶν γίνεται καὶ στὴν ἀρχὴ καὶ στὸ τέλος τοῦ δείπνου μόνο μία ἁπλὴ προσευχὴ (simplice oratione facta). Τὸ δεῖπνο αὐτὸ εἶναι ἔκτακτο (extraordinaria refectio) καὶ δὲν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ προσέλθουν ὅλοι οἱ ἀσκητές, ἀλλὰ μόνο ὅσοι αἰσθάνονται σωματικὴ ἐξασθένηση, ὅσοι ἁπλῶς τὸ ἐπιθυμοῦν, καὶ οἱ ἐπισκέπτες τῆς μονῆς. Γιὰ τὸ εἰδικὸ αὐτὸ δεῖπνο τοῦ Σαββάτου καὶ τῆς Κυριακῆς ἐπίσης δὲν ὑπάρχουν ἀναφορὲς στὸν Βασίλειο. 


[1]de qualitate.

[2] Βλ. Α’ Θεσ. 5.17.

[3] Βλ. Inst. II.1.

[4] Βλ. Inst. II.9. Πρέπει ἐδῶ νὰ σημειωθεῖ, πὼς ὁ Βασίλειος διδάσκει τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ ὡς ἕνα ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους σκοποὺς τῆς κοινοβιακῆς ἄσκησης. Βλ. π.χ. KE σλη’ ("εἰ δυνατόν ἐστι τὸ ἀδιαλείπτως ψάλλειν") καὶ σοθ’ ("τί ἐστι τό, Ψάλατε συνετῶς"), καθὼς καὶ τὸ ἐξόχως σημαντικὸ ΚΠ λζ’, κατὰ τὸ ὁποῖο ἡ προσευχὴ συνδυάζεται μὲ τὴν ἐργασία ἀκριβῶς ὅταν καὶ ἐφόσον εἶναι ἀδιάλειπτη.

[5] Ὅπως ἄλλωστε συνέβαινε ἐν γένει μὲ τοὺς δυτικοὺς κοινοβιακοὺς κανόνες. Βλ. Inst. II.2.

[6] Βλ. τὸν πρόλογο τῶν Θεσμῶν, τὸ Inst. II.3, κλπ.Ὁλόκληρο τὸ τρίτο κεφάλαιο τοῦ δεύτερου βιβλίου τῶν Θεσμῶν ἀποτελεῖ παρέκβαση, ἡ ὁποία ἐξηγεῖ τὴν ἀταξία στὸ ζήτημα τῆς προσευχῆς, μὲ τὴν αὐθαιρεσία τῶν ἱδρυτῶν κοινοβίων, τὴν ἀδιαφορία γιὰ τὴν ἀσκητικὴ παράδοση, τὴ θέλησή τους νὰ καθοδηγοῦν χωρὶς προηγουμένως νὰ ἔχουν ἀσκηθεῖ στὴν ὑπακοή. Γιὰ τὴν ἄσκηση τῆς ὑπακοῆς, θεωρεῖ ἐδῶ ὁ Κασσιανὸς ἀπαραίτητη τὴν εἰσαγωγὴ σὲ κοινόβιο, ὁπότε ὁ εἰσαγόμενος ὑπακούει ἀκόμη καὶ σὲ νεότερούς του στὴν ἡλικία, ἂν εἶναι ἀρχαιότεροι στὸν ἀσκητικὸ βίο.

[7] Ὅτι ἐπιστρατεύθηκε τὸ συγκεκριμένο κριτήριο, τῆς ἀρχαιότητας, δὲν εἶναι παράδοξο, ἂν σκεφθοῦμε πώς, ἤδη ἀπὸ τὸν δεύτερο αἰώνα, ἔχουμε τὴν κατὰ τῶν αἱρέσεων τεκμηρίωση τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς στοὺς ἐπισκοπικοὺς θρόνους, καί, κυρίως, ἄν συνυπολογίσουμε τὸ ἀφετηριακὸ σημεῖο τῆς ἐνανθρωπήσεως, τοῦ πάθους καὶ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, τὸ ὁποῖο ὑποχρέωνε καὶ ὑποχρεώνει τοὺς μεταγενέστερους νὰ στρέφουν οὕτως ἢ ἄλλως τὴν προσοχή τους στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ὅπως αὐτὸ μαρτυρεῖται ἀπὸ τὰ κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ ὅπως προτυπώνεται στὰ κείμενα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

[8] Βλ. π.χ. Coll. XVIIII.1, ὅπου ὁ Κασσιανὸς δηλώνει πὼς στὸ κοινόβιο τῆς Συρίας δὲν εἶχε συναντήσει τὴν ὑπομονή, τὴν ὁποία ἐπεδείκνυαν οἱ αἰγυπτιῶτες.

[9] Πρβλ. Rousseau, Ascetics, Authorities and the Church..., σ. 183 κ.ἑ. Τὴν ἴδια ἀκριβῶς προσδοκία εἶχε καὶ ὁ Ρουφῖνος, ὅταν μετέφραζε τοὺς Ὅρους τοῦ Βασιλείου, μετὰ τὴν ἐπιστροφή του ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ.Βλ.τὸν πρόλογο στὴ μτφρ. τοῦ μικροῦ ἀσκητικοῦ, εἰς M. Βασίλειος, Instituta Monachorum, σ. 4 (praef. 11).

[10] Βλ. Inst. II.2 καὶ 4-6. Τὸ τρίτο κεφάλαιο ἀποτελεῖ παρέκβαση, καθ’ ὁμολογία τοῦ ἴδιου τοῦ Κασσιανοῦ, καὶ ἀσχολεῖται μὲ τὸν τρόπο ἐκλογῆς ἡγουμένου στὰ αἰγυπτιακὰ μοναστήρια.

[11] Στὸ Inst. II.2, ὁ Κασσιανὸς μιλάει ἀρχικὰ γιὰ νυκτερινὲς προσευχές ("singulis noctibus") ἀλλὰ ἀμέσως μετὰ ἀναφέρεται στὴ συνήθεια, ἡ ὁποία ἐπικράτησε σὲ ὁρισμένες περιοχές, νὰ ἀντιστοιχεῖ ὁ ἀριθμὸς τῶν Ψαλμῶν στὸν ἀριθμὸ τῶν πρωϊνῶν ὡρῶν, κατὰ τὶς ὁποῖες αὐτοὶ ψάλλονται, καὶ τέλος ἀναφέρεται στὸ σύνολο τῶν προσευχῶν τῆς ἡμέρας ("singulis diei conventibus"). Ἀπὸ αὐτὰ εἰκάζει κανείς, πὼς ἡ σταθεροποίηση τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ψαλμῶν στὴν Αἴγυπτο ἀφοροῦσε σὲ ὅλες τὶς τακτὲς καθημερινὲς προσευχές, πρωϊνὲς καὶ μή. Ἡ εἰκασία αὐτή, ἂν καὶ εὔλογη δὲν εἶναι ὀρθή. Στὸ Inst. II.4, ὁ Κασσιανὸς εἶναι σαφέστερος· ἀναφέρεται στὸν Ἑσπερινὸ καὶ τὶς ἀγρυπνίες, ὄχι στὶς πρωϊνὲς προσευχές. Πρβλ. Inst. II.6.

[12] Βλ. Inst. II.5.

[13] "ἡ θερμὴ πίστη τῶν ὀλιγάριθμων πιστῶν δὲν εἶχε ἀκόμη ψυχρανθεῖ μὲ τὴ διάχυσή της στὸ πλῆθος". Στὴ 18η Συμβολή, ὁ ἀββᾶς Πιαμούν, σχολιάζοντας τὰ κατ’ αὐτὸν τέσσερα εἴδη μοναχῶν, τοὺς κοινοβιάτες, τοὺς ἀναχωρητές, τοὺς σαραβαΐτες καὶ τὸ λεγόμενο τέταρτο εἶδος, παρέχει μία ἐξήγηση τῆς γένεσης τοῦ χριστιανικοῦ μοναχισμοῦ. Ἐπικαλεῖται τὸ ὑπόδειγμα τῆς πρώτης ἀποστολικῆς κοινότητας τῶν Ἱεροσολύμων (σύνδεση πολὺ συχνὴ καὶ στὸν Μ. Βασίλειο) καὶ διαπιστώνει, ὅτι ἀκόμη καὶ οἱἐπίσκοποι (ecclesiae principes) ἀπομακρύνθηκαν ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ πρότυπο καί, ἐκμεταλλευόμενοι τὴν ἐπιείκεια, τὴν ὁποία οἱ ἀπόστολοι ἐπέδειξαν πρὸς τὰ ἔθνη, κατέλυσαν τὴν ἀρχὴ τῆς ἀκτημοσύνης. Ὅσοι πιστοὶ θέλησαν νὰ συνεχίσουν τὴν αὐστηρὴ χριστιανικὴ ζωή, ἐγκατέλειπαν σταδιακὰ τὶς πόλεις καὶ διαχώριζαν τὸν ἑαυτό τους ἀπὸ τὸ χλιαρὸ πλῆθος. Δὲν παντρεύονταν καὶ δὲν διατηροῦσαν ἐπαφὴ μὲ τοὺς συγγενεῖς τους. Ἔτσι προέκυψε ἡ κοινοβιακὴ ἄσκηση. Γιὰ τὴν αὐστηρότητα τῆς ζωῆς τους καὶ τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν κόσμο, ὀνομάστηκαν μοναχοὶ ἢ μονάζοντες, ἐνῶ γιὰ τὴ μεταξύ τους συναναστροφὴ ὀνομάστηκαν κοινοβιάτες (βλ. Coll. XVIII.5). Ἡ ἐξήγηση τοῦ ἀββᾶ Πιαμοὺν διαφέρει ἀπὸ ἐκείνη, τὴν ὁποία παρέχει ὁ Κασσιανὸς στὸ δεύτερο βιβλίο τῶν Θεσμῶν, κατὰ τὸ ὅτι φαίνεται νὰ ἀποδίδει τὴν εὐθύνη γιὰ τὴν ὑποτιθέμενη παρακμὴ τοῦ χριστιανικοῦ πνεύματος στὴν τακτικὴ τῶν ἀποστόλων ἀπέναντι στὰ ἔθνη. Ἐπιπλέον, στὸ δεύτερο βιβλίο τῶν Θεσμῶν, ὁ μοναστικὸς βίος, ἔτσι ὅπως ἀναπτύχθηκε κατὰ τὴν πατερικὴ περίοδο, θεωρεῖται ἀνώτερος ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴν ὑποδειγματικὴ κοινότητα τῶν Ἱεροσολύμων (Inst. II.5). Τὸ ζήτημα τῆς γένεσης καὶ διαμόρφωσης τοῦ χριστιανικοῦ μοναχισμοῦ παραμένει ἀνοικτὸ μέχρι σήμερα. Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ, πέραν τῶν ἐθνικιστικῶν ἀποκλίσεών της, ἡ ἀπάντηση, τὴν ὁποία προτείνει ὁ Σπ. Ζαμπέλιος. Σύμφωνα μὲ τὸν Ζαμπέλιο, προηγεῖται ὁ ἀναχωρητισμός, ὡς προσπάθεια τῆς νεοσύστατης χριστιανικῆς Ἐκκλησίας, ὄχι ἁπλῶς νὰ ἀποφύγει ἀλλὰ νὰ ἐξαγιάσει τὸν κόσμο, μαχόμενη ἐναντίον τῶν ἐθνικῶν ἰδεῶν, "τῇ νοερᾷ καὶ νέᾳ ἐποπτείᾳ τῶν θείων καὶ ἀνθρωπίνων". Ἡ ἔρημος καθίσταται ἡ σχολὴ τῆς Ἐκκλησίας. "Προχωροῦντος ὅμως τοῦ χρόνου, καὶ μάλιστα ἐφ’ ὅσον προσεγγίζει ἡ ὥρα καθ’ ἣν ἡ Ἐκκλησία μέλλει νὰ κηρυχθῇ ἐπικρατοῦν πολίτευμα, ἡ ἔρημος εὑρίσκεται τοσοῦτον κατῳκημένη ὑπὸ Ἀσκητῶν καὶ Ἀναχωρητῶν, καὶ Μοναχῶν, καὶ Ἐρημιτῶν, καὶ Εὐχετῶν, καὶ παντοίου εἴδους μοναχοβίων, ὥστε, ἐνδίδοντες οὗτοι εἰς τὴν ἑλκτικὴν καὶ συναπτικὴν τῆς ἀνθρωπίνης καρδίας δύναμιν, καὶ συγκοινωνήσαντες ἀλλήλοις πρὸς ἀμοιβαίαν συνυποστήριξιν, ἐσχημάτισαν τῇδε κᾳκεῖσε τόσας ἱερὰς ἀποικίας, τόσας μοναχικὰς ὀάσεις, ὅσαι τάξεις ὁμοφρονούντων συνηνώθησαν. / Τοιουτοτρόπως λαμβάνουσι τὴν ἀρχὴν αἱ Μοναὶ καὶ τὰ κοινόβια" (βλ. Ζαμπέλιος, Ἄσματα..., σελ. 67‑71).

[14] Τὴ συνήθεια νὰ ψάλλονται 18 Ψαλμοὶ στὶς νυκτερινὲς ὧρες καὶ 6 σὲ κάθε μία ἀπὸ τὶς πρωϊνὲς ὧρες, τὴν ὁποία ἀναφέρει ὁ Κασσιανὸς στὸ Inst. II.2, ὁ de Vogüé ἀποδίδει στὸ κοινόβιο τοῦ Ληρίνου ("Aux origines de Lérins...,σ. 259).

[15] "σ’ ὁλόκληρη τὴν Αἴγυπτο καὶ τὴ Θηβαΐδα". Βλ. Inst. II.3.

[16] Βλ. Inst. II.4-5. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἦταν τὸ ἐπιχείρημα τοῦ ἴδιου τοῦ ἀγγέλου (βλ. Παλλάδιος, Λαυσ. ἱστορία 32.6).

[17] Βλ. Inst. II.6. Τὸ Σάββατο καὶ τὴν Κυριακή, καὶ τὰ δύο ἀναγνώσματα προέρχονταν ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη, ἕνα ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο ἢ τὶς Πράξεις, καὶ ἕνα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο. Ὁ Κασσιανός, πάντως, δὲν ἐξηγεῖ ποιά ἀκριβῶς ἔννοια εἶχε τὸ προαιρετικὸ τῶν ἀναγνωσμάτων. Μποροῦσαν δηλαδὴ ὁ καθένας νὰ ἐγκαταλείπει τὴ σύναξη κατὰ βούλησιν ἐκείνη τὴν ὥρα; Ἢ μήπως οἱ διάφορες ἀδελφότητες ἔπρεπε νὰ ἀποφασίσουν, ἂν θὰ ἀκολουθήσουν ἢ ὄχι αὐτὸ τὸ σύστημα; Ἡ δεύτερη ἐξήγηση εἶναι κατὰ τὴ γνώμη μας πιθανότερη, ἀφοῦ ἡ πρώτη θὰ προϋπέθετε κατάλυση τῆς εὐταξίας. Ἀλλὰ οὔτε ἡ δεύτερη ἐξήγηση δὲν εἶναι ἱκανοποιητική, διότι κατ’ οὐσίαν ἀναιρεῖ τὸ προαιρετικὸ αὐτῆς τῆς ρύθμισης. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ ἐτίθετο ζήτημα τηρήσεως βιβλικῶν ἀναγνώσεων, πιστεύουμε πὼς θὰ ἦταν πολὺ δύσκολο γιὰ μία ἀδελφότητα νὰ ἀποφασίσει ἀρνητικά. Μιὰ τέτοια ἀπόφαση δὲν θὰ ἰσοδυναμοῦσε σὲ κάποιο βαθμὸ μὲ ἄρνηση τῆς Γραφῆς; Ἐπιπλέον, εἶναι φανερὸ στὸ κείμενο τοῦ Κασσιανοῦ, ὅτι τὸ προαιρετικὸ ἀφοροῦσε στὸν κάθε μοναχὸ ξεχωριστὰ καὶ ὄχι στὶς ἀδελφότητες συνολικά, ὁπότε ἐπιστρέφουμε στὴν ἀρχική, καὶ κατὰ τὴ γνώμη μας παράδοξη, ὑπόθεση.

[18] Βλ. Inst. II.8: "gloria Patri et Filio et Spiritui sancto".

[19] Βλ. Inst. II.8.Ὁ Βασίλειος, στὸ Περὶ ἁγίου Πνεύματος, ὑπερασπίζεται ἐναντίον τῶν πνευματομάχων τὴν ἴδια τὴ χρήση τῆς τριαδολογικῆς εὐχῆς, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴ συχνότητα τῆς ἀναφορᾶς της σὲ ἀκολουθίες.

[20] Ὁ Κασσιανὸς χρησιμοποιεῖ τὴ λέξη "modulatio" καὶ ὁ Guy,ἀκολουθώντας τὸν Baumstark, τὴν ἀποδίδει ὡς "τροπάριο" (βλ. Cuy1965, σ. 59, σημ. 3).

[21] Πρβλ. Coll. XXI.26.

[22] Βλ. KE τζ’.

[23] Ὁ Κασσιανός, στὸ 12ο κεφάλαιο τοῦ δεύτερου βιβλίου τῶν Θεσμῶν, περιγράφει, πῶς κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ψαλμωδίας ὅλοι κάθονταν σιωπηλοὶ σὲ χαμηλὰ καθίσματα ἐνῶ ἕνας ἔψαλλε στὸ κέντρο ὄρθιος. Πρβλ. KE ρογ’, ὅπου ὁ Βασίλειος ἀπαγορεύει κάθε ὁμιλία κατὰ τὴν ὥρα τῆς ψαλμωδίας, τὸ ὁποῖο προϋποθέτει ὅτι τὸ κύριο σῶμα τῶν ἀσκητῶν δὲν ψάλλει.

[24]"Vigiliae" εἶναι ὁ ὅρος, τὸν ὁποῖο μεταχειρίζεται ὁ Κασσιανός. Ἡ ἀκολουθία αὐτὴ τοποθετεῖται χρονικὰ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κασσιανὸ ἀμέσως πρὶν ἀπὸ τὸν Ὄρθρο (βλ. Inst. III.4).

[25] Βλ. Inst. III.1.

[26] Βλ. Inst. III.2. Συγκεντρώνονταν, ὅμως, τὸ Σάββατο καὶ τὴν Κυριακὴ κατὰ τὴν τρίτη ὥρα γιὰ τὴ Θεία Εὐχαριστίαρβλ. Παλλάδιος, Λαυσ. ἱστορία 7.5). Αὐτὲς οἱ δύο συνάξεις, μαζὶ μὲ τὸν Ἑσπερινὸ καὶ τὴν ἀγρυπνία, ἦταν οἱ μόνες κοινὲς ἀκολουθίες (publicae solemnitates).

[27] Σχετική, διότι ἡ αὐστηρὴ συνέπεια δὲν χαρακτηρίζει τὴ σκέψη τοῦ Κασσιανοῦ οὕτως ἢ ἄλλως.

[28] Ἡ εἰκασία μας στηρίζεται σὲ γενίκευση τοῦ ἴδιου τοῦ Κασσιανοῦ.Βλ. Inst. III.2: "Διότι εἶναι περισσότερο ὅ,τι προσφέρεται ἀδιάλειπτα, παρὰ ὅ,τι ἐκπληρώνεται σὲ χρονικὰ διαστήματα, καὶ εἶναι πιὸ εὐπρόσδεκτο τὸ ἑκούσιο δῶρο ἀπὸ τὶς ὑπηρεσίες ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὶς ἐπιταγὲς τῶν κανόνων" (Plus enim est quod incessanter offertur, quam quod per temporis intervalla persolvitur, et gratius voluntarium munus quam functiones quae canonica compulsione redduntur"[*]). Ἐπιχειρεῖ, μάλιστα, καὶ βιβλικὴ θεμελίωση τῆς στάσης του αὐτῆς, ἐπικαλούμενος τὰ χωρία τῶν Ψαλμῶν 53.8 ("ἑκουσίως θύσω σοι") καὶ 118.108 ("τὰ ἑκούσια τοῦ στόματός μου εὐδόκησον δή κύριε"). Τὰ συγκεκριμένα χωρία, ὅμως, τονίζουν τὴν ἐλευθερία χωρὶς νὰ προϋποθέτουν διάσταση μεταξὺ ἐλευθερίας καὶ ἐντολῶν.

[29] Πρβλ. καὶ τὴν προηγούμενη δήλωσή του, στὸ Inst. II.1, πὼς ἡ βαθύτερη σημασία τῆς προσευχῆς καθὼς καὶ ἡ ἀδιάλειπτη προσευχὴ εἶναι θέματα, τὰ ὁποῖα ταιριάζουν νὰ τὰ διαπραγματευθεῖ στὶς Συμβολὲς ἀλλὰ ὄχι στοὺς Θεσμούς.

[30] Πρβλ. ΚΠ λζ’. Ὁ Βασίλειος, ἀντίθετα πρὸς τὸν Κασσιανό, ἐπισημαίνει πὼς ἡ ἀδιάλειπτη προσευχὴ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ’ἀντικαταστήσει’ τὶς διατεταγμένες ὧρες, ἐπειδὴ οἱ τελευταῖες ἔχουν ἰδιαίτερη παιδαγωγικὴ σημασία, ὑπενθυμίζουν τὴ δωρεὰ συγκεκριμένων ἀγαθῶν ἀπὸ τὸν Θεὸ στοὺς ἀνθρώπους.

[31] Χρησιμοποιεῖ πρῶτο πληθυντικὸ πρόσωπο.Βλ. π.χ. Inst. III.2. Πρβλ. Inst. III.4, γιὰ τὸν ἑορτασμὸ τοῦ Ὄρθρου σὲ ὅλη τὴ Γαλλία σχεδὸν ἀμέσως μετὰ τὴν ἀγρυπνία.

[32] Πρόκειται γιὰ τοὺς Ψαλμοὺς 50 καὶ 142 γιὰ τὴν τρίτη ὥρα καὶ 54 καὶ 90 γιὰ τὴν ἕκτη ὥρα. Ἕνα Ψαλμό, τὸν 4, ἀναφέρει στὸν Ἑσπερινό, καὶ ἕνα ἐπίσης, τὸν 118, στὸ Μεσονυκτικό. Τρεῖς Ψαλμοὺς ἀναφέρει μόνο στὴν ὥρα τοῦ Ὄρθρου - τοὺς 5, 76 καὶ 118λ. ΚΠ λζ’). Καὶ ἂν δεχθοῦμε πὼς ὁ Βασίλειος δὲν περιγράφει τὴν τέλεση τῶν συγκεκριμένων ἀκολουθιῶν ἀλλὰ ἀρκεῖται στὴν παράθεση ἐκείνων τῶν βιβλικῶν χωρίων, τὰ ὁποῖα δικαιολογοῦν τὴν καθιέρωσή τους, ἤδη αὐτὴ ἡ στάση του θὰ μαρτυροῦσε πὼς δὲν δίνει στὸ ζήτημα τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ψαλμῶν τὴ βαρύτητα τὴν ὁποία δίνει ὁ Κασσιανός. Πάντως, στὴν περίπτωση τοῦ 90οῦ Ψαλμοῦ, ὁ Βασίλειος ρητὰ ὁρίζει τὴ λειτουργικὴ χρήση του, καὶ μάλιστα δύο φορές, γιὰ τὴν ἕκτη ὥρα -"ἅμα καὶ τοῦ ψαλμοῦ τοῦ ἐνενηκοστοῦ λεγομένου"-, καὶ γιὰ τὴ μεταξὺ Ἑσπερινοῦ καὶ Μεσονυκτικοῦ ἀκολουθία -"λεγομένου καὶ ἐν ταύτῃ τῇ ὥρᾳ ἀναγκαίως τοῦ ἐνενηκοστοῦ ψαλμοῦ"(Αὐτόθι).

[33] Βλ. ΚΠ λζ’.

[34] Βλ. ΚΠ λζ’: "Οὐ μήν, ἐπειδὴ ἡ ἐν παντὶ καιρῷ εὐχαριστία καὶ νόμῳ προστέτακται καὶ ἀναγκαία ἡμῶν τῇ ζωῇ δέδεικται κατά τε φύσιν καὶ λόγον, παρορᾶσθαι δεῖ τοὺς διατετυπωμένους καιροὺς τῶν προσευχῶν ἐν ταῖς ἀδελφότησιν, οὓς ἀναγκαίως ἐξελεξάμεθα, ἑκάστου ἰδίαν τινὰ ὑπόμνησιν τῶν παρὰ τοῦ Θεοῦ ἀγαθῶν ἔχοντος".

[35]Βλ. Inst. III.3. Ἡ στάση τοῦ Κασσιανοῦ δὲν φαίνεται νὰ προϋποθέτει τὴν ἀφιέρωση ὑπερβολικοῦ χρόνου στὴν προσευχὴ ἐκ μέρους τῶν ἀσκητῶν τῆς Δύσης, ἀφοῦ στὸ Inst. III.3 τοὺς μέμφεται ἀκριβῶς ἐπειδὴ καταλύουν τὶς ὧρες προσευχῆς. Πιθανότερο εἶναι, ἂν ἐπίσης σκεφθοῦμε ὅσα ἔχει πεῖ ὁ Κασσιανὸς γιὰ τὴ χρήση ὑπερβολικοῦ ἀριθμοῦ Ψαλμῶν στὴ Δύση, νὰ προσπαθεῖ νὰ προφυλάξει τοὺς δυτικοὺς ἀπὸ συστήματα αὐστηρὰ καὶ ὑπερβολικά, τὰ ὁποῖα εἶχαν δημιουργήσει, ἢ ἔτειναν νὰ δημιουργήσουν, χωρὶς νὰ μποροῦν νὰ ἀνταποκριθοῦν.

[36] Κατὰ τὸν Gribomont, ὑπῆρχε στοὺς ἀναχωρητὲς ἡ τάση νὰ μειώσουν τὶς ὧρες ἐργασίας πρὸς ὄφελος τῆς προσευχῆς, ἀλλὰ συνήθως οἱ τάσεις αὐτὲς καταδικάζονταν, ὅπως συνέβη στὴν περίπτωση τῶν μεσσαλιανῶν: "Numerous are the texts [ἐνν. στὰ Ἀποφθέγματα] which show the best monks in prayer during mealtime, conversation, work, and the night rest" (βλ. Gribomont, "Prayer in Eastern monasticism..., σ. 8).

[37] Βλ. ΚΠ λζ’.

[38] Γι’ αὐτὸ ὁ Βασίλειος γράφει, πὼς ἡ τήρηση τῶν τακτῶν ὡρῶν εἶναι ἀναγκαία: "τοὺς διατετυπωμένους καιροὺς ( . . . ) οὓς ἀναγκαίως ἐξελεξάμεθα" (Αὐτόθι).

[39] Ἡ ὅλη διαπραγμάτευση τοῦ Βασιλείου γιὰ τὴν ἐναρμόνιση ἐργασίας, ἀδιάλειπτης προσευχῆς καὶ τακτῶν ὡρῶν προσευχῆς, κατὰ τὸνde Vogüé, ἔχει ἀφορμὴ τὶς κακοδοξίες τῶν μεσσαλιανῶν (βλ.Vogüé, "The greater rules..., σ. 67), πρόδρομος τῶν ὁποίων ὑπῆρξε ὁ Εὐστάθιος Σεβαστείας (βλ. Gribomont, "Saint Basile..., σ. 129).

[40] Γιὰ τὴ διαμόρφωση τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὡρῶν προσευχῆς ἐν γένει, βλ. The study of Liturgy. Εἰδικὰ γιὰ τὶς τρεῖς μικρὲς ὧρες, σύμφωνα μὲ τὶς μαρτυρίες ποὺ παραθέτει ὁ Grisbrooke,"Well before the Constantinian period we find influential Christian writers advocating the performance of devotions of one kind or another at the third, sixth, and ninth hours ( . . . ) in addition to those ’at the beginning of the day and of the night’" (βλ. W. Jardine Grisbroke, "The formative period-Cathedral and monastic offices"εἰς: The study of Liturgy, σ. 406).

[41]Βλ. Δαν. 6.11,12,14. Πρβλ. Κυπριανοῦ, De domenica oratione 34. Τὸ ὑπόδειγμα τοῦ Δανιὴλ δὲν μεταχειρίζεται ὁ Βασίλειος.

[42] Βλ. Inst. III.3.

[43] Βλ. τὶς παραπομπὲς τοῦ Βασιλείου στοὺς Ψαλμοὺς 76 καὶ 5, εἰς ΚΠ λζ’. Κλείνοντας τὸ κεφάλαιο γιὰ τὶς προσευχές, ὁ Βασίλειος ἀναφέρεται ἀκόμη μία φορὰ στὸν Ὄρθρο λέγοντας ὅτι πρέπει νὰ ἀρχίζει πρὶν ξημερώσει, "ὡς μὴ ἐν ὕπνῳ καὶ κοίτῃ ὑπὸ τῆς ἡμέρας καταληφθῆναι", προτροπὴ τὴν ὁποία δὲν δικαιολογεῖ παρὰ μόνο παραπέμποντας στὸν Ψαλμὸ 118.148: "προέφθασαν οἱ ὀφθαλμοί μου πρὸς Ὄρθρον τοῦ μελετᾶν τὰ λόγια σου". Ἀσφαλῶς δὲν εἶναι παράδοξο ἕνας ἀσκητής, ὅταν ἀκόμη καὶ τὸν νυκτερινὸ ὕπνο προσπαθεῖ νὰ μειώσει ὅσο γίνεται περισσότερο, νὰ μὴ κοιμᾶται κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἡμέρας. Πιστεύουμε, ὅμως, ὅτι ἡ προτροπὴ τοῦ Βασιλείου ἐξηγεῖται ἀκόμη καλύτερα, ἂν συνδυασθεῖ μὲ ὅσα ἔχουν ἤδη εἰπωθεῖ γιὰ τὸν Ὄρθρο ὡς ἀφιέρωση τῶν πρώτων κινημάτων τῆς ψυχῆς στὸν Θεό: ἡ ὑπόδειξη τοῦ Βασιλείου δὲν ἀφορᾶ μόνο στὴν ἐν γένει ἐγρήγορση ἀλλά, στὴ συγκεκριμένη περίπτωση ἰδιαιτέρως, στὴν ἐπιθυμία νὰ ἀρχίζει ἡ ἡμέρα ὡς ἀφιέρωση στὸν Θεό.

[44] Στὸ Coll. XXI.26, ὁ Κασσιανὸς ἀναφέρει τὸ ἴδιο χωρίο γιὰ νὰ δείξει τὴν ἀναγκαιότητα γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους νὰ προσφέρουν τοὺς πρώτους καρποὺς τῆς ἡμέρας στὸν Θεό, ἀλλὰ ἐξηγεῖ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς στάσης αὐτῆς ἀρνητικά, ὡς ἄμυνα κατὰ τοῦ διαβόλου.

[45] Βλ. Ματθ. 20.1‑6 καὶ Inst. III.3. Ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ἡ ἄποψη τοῦ Amand de Mendieta, σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖο οἱ ὧρες προσευχῆς, ὅπως ἐκτίθενται στὸ κείμενο τοῦ Βασίλειου, εἶναι οἱ ἑξῆς: "Laudes ou l’ὄρθρος, ’avant que pointe l’aurore’ [=ΚΠ λζ’: ’προφθάσαντας τὸν ὄρθρον’], Tierce, Sexte, None, Vêpres et Complies" (βλ.Amand de Mendieta, "Le système cénobitique..., σ. 51). Κατ’ ἀρχήν, ἀκόμη καὶ ἂν δεχθοῦμε πὼς ὁ Βασίλειος μιλάει γιὰ δύο ἀκολουθίες, κατὰ τὴν Ἀνατολὴ τοῦ ἥλιου καὶ πρὸ αὐτῆς, τότε ὁ Amand de Mendieta γιατί προτάσσει τὸν Ὄρθρο; Ἐπιπλέον, ἂν δεχθοῦμε πὼς πράγματι πρόκειται γιὰ δύο ἀκολουθίες, τότε πῶς τὸ σύνολο τῶν ἀκολουθιῶν παραμένει ἑπτά, τί γίνεται τὸ Μεσονυκτικό; -βλ. Amand de Mendieta, ἔνθ. ἀν., σ. 70: "Il [δηλ. ὁ Βασίλειος] a organisé un cycle complet et déjà fort élaboré de sept offices diurnes et nocturnes"[*], κλπ. Ὁ Morison, ποὺ ἐπίσης βλέπει στὸ κείμενο τοῦ Βασιλείου δύο ἀκολουθίες, μιλάει συνεπῶς γιὰ συνολικὰ "τουλάχιστον ὀκτὼ" (no less than eight) τακτὲς ὧρες προσευχῆς (βλ. Morison, St. Basil and his rule..., σ. 65). Ὅμως δὲν μποροῦμε νὰ δεχθοῦμε πὼς ὁ Βασίλειος ἀναφέρεται σὲ δύο ἀκολουθίες. Ὅταν μιλάει γιὰ τὸν Ὄρθρο γράφει, πὼς αὐτὴ ἡ ὥρα εἶναι ἀπαραίτητη ὥστε, "τὰ πρῶτα κινήματα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ νοῦ ἀναθήματα εἶναι Θεοῦ". Προφανῶς τὰ "κινήματα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ νοῦ" χαρακτηρίζονται πρῶτα ἐπειδὴ προηγεῖται ὁ νυκτερινὸς ὕπνος. Ἐὰν προηγεῖτο καὶ ἄλλη ἀκολουθία, ὅπως θέλουν ὁ Amand de Mendieta καὶ ὁ Morison, τότε ὁ Βασίλειος θὰ ξεκινοῦσε ἀπὸ αὐτὴν γιὰ νὰ περιγράψει τὶς ἀκολουθίες τοῦ καθημερινοῦ κύκλου, καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν θὰ ἀναφερόταν στὸν Ὄρθρο ὡς ἐναρκτήρια ἀκολουθία. Φρονοῦμε, ἑπομένως, ὅτι ὁ Ὄρθρος, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται πρῶτος στὸ κείμενο τοῦ Βασίλειου, καὶ ἡ ἔκφρασή του "προφθάσαντας τὸν ὄρθρον", ἡ ὁποία ὑπάρχει πρὸς τὸ τέλος τοῦ ἴδιου Ὅρου, συμβιβάζονται μόνο ἂν δεχθοῦμε, ὅτι στὴν πρώτη περίπτωση ἐννοεῖται ἡ τακτὴ ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου ἐνῶ στὴ δεύτερη τὸ ξημέρωμα, ὥστε ὁ Βασίλειος, ἔχοντας ξεκινήσει ἀπὸ τὸν Ὄρθρο καὶ ἔχοντας περιγράψει ὁλόκληρο τὸν κύκλο τῶν ὡρῶν, καταλήγει τὴν ὁμιλία του μὲ τὴν προτροπὴ ἡ ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου νὰ ἀρχίζει πρὶν ξημερώσει. Εἶναι μάλιστα χαρακτηριστικό, πὼς ὁ Βασίλειος, στὴν τελευταία αὐτὴ ἀναφορά του στὸν Ὄρθρο, ἔχοντας ἤδη, στὴν ἀρχὴ τοῦ κειμένου του, δείξει τὴν ἀναγκαιότητα τῆς τελέσεώς του, δὲν παρέχει θετικὴ θεολογικὴ ἑρμηνεία, ἀλλὰ ἐξηγεῖ μόνο γιὰ ποιό λόγο πρέπει νὰ τελεῖται πρὶν ξημερώσει, γράφοντας, "μὴ ἐν ὕπνῳ καὶ κοίτῃ ὑπὸ τῆς ἡμέρας καταληφθῆναι". Ἡ ἑρμηνεία μας ἐπιβεβαιώνεται ἐπίσης ἀπὸ τὴν ἐπιστολὴ 207, ὅπου ὁ Βασίλειος περιγράφει στοὺς Νεοκαισαρεῖς τὴ λαϊκὴ συνήθεια νὰ ἀρχίζει ὁ Ὄρθρος πρὶν ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἥλιου. Ὁ Mateos, ἐπίσης, δέχεται ὅτι καὶ οἱ δύο ἀναφορὲς τοῦ Βασιλείου ἀφοροῦν στὸν Ὄρθρο, ἀλλὰ δὲν ἔχουμε ἐλέγξει τὴν ἐργασία του καὶ δὲν γνωρίζουμε τὰ ἐπιχειρήματα ποὺ χρησιμοποιεῖ. Τὴ θέση αὐτὴ ἀποδέχεται ἀκολουθώντας τὸν Mateos καὶ ὁ Gain (βλ. Gain, L’Église de Cappadoce..., σ. 180, σημ. 84, ὅπου καὶ οἱ σχετικὲς παραπομπὲς στὸν Mateos).

[46]Οἱ Ψαλμοὶ αὐτοὶ ἀργότερα συνδέθηκαν ἀναπόσπαστα μὲ τὴν ἀκολουθία τῶν Αἵνων (βλ. The study of Liturgy, σ. 410), γεγονὸς ποὺ ἐνισχύει τὴν ἄποψη, ὅτι ἐδῶ ἴσως ἔχουμε παρεμβολὴ στὸ κείμενο τοῦ Κασσιανοῦ.

[47] Καὶ ὄχι "πρώτη ὥρα", διότι ἀκόμη ἡ ἔρευνα δὲν εἶναι σύμφωνη ὡς πρὸς τὸ τί ἀκριβῶς ἀντιπροσωπεύει ἡ νέα αὐτὴ ἀκολουθία, ὥστε ἄλλοι μιλοῦν γιὰ τὴν πρώτη ὥρα καὶ ἄλλοι γιὰ τοὺς Αἵνους, καὶ κυρίως, διότι δὲν χρησιμοποιεῖ ὁ Κασσιανὸς αὐτὴ τὴν ὁρολογία. Συμβατικὰ λοιπόν, καὶ ὁπωσδήποτε πολὺ πιὸ κοντὰ στὸν Κασσιανό, ὁ ὁποῖος μιλάει καὶ στὶς δύο περιπτώσεις γιὰ matutina solemnitas, θὰ ἀποκαλοῦμε τὴν ἀκολουθία αὐτὴ δεύτερο Ὄρθρο.

[48] Βλ. Inst. III.6.

[49] Βλ. Chadwick, John Cassian, σ. 75: "such confusion that there has even been talk of mental incoherence".

[50] Σύμφωνα μὲ τὴν ἔρευνα τοῦ Chadwickὲ χειρόγραφα πρὸ τοῦ ἐνάτου αἰῶνος δὲν διασώζονται τὰ κεφάλαια αὐτὰ τῶν Θεσμῶν.

[51] Βλ. Ἰωὴλ 3.1,2. Τὸ χωρίο δὲν χρησιμοποιεῖται πουθενὰ στοὺς Ὅρους τοῦ Βασιλείου.

[52] Πρβλ. Τερτυλλιανοῦ, De oratione 25, De ieiunio 10· Κυπριανοῦ, De domenica oratione 34, Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Ψαλμὸν 118, PG 55.705.

[53]Gribomont μάλιστα δίνει ἔμφαση στὸ λεγόμενο ’ἐπιχείρημα τῆς σιωπῆς’, τονίζοντας πὼς ὁ Κασσιανὸς ἐδῶ δὲν μνημονεύει οὔτε τὸν Βασίλειο οὔτε τὴν περιοχὴ τῆς Καππαδοκίας (βλ. Gribomont, Histoire du texte..., σ. 262).

[54] Πρβλ. τὸ δέκατο κεφάλαιο τῶν Πράξεων.

[55] Πρβλ. Πράξ. 10.22 κ.ἑ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίστοιχη ἀναφορὰ τοῦ Βασιλείου σὲ κανένα σημεῖο τῶν ἀσκητικῶν του.

[56] Πρβλ. Πράξ. 3.1.

[57] Gribomont, ἐπίσης, ἔχει παρατηρήσει, πὼς ὁ Κασσιανὸς δὲν ἔχει καθόλου ἐκμεταλλευθεῖ τὸ ΚΠ λζ’· (Histoire du texte..., σ. 262).

[58] Πρβλ. Ἀρ. 28.4. Τὸ χωρίο δὲν χρησιμοποιεῖται στοὺς Ὅρους τοῦ Βασιλείου.

[59] Ὅπου ἡ θυσία ταυτίζεται μὲ τὴν προσευχή, ἂν καὶ ὁ Κασσιανὸς δὲν χρησιμοποιεῖ τὸν Ψαλμὸ 140 γι’ αὐτὸ τὸν λόγο, ἀλλὰ ἁπλῶς ἐπειδὴ ἐπιβεβαιώνει τὴν κανονικότητα τῆς ἑσπερινῆς προσευχῆς. Βλ. Ψαλμ. 140.2 καὶ Inst. III.3.

[60] Βλ. Inst. III.3. Ἔχουμε, δηλαδή, τυπολογικὴ ἑρμηνεία τῆς ἑβραϊκῆς θυσίας τοῦ ἀμνοῦ καὶ τῆς προσευχῆς τοῦ Δαβίδ.

[61] Πρβλ. Ἰω. 12.32: "κἀγὼ ἐὰν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ἑλκύσω πρὸς ἐμαυτόν". Τὸ χωρίο δὲν χρησιμοποιεῖται στὰ ἀσκητικὰ τοῦ Βασιλείου.

[62] Πρβλ. Περὶ ἁγ. Πνεύματος 29, ὅπου ὁ Ἑσπερινὸς ἀποκαλεῖται "ἐπιλύχνιος εὐχαριστία". Στὸ ὁδοιπορικὸ τῆς Ἐθερίας ὁ Ἑσπερινὸς τοποθετεῖται στὴ δέκατη ὥρα καὶ ἀποκαλεῖται "λυκινικόν". Πρβλ. Παλλάδιος, Λαυσ. ἱστορία 32.6, ὅπου χρησιμοποιεῖται ὁ ὅρος "λυχνικόν". Πρβλ.ἀκόμη Ἱππολύτου, ποστ. Παράδ. 26, ὅπου ἡ ὀνομασία "lucernarium".

[63] Πρβλ. Περὶ ἁγ. Πνεύματος 29: " Ἔδοξε τοῖς πατράσιν ἡμῶν μὴ σιωπῇ τὴν χάριν τοῦ ἐσπερινοῦ φωτὸς δέχεσθαι· ἀλλ’ εὐθὺς φανέντος εὐχαριστεῖν". Ἡ σημασία τοῦ ἐσπερινοῦ ἐδῶ δὲν συσχετίζεται μὲ τὰ ἀγαθὰ ποὺ προηγοῦνται ἀλλὰ μὲ ἐκεῖνα ποὺ ἕπονται, παρατήρηση πολὺ σημαντική, ἰδίως ἂν σκεφθοῦμε πόσο συχνὰ ὁ μετὰ τὴ Δύση τοῦ ἥλιου καιρὸς ἔχει θεωρηθεῖ ἐπικίνδυνος καὶ πάντως κατώτερος τῆς ἡμέρας. Πρόκειται γιὰ μία ἀπὸ τὶς ὄψεις τῆς διακρίσεως μεταξὺ φωτὸς καὶ σκότους, διακρίσεως κοινῆς σὲ πολλὲς θρησκεῖες ἢ κοσμοθεωρίες, ὅπου τὸ φῶς ὑποδεικνύει τὸ ἀγαθὸ ἐνῶ τὸ σκότος συμβολίζει τὶς ἀντίθετες δυνάμεις. Πρβλ. Inst. II.5, ὅπου λέγεται πὼς οἱ πρῶτοι ἀσκητὲς ἔτρωγαν πρὶν ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἥλιου, συνδέοντας τὶς ἀνάγκες τοῦ σώματος μὲ τὴ νύκτα καὶ τὶς πνευματικὲς ἀσχολίες μὲ τὴν ἡμέρα. Παρόμοια συνήθεια περιγράφει ὁ Φίλων στὸ περὶ θεραπευτῶν ἔργο του.

[64] Βλ. Πράξ. 16.25. Τὸ χωρίο δὲν τὸ χρησιμοποιεῖ ὁ Κασσιανὸς πουθενὰ στὰ ἀσκητικά του.

[65] Βλ. Ψαλμ. 118.62. Τὸ χωρίο δὲν χρησιμοποιεῖ ὁ Κασσιανὸς στὰ ἀσκητικά του.

[66] Βλ. ΚΠ λζ’.

[67] Βλ. Gibson, John Cassian..., σημ. 4 εἰς Inst. III.4. Πρβλ. Benedicti Regula 16.

[68] Βλ. Cabrol, "Complin".

[69] "γιὰ ψαλμωδία, τὴν ὁποία συνήθιζαν πρὶν κοιμηθοῦν".

[70] Βλ. Chadwick, John Cassian, σ. 75.

[71] Βλ. Gain, L’Église de Cappadoce..., σ. 173.

[72] Βλ. Μ. Βασίλειος, Ἐπιστ. 2.6.

[73] Βλ. Inst. III.7.

[74] "Τὴν μὴ θέλουσαν ψάλαι, εἰ χρὴ ἀναγκάζεσθαι".

[75] Βλ. PG 31.1312.

[76] "ἔτσι ὥστε μὲ τὴν ποικιλία αὐτὴ ὁ κόπος νὰ μοιράζεται καὶ νὰ ἀνακουφίζει μὲ κάποια εὐχαρίστηση τὴν καταπόνηση τοῦ σώματος".

[77] Βλ. Μ. Βασίλειος, Ἐπιστ. 207.3: "Καὶ νῦν μὲν διχῆ διανεμηθέντες ἀντιψάλλουσιν ἀλλήλοις ( . . . ) ἔπειτα πάλιν ἐπιτρέψαντες ἑνὶ κατάρχειν τοῦ μέλους οἱ λοιποὶ ὑπηχοῦσι".

[78] Βλ. ἔνθ. ἀν.:"ὁμοῦ μὲν τὴν μελέτην τῶν λογίων ἐντεῦθεν κρατύνοντες, ὁμοῦ δὲ καὶ τὴν προσοχὴν καὶ τὸ ἀμετεώριστον τῶν καρδιῶν ἑαυτοῖς διοικούμενοι".

[79] Βλ. ΚΠ λζ’: "ὅτι ἐν μὲν τῇ ὁμαλότητι πολλάκις που καὶ ἀκηδιᾷ ἡ ψυχὴ καὶ ἀπομετεωρίζεται· ἐν δὲ τῇ ἐναλλαγῇ καὶ τῷ ποικίλῳ τῆς ψαλμωδίας καὶ τοῦ περὶ ἑκάστης ὥρας λόγου νεαροποιεῖται αὐτῆς ἡ ἐπιθυμία καὶ ἀνακαινίζεται τὸ νηφάλιον".

[80] Βλ. Inst. III.11.

[81] "δὸς μερίδα τοῖς ἑπτὰ καί γε τοῖς ὀκτώ". Τὸ χωρίο δὲν χρησιμοποιεῖται στὰ ἀσκητικὰ τοῦ Βασιλείου.

[82] Ἕκτη ἔχει ἤδη ὀνομάσει τὴν Παρασκευὴ (sexta sabbati).Προφανῶς ἡ ὄγδοη καὶ ἡ πρώτη ταυτίζονται.

[83] Πρβλ. τὸ Inst. VI.8, ἀπ’ ὅπου συνάγεται ὅτι στὴ Γαλλία, τὴν ἐποχὴ τοῦ Κασσιανοῦ, οἱ μοναχοὶ μεταλάμβαναν καθημερινά, στάση μὲ τὴν ὁποία ὁ Κασσιανὸς δὲν φαίνεται νὰ διαφωνεῖ. Ὁ Μ. Βασίλειος, στὴν Ἐπιστ. 93, φαίνεται νὰ συνιστᾶ καθημερινὴ μετάληψη τῆς Θείας Κοινωνίας καὶ νὰ ἐπιτρέπει τὴ φύλαξη προηγιασμένων στὴν οἰκία. Ὅμως, στὸ KE τι’ γράφει γιὰ τὸ ἴδιο θέμα: "μήτε τὸ κοινὸν δεῖπνον ἐν Ἐκκλησίᾳ ἐσθίειν καὶ πίνειν, μήτε τὸ Κυριακὸν δεῖπνον ἐν οἰκείᾳ καθυβρίζειν, ἐκτὸς εἰ μὴ ἐν ἀνάγκῃ ἐπιλέξηταί τις καθαρώτερον τόπον ἢ οἶκον ἐν καιρῷ εὐθέτῳ". Ὅπως παρατηρεῖ καὶ ὁ Gain (L’Église de Cappadoce..., σ. 207), ἡ Ἐπιστ. 93 ἀποτελεῖ τὴ μοναδικὴ μαρτυρία γιὰ τὴ στάση τοῦ Βασιλείου ἐπάνω σὲ αὐτὸ τὸ θέμα. Ἀλλά, κατὰ τὴ γνώμη μας, ὅσα λέγονται στὸ KE τι’, ἂν καὶ δὲν θίγουν ἄμεσα τὸ ζήτημα τῆς συχνότητας, πάντως δὲν εὐνοοῦν τὴν καθημερινὴ μετάληψη καὶ ἐπιπλέον ἔρχονται σὲ ἀδιαμφισβήτητη ἀντίθεση μὲ τὴν κατ’ οἶκον μετάληψη τῆς Ἐπιστ. 93. Ὑπάρχει ἐδῶ κάποια μεταβολὴ στὶς ἀντιλήψεις τοῦ Βασιλείου, ἢ μήπως πρέπει νὰ ἐπανεξετασθεῖ ἡ γνησιότητα τῆς συγκεκριμένης ἐπιστολῆς; Εἰκάζουμε, πάντως, ὅτι ἡ ἔμφαση, τὴν ὁποία ὁ Βασίλειος δίνει στὸ βιβλικό, "ὁ ἐσθίων καὶ πίνων ἀναξίως, κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καὶ πίνει" (βλ. Α’ Κορ. 11.29), δὲν εὐνοεῖ τὴν καθημερινὴ μετάληψη. Ἀλλὰ ἀκόμη καὶ στὴν Ἐπιστ. 93, ἂν καὶ ὁ Βασίλειος γράφει, πὼς ἡ καθημερινὴ μετάληψη εἶναι καλὴ καὶ ἐπωφελής, δηλώνει, ὅμως, ὅτι ὁ ἴδιος, (ἢ καὶ ἡ εὑρύτερη ἐκκλησιαστικὴ ἐπαρχία στὴν ὁποία ἀνῆκε - ἐξαρτᾶται πῶς θὰ ἑρμηνευθεῖ τὸ ’ἡμεῖς’ τοῦ κειμένου) μεταλαμβάνει τέσσερεις φορὲς τὴν ἑβδομάδα: "ἡμεῖς μέντοιγε τέταρτον καθ’ ἑκάστην ἑβδομάδα κοινωνοῦμεν, ἐν τῇ Κυριακῇ, ἐν τῇ Τετράδι καὶ ἐν τῇ Παρασκευῇ καὶ τῷ Σαββάτῳ, καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις ἡμέραις, ἐὰν ᾖ μνήμη ἁγίου τινός". Τὸ κείμενο, συνεπῶς, τῶν Ὅρων κατ’ ἐπιτομὴν, ὅπου ὄχι μόνο δὲν ὑφίσταται καμμιὰ ἀμφιταλάντευση, ἀλλά, ἀντίθετα, εἶναι γραμμένο μὲ τὴ μορφὴ κανόνα, πρέπει, κατὰ τὴ γνώμη μας, νὰ ἀντιμετωπίζεται ὡς περισσότερο χαρακτηριστικὸ τῶν ἀπόψεων τοῦ Μ. Βασιλείου, ἂν βέβαια ἀποφασίσουμε ὅτι καὶ ἡ Ἐπιστ. 93 εἶναι γνήσια.

[84] Βλ. Inst. III.12.

 

Πίνακας Περιεχομένων  |  Επόμενη σελίδα  

MYRIOBIBLOS HOME  |  TOP OF PAGE