|
On Line Library of the Church of Greece |
|
Γιώργος Βαλσάμης "Sanctum Basilium dico..." ΠΡΟΛΟΓΟΣ - ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ - Ο ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΕΙΟ Ο
Μέγας Βασίλειος και ο Ιωάννης Κασσιανός
για την κοινοβιακή άσκηση. Συγκριτική
μελέτη. ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ ΠΟΛΥΤΟΝΙΚΑ - TO READ POLYTONIC GREEK
ΠρόλογοςἩ ἀσκητικὴ πνευματικότητα τοῦ χριστιανισμοῦ πηγάζει ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ ζωὴ καὶ τὸ πάθος τοῦ Κυρίου καὶ στὴν οὐσία της δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο ἀπὸ τὴν ἀπόλυτη ἀγάπη γιὰ τὸ θεῖο θέλημα. Μὲ τὴν ἔννοια αὐτή, κάθε πιστὸς ἀκολουθεῖ πορεία ἀσκήσεως, εἴτε εἶναι μοναχὸς εἴτε ὄχι, καὶ γι' αὐτὸ Πατέρες ὅπως ὁ Μ. Βασίλειος ἐπέμειναν στὴν ἀπαίτηση τελειότητας ἀπὸ ὅλους τοὺς χριστιανοὺς ἀνεξαίρετα. Ἀνάμεσα στοὺς ἴδιους τοὺς ἐπισκόπους ὑπῆρξαν καὶ ὑπάρχουν μέχρι σήμερα ἐξόχως ἀσκητικὲς προσωπικότητες.[1] Σύμφωνα μὲ τὸ ὑπόδειγμα τοῦ Χριστοῦ, τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν ἐπισκόπων ἀναπτύχθηκε στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας ἰδιαίτερη ἀσκητεύουσα τάξη μὲ τὴ φιλοδοξία νὰ ἐπιτύχει ὑποδειγματικὴ ἀγάπη γιὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.[2] Ὅπως εἶναι ἑπόμενο, καὶ σὲ ἀντιστοιχία μὲ τὸν ζῆλο τῶν μοναχῶν, δημιουργήθηκε ἡ κατάλληλη γραμματεία - ὀργανωτική, ἑρμηνευτικὴ καὶ ἐν γένει καθοδηγητικὴ τοῦ μοναστικοῦ βίου. Μελετώντας τὴ συνεισφορὰ τοῦ Ἰωάννη Κασσιανοῦ καὶ τοῦ Μ. Βασιλείου ἀνιχνεύουμε τὰ θεμέλια τῆς ὀργανωμένης κοινοβιακῆς ἄσκησης σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση καὶ τὶς πρῶτες ἀπόπειρες (πρῶτες, βεβαίως, ὄχι μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ἀνεπαρκοῦς, ἀλλὰ τοῦ πρωταρχικοῦ καὶ κρίσιμου) νὰ συγκριθεῖ ἡ ἀξία τῆς κοινοβιακῆς καὶ τῆς ἀναχωρητικῆς ἄσκησης.
Πιστεύουμε ὅτι πράγματι "ἡ ἐπίδραση τοῦ Μ. Βασιλείου στὴν ἀσκητικὴ γραμματεία τῆς Δύσης εἶναι συχνὰ δύσκολο νὰ προσδιορισθεῖ μὲ βεβαιότητα",[3] ἂν καὶ οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ὁ Ledoyen παρέχει γιὰ νὰ ἐξηγήσει τὴ δυσκολία αὐτή, ἰσχύουν, κατὰ τὴ γνώμη μας, σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις, ὅπου ἀναζητοῦνται πιθανὲς ἐπιδράσεις, ἐνῶ δὲν ἔχουμε ρητὴ ἀναφορὰ τοῦ ἑνὸς συγγραφέως στὸν ἄλλο, σὲ κύρια, βεβαίως, θέματα τῆς σκέψης τους. Δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκλεισθεῖ τὸ ἐνδεχόμενο συμπτώσεων, εἴτε ἐξαρτήσεων ἀπὸ κοινὴ πηγή.[4] Ἔχοντας ἐπίγνωση τῶν προβλημάτων αὐτῶν, θὰ ὀργανώσουμε τὴν ἔρευνά μας σὲ τρία ἐπίπεδα. Ἀρχικὰ θὰ σχολιάσουμε τὶς περιπτώσεις ἐκεῖνες, ὅπου ὁ Κασσιανὸς ἀναφέρεται ρητὰ στὸν Μ. Βασίλειο. Στὴ συνέχεια θὰ ἀναζητήσουμε περιπτώσεις, ὅπου ὁ Κασσιανὸς χρησιμοποίησε πιθανῶς τὸν Βασίλειο, ἔχοντας ὡς κριτήριά μας τὶς πιθανὲς ὁμοιότητες στὴ γλωσσικὴ διατύπωση ἢ ἔστω στὶς ἰδέες. Παράλληλα μὲ τὴ δεύτερη αὐτὴ προσέγγιση θὰ ἐπιχειροῦμε, ὅποτε χρειάζεται, σύγκριση τῆς γενικότερης νοοτροπίας καὶ διδασκαλίας τῶν δύο πατέρων. Αὐτὸ θὰ βοηθήσει νὰ καταλάβουμε τί ξεχωριστὸ προσέφεραν οἱ δύο πατέρες, τί ἀκόμη καὶ σήμερα ἐκπροσωποῦν. Ἀναλυτικὴ συγκριτικὴ μελέτη τῆς ἀσκητικῆς διδασκαλίας τους μέχρι στιγμῆς δὲν ἔχει ἐκπονηθεῖ. Ὑπάρχουν, ὅμως, ὁρισμένες νύξεις ἐπάνω στὸ θέμα αὐτό, καὶ εἶναι ἐντυπωσιακό, ὅτι, στὶς περισσότερες περιπτώσεις, γίνεται ἀποδεκτὴ ἡ ὕπαρξη κάποιας ἐπιρροῆς τοῦ Βασιλείου στὸν Κασσιανό, ἡ ὁποία, ὅμως, δὲν ἔχει προσδιορισθεῖ, ὥστε νὰ μοιάζει τελικὰ ὁ Βασίλειος μὲ φάντασμα, ποὺ ἐπιμένει νὰ περιφέρεται μέσα στὸ ἔργο τοῦ Κασσιανοῦ χωρὶς κανεὶς νὰ τὸ ἔχει δεῖ.[5] Τέλος, πρέπει νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι, στὸν βαθμὸ ποὺ ὁ Κασσιανὸς μεταφέρει ἀνόθευτη τὴν αἰγυπτιακὴ ἀσκητικὴ παράδοση,[6] εἶναι προφανὲς πὼς ἡ ἐργασία μας θὰ προσφέρει χρήσιμα στοιχεῖα σὲ ὅσους ἐρευνοῦν τὸ ζήτημα τῆς σχέσεως αὐτῆς τῆς παράδοσης μὲ τὴ διδασκαλία τοῦ Μ. Βασιλείου. Ἡ ἔρευνά μας θὰ περιορισθεῖ στὰ τέσσερα βιβλία τῶν Θεσμῶν, τὰ βιβλία ποὺ ὁ Κασσιανὸς ἔχει ἀφιερώσει στὴν κοινοβιακὴ ἄσκηση. Τὰ ὀκτὼ βιβλία γιὰ τὰ κύρια ἁμαρτήματα, καθὼς καὶ οἱ σειρὲς τῶν Συμβολῶν, θὰ χρησιμοποιοῦνται κατὰ περίπτωση, ἐφόσον εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ τὴ διερεύνηση κάποιου ζητήματος, τὸ ὁποῖο προκύπτει, ἀλλὰ δὲν θὰ ἀναλυθοῦν συστηματικά.[7] Μία ἀκόμη διευκρίνηση, ἡ ὁποία ἀφορᾶ στὴν ὁρολογία, εἶναι, κατὰ τὴ γνώμη μας, ἀπαραίτητη. Εἶναι χαρακτηριστικό, ὅτι στὰ ἀσκητικὰ ἔργα τοῦ Μ. Βασιλείου, ἂν καὶ πρόκειται γιὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἀπευθύνονταν σὲ μοναστικὲς κοινότητες, δὲν ἀπαντᾶ οὔτε μία φορὰ ὁ ὅρος "μοναχός", ἐνῶ οἱ σχετικοὶ ὅροι "μονάζειν" καὶ "μοναστικὸς" ἀναφέρονται μόνο γιὰ νὰ ἐπικριθοῦν. Ἀκόμη καὶ ἂν ὑποθέταμε, ὅτι ὁ Βασίλειος εἶχε κατὰ νοῦ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία μᾶλλον, παρὰ τὶς συγκεκριμένες ἀσκητικὲς κοινότητες, ὅταν συνέτασσε τοὺς Ὅρους του, ἀκόμη καὶ τότε θὰ μπορούσαμε ἴσως[8] νὰ ἐξηγήσουμε τὴν ἀποσιώπηση τοῦ ὅρου "μονάζειν" καὶ τῶν σχετικῶν, ἀλλά, πάντως, δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ ἐξηγήσουμε τὴ ρητὴ ἐπίκριση τῶν ὅρων αὐτῶν.[9] Περισσότερα θὰ εἰπωθοῦν στὴ συνέχεια τῆς ἐργασίας μας, στοὺς οἰκείους τόπους. Πρέπει ἐδῶ νὰ σημειώσουμε, ὅτι σεβόμαστε τὴν ὁρολογία καὶ τὶς ἐπιδιώξεις τοῦ Μ. Βασιλείου ἀλλὰ αἰσθανόμαστε ἐπίσης τὴν ὑποχρέωση, νὰ σεβαστοῦμε τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, ἡ ὁποία διαμόρφωσε καὶ διατήρησε ποικιλία ὅρων, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τοὺς ὅρους "μοναχός", "μοναστικός", κτὅ. Ἔτσι, ὅρους ὅπως τοὺς προηγούμενους, ἂν καὶ ὁ Βασίλειος ἐπέλεξε νὰ τοὺς ἀποφύγει, ἐμεῖς θὰ τοὺς χρησιμοποιήσουμε στὴν ἐργασία μας.
Τὰ κείμεναΤὸ 356 ὁ Βασίλειος ἐγκατέλειψε τὴν Ἀθήνα γιὰ νὰ συναντήσει τὸν περίφημο ὀργανωτὴ τοῦ μικρασιατικοῦ μοναχισμοῦ καὶ ἐπίσκοπο Σεβαστείας Εὐστάθιο,[10] ὅμως ὁ συνεχῶς μετακινούμενος Εὐστάθιος δὲν βρέθηκε. Ὁ Βασίλειος παρέμεινε στὴν Καισάρεια ἀσκώντας τὶς ρητορικές του ἱκανότητες ἀπὸ τὸ Φθινόπωρο τοῦ 356 ὣς τὴν Ἄνοιξη τοῦ 357.[11] Ἀπὸ τὴν Ἄνοιξη ὣς τὸ Φθινόπωρο τοῦ 357 ταξίδευσε στὴ Συρία, τὴν Παλαιστίνη καὶ τὴν Αἴγυπτο ἀναζητώντας καὶ πάλι τὸν Εὐστάθιο.[12] Κατὰ τὸ Φθινόπωρο τοῦ 357 βαπτίσθηκε καὶ προχειρίσθηκε ἀναγνώστης ἀπὸ τὸν Διάνιο Καισαρείας.[13] Τὴν Ἄνοιξη τοῦ 358 ἐπισκέφθηκε τὶς ἀδελφότητες τοῦ Εὐσταθίου. Τότε γιὰ πρώτη φορά, ὁ Βασίλειος νόμισε πὼς βρῆκε βοήθεια γιὰ τὴ σωτηρία του, μολονότι προηγουμένως εἶχε ταξιδεύσει στὴν Παλαιστίνη, τὴ Συρία καὶ τὴν Αἴγυπτο καὶ εἶχε γνωρίσει τοὺς ἐκεῖ μοναχούς.[14] Τὸ γεγονὸς αὐτὸ δείχνει, κατὰ τὴ γνώμη μας, ὅτι ἤδη ἀπὸ τότε ὁ Βασίλειος εἶχε ἀρχίσει νὰ διαχωρίζει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὴν αἰγυπτιακὴ μοναστικὴ παράδοση. Τὸν Νοέμβριο τοῦ 358 ὁ Βασίλειος ἄρχισε οὐσιαστικὰ τὴν ἀσκητεία του, ἐπιλέγοντας ὡς τόπο διαμονῆς τὸ πατρικό του κτῆμα στὰ Ἄννησα.[15] Ἡ πρώτη περίοδος τῆς ἀσκήσεως στὸν Πόντο κράτησε περίπου ἕνα ἔτος, ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ 358 ὣς τὸ τέλος τοῦ 359.[16]Τὸν Ἰανουάριο τοῦ 360 συνόδευσε τὸν Διάνιο στὴ σύνοδο τῆς ΚΠόλεως καὶ κατόπιν ἐπισκέφθηκε τὸν Γρηγόριο Θεολόγο στὴν Τιβερίνη. ἀπέρριψε ὅμως πρόταση τοῦ τελευταίου νὰ ἀσκητεύσουν μαζὶ ἐκεῖ. Μετὰ ἀπὸ σύντομη διαμονὴ στὴν Καισάρεια, ὁ Βασίλειος πῆγε στὸ ἀσκητήριό του στὸν ῎Ιρι ποταμὸ ( Ἄνοιξη τοῦ 360), ὅπου κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἰδίου ἔτους τὸν ἐπισκέφθηκε ὁ Γρηγόριος Θεολόγος. Οἱ δύο φίλοι ἔμειναν μαζὶ περίπου ἕνα ἔτος, ὣς τὸ Πάσχα τοῦ 362, μὲ μία μικρὴ διακοπὴ κατὰ τὰ Χριστούγεννα τοῦ 361.[17] Ὁ Βασίλειος ἐπέβλεπε καὶ ἄλλους ἀδελφούς,[18] τῶν ὁποίων οἱ ἐρωτήσεις τοῦ ἔδωσαν ἀφορμὴ νὰ ἀρχίσει τὴ σύνταξη τῶν ἀσκητικῶν Ὅρων.[19] Τὸ 362 ὁ Εὐσέβιος Καισαρείας τὸν χειροτόνησε πρεσβύτερο παρὰ τὴ θέλησή του.[20] Κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ 363 ὁ Βασίλειος ἐπέστρεψε στὸ ἀσκητήριό του. Ἐκεῖ ἔμεινε, κάνοντας ὅμως καὶ σύντομα ταξίδια, ὣς τὸ φθινόπωρο τοῦ 364, ὁπότε τὸ ἐγκατέλειψε ὁριστικὰ γιὰ νὰ ἐνισχύσει τὸν ἀντιαρειανικὸ ἀγῶνα.[21] Ἐξελέγη ἐπίσκοπος Καισαρείας τὸ 370.[22] Τὸ 373 ἡ ρήξη τοῦ Βασίλειου μὲ τὸν Εὐστάθιο Σεβαστείας καὶ τὸ περιβάλλον του εἶναι ὁριστική.[23] Ἡ καθαρὰ ἀσκητικὴ περίοδος τοῦ Βασιλείου κράτησε πέντε χρόνια, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἕνα χρόνο περιόδευσε στὴ Συρία, τὴν Παλαιστίνη καὶ τὴν Αἴγυπτο, καὶ τέσσερα πέρασε στὸ ἀσκητήριό του στὸν Πόντο. Τὴ συγγραφὴ τῶν ἀσκητικῶν ἔργων ὁ Βασίλειος ἄρχισε, ὅπως ἔχουμε δεῖ, στὸ ἀσκητήριο τοῦ Πόντουκατὰ τὰ τέλη τοῦ 358, ὁπότε ἦταν περίπου 29 ἐτῶν.[24] Πρῶτο μεταξὺ αὐτῶν τῶν ἔργων, ὑπῆρξαν τὰ Ἠθικά, μία συλλογὴ χωρίων τῆς Καινῆς Διαθήκης,[25] θεματολογικὰ ὀργανωμένη καὶ μὲ περιορισμένα σχόλια τοῦ ἰδίου, ἡ ὁποία ὁρίζει τὰ καθήκοντα τῶν χριστιανῶν ἐν γένει καὶ ὄχι μόνο τῶν ἀσκητῶν[26] (80 ἑνότητες, 233 κανόνες). Πρόκειται, κατὰ τὸν Gribomont, γιὰ τὸ ἔργο, τὸ ὁποῖο ἀναφέρει ὁ Γρηγόριος Θεολόγος στὴν 6η ἐπιστολὴ καὶ τὸ ὁποῖο ἐγράφη μὲ τὴ συνεργασία τοῦ Γρηγορίου.[27] Ἡ κύρια εὐθύνη καὶ ἡ τελικὴ ἐπεξεργασία εἶναι τοῦ Βασίλειου, ὁ ὁποῖος καὶ τὸ ἐξέδοσε συνοδεύοντάς το μὲ τὸ προοίμιο 7 (Περὶ κρίματος Θεοῦ) καὶ τὴν 6η παράγραφο τοῦ προοιμίου 8 (Περὶ πίστεως).[28] Ἡ πρώτη μορφὴ τῶν Ὅρων,[29] γνωστὴ ὡς μικρὸ ἀσκητικό,[30] ἀνάγεται, κατὰ τὸν Gribomont, στὴν περίοδο πρὸ τῆς ἀνόδου τοῦ Βασιλείου στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο.[31] Σώζεται μόνο στὴ λατινικὴ μετάφραση τοῦ Ρουφίνου καὶ σὲ μία συριακὴ μετάφραση. Ὡς πρὸς τὴν ἔκταση, ἀντιστοιχεῖ περίπου στὸ ἥμισυ τοῦ γνωστοῦ μας σήμερα κειμένου τῶν Ὅρων κατὰ πλάτος καὶ κατ’ ἐπιτομήν (203 ὅροι ἔναντι 368 τῆς Vulgata).[32] Ὡς ἐπίσκοπος ὁ Βασίλειος συνέχισε νὰ καθοδηγεῖ τοὺς μοναχοὺς καὶ ἐπεξεργάσθηκε περαιτέρω τὸ μικρὸ ἀσκητικό.[33] Οἱ ὅροι 1–11 τοῦ μικροῦ ἀσκητικοῦ ἐπεκτάθηκαν καὶ ἀποτέλεσαν τοὺς ὅρους κατὰ πλάτος 1–23, ἐνῶ προστέθηκαν ἀκόμη οἱ ὅροι 24–55. Στοὺς ὑπόλοιπους 192 ὅρους τοῦ μικροῦ ἀσκητικοῦ προστέθηκαν ἀκόμη 121 ὅροι καὶ ἔτσι σχηματίσθηκαν οἱ 313 κατ’ ἐπιτομὴν ὅροι, τοὺς ὁποίους περιέχει ἡ Vulgata μαζὶ μὲ τοὺς 55 ὅρους κατὰ πλάτος.[34] Τὸ κείμενο αὐτὸ ὑπέστη καὶ ἄλλες ἐπεξεργασίες, χωρὶς ὅμως τὴν προσθήκη νέων ὅρων, οἱ ὁποῖες ὁδήγησαν στὴν τρίτη ἔκδοση. Ἡ νέα αὐτὴ ἔκδοση μαζὶ μὲ τὰ Ἠθικὰ καὶ τὸ προοίμιο 6 ἀποτέλεσαν τὴν Ὑποτύπωσιν Ἀσκήσεως καὶ ἐστάλησαν ἀπὸ τὸν Βασίλειο σὲ ἀδελφότητες ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ ἐπισκεφθεῖ, πιθανῶς στὸν Πόντο.[35] Τὸν 6ο αἰώνα διαμορφώθηκε τὸ λεγόμενο Μεγάλο Ἀσκητικό, τὸ ὁποῖο περιεῖχε τὴν τρίτη ἔκδοση καὶ ὁρισμένα νόθα ἢ ἀμφιβαλλόμενα ἔργα τοῦ Βασιλείου.[36] Ὅπως σημειώνει ὁ Amand de Mendieta, ὁ Βασίλειος ὑπῆρξε ὁ κύριος ὀργανωτὴς τοῦ ὣς τότε ἄναρχου καὶ ταλαιπωρούμενου ἀπὸ γνωστικὲς καὶ μεσσαλιανικὲς τάσεις μοναχισμοῦ στὴ Μικρὰ Ἀσία καὶ ὁ ἱδρυτὴς "τοῦ ὁλοκληρωμένου καὶ αὐθεντικοῦ κοινοβιακοῦ συστήματος στὴν ἀνατολικὴ Ἐκκλησία".[37] Ἡ μαθητεία τοῦ Κασσιανοῦ στὴν Ἀνατολή, στὴ Βηθλεὲμ πρῶτα καὶ κατόπιν στὴν Αἴγυπτο, κράτησε περίπου εἴκοσι χρόνια.[38] Κατὰ τὸ 415, ἤδη πρεσβύτερος,[39] ὁ Κασσιανὸς ἵδρυσε στὴ Μασσαλία δύο μοναστήρια, ἕνα ἀνδρῶο - τῶν ἁγίων Πέτρου καὶ Βίκτωρα - καὶ ἕνα γυναικεῖο - τοῦ ἁγ. Σωτῆρα.[40] Τὴν περίοδο ἐκείνη ἡ Προβηγγία εἶχε μόλις ἡσυχάσει ἀπὸ τὶς ἐπιδρομὲς τῶν Βησιγότθων, τὶς ὁποῖες ὅμως ὁ λαὸς δὲν εἶχε λησμονήσει καὶ πολλοὶ ρωτοῦσαν τὸν Κασσιανό, γιατί ὁ Θεὸς ἄφησε νὰ σκοτωθοῦν μοναχοὶ ἀπὸ τὰ χέρια τῶν βαρβάρων.[41] Ἡ σκληρότητα τῶν βαρβάρων ἤγειρε στὴ λαϊκὴ σκέψη ζητήματα θεοδικίας, σκοπὸς τῶν ὁποίων ἦταν περισσότερο ἡ καταδίκη τοῦ μοναχισμοῦ, παρὰ ἡ ἐξακρίβωση τοῦ θείου θελήματος.[42] Μέσα σὲ ταραχώδεις πολιτικὲς συνθῆκες καὶ σὲ περιβάλλον ἀρκετὰ καχύποπτο πρὸς τοὺς μοναχούς, ὁ Κασσιανὸς προσέφερε γιὰ πρώτη φορὰ στὸν γαλλικὸ μοναχισμὸ ἕνα πλῆρες θεσμικὸ πλαίσιο καί, ἰδιαίτερα μὲ τὶς Συμβολές, μία καταγραφὴ τῶν, κατὰ τὴν αἰγυπτιακὴ παράδοση, προϋποθέσεων τῆς θεωρίας τοῦ Θεοῦ.[43] Ἡ ἀρχὴ τῆς συγγραφικῆς δραστηριότητας τοῦ Κασσιανοῦ δὲν συμπίπτει μὲ τὴν ἵδρυση τῶν δύο μονῶν του στὴ Μασσαλία. Περὶ τὸ 420, ὁ ἐπίσκοπος Ἄπτης Κάστορας ζήτησε ἀπὸ τὸν Κασσιανὸ νὰ τὸν βοηθήσει στὴν ὀργάνωση τοῦ κοινόβιου, τὸ ὁποῖο ἐπρόκειτο νὰ ἱδρύσει στὴν ἐπισκοπή του.[44] Ὁ Κασσιανὸς ἀνταποκρίθηκε γράφοντας δώδεκα βιβλία Περὶ τῶν κοινοβιακῶν θεσμῶν καὶ περὶ τῶν φαρμάκων τῶν ὀκτὼ κυρίων ἁμαρτημάτων (De institutis coenobiorum et de octo principalium vitiorum remediis). Τὰ τέσσερα πρῶτα βιβλία αὐτοῦ τοῦ ἔργου (τὰ Περὶ κοινοβιακῶν θεσμῶν βιβλία)[45] διακρίνονται σαφῶς ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα ὀκτώ (Περὶ τῶν φαρμάκων τῶν κυρίων ἁμαρτημάτων), ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κασσιανό.[46] Τὰ τέσσερα περὶ κοινοβιακῶν θεσμῶν βιβλία ἐπηρέασαν πολὺ τοὺς ἀρχαίους μοναστικοὺς κανόνες τῆς Δύσης.[47] Πιθανῶς στὴν Ἰσπανία, κατὰ τὸν ἕβδομο αἰώνα, κωδικοποιήθηκαν καὶ ἀποτέλεσαν τὸν λεγόμενο "Κανόνα" τοῦ Κασσιανοῦ.[48] Σημαντικὴ ἦταν ἡ ἐπιρροή τους καὶ στὴν Ἀνατολή. Τὰ τέσσερα βιβλία τῶν Θεσμῶν μεταφράστηκαν τὸν 5ο αἰώνα στὰ ἑλληνικὰ καὶ βάσει αὐτῆς τῆς μεταφράσεως συνετέθη μία σύνοψη σὲ δύο βιβλία, τὴν ὁποία γνώριζε ὁ Φώτιος καὶ ἡ ὁποία σώζεται μέχρι σήμερα, ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ Μ. Ἀθανασίου.[49] Τὰ βιβλία αὐτὰ ἀκολούθησε ἡ συγγραφὴ τῶν Συμβολῶν (Collationes), μίας σειρᾶς συνομιλιῶν τοῦ Κασσιανοῦ καὶ τοῦ φίλου του Γερμανοῦ μὲ γέροντες τῆς Αἰγύπτου.[50] Σύνοψή τους στὰ ἑλληνικά, φέρεται ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου Νείλου.[51] Ἡ ἀραβικὴ μετάφραση τῶν Συμβολῶν, ἡ ὁποία σώζεται σὲ χειρόγραφο τοῦ 9ου αἰῶνος, ἔχει ἐκπονηθεῖ βάσει ἑλληνικοῦ πρωτοτύπου.[52] Ὅταν ὁ Κασσιανὸς ἔγραφε γιὰ τὸν Κάστορα τὰ δώδεκα βιβλία περὶ κοινοβιακῶν θεσμῶν καὶ περὶ ἁμαρτημάτων, εἶχε ἐπίσης κατὰ νοῦ τὴ συγγραφὴ τῶν Συμβολῶν.[53] Τελευταῖοἔγραψε τὸ Περὶ ἐνανθρωπήσεως τοῦ Κυρίου κατὰ Νεστορίου ἔργο του (De incarnatione Domini contra Nestorium), μετὰ ἀπὸ παράκληση τοῦ διακόνου, καὶ μετέπειτα ἐπισκόπου Ρώμης, Λέοντα.[54] Ὁ Κασσιανὸς ἐξῆρε τὸν αἰγυπτιακὸ μοναχισμό, ἀλλὰ καὶ τὸν θεώρησε ἀναπόσπαστο μέρος τῆς ἀνατολικῆς μοναστικῆς παράδοσης, τὴν ὁποία, στὸ σύνολό της, πρότεινε στὴ Δύση ὡς ὑπόδειγμα ἄξιο τῆς μεγαλύτερης δυνατῆς μιμήσεως.[55]
Ρητὲς ἀναφορὲς τοῦ Κασσιανοῦ στὸν ΒασίλειοΤὸ ὄνομα τοῦ Μ. Βασιλείου ἀναφέρεται πέντε φορὲς στοὺς Θεσμοὺς τοῦ Κασσιανοῦκαὶ ποτὲ στὶς Συμβολές. Ἀπὸ αὐτὲς τὶς πέντε ἀναφορές, οἱ δύο δὲν ἀνήκουν στὸν Κασσιανό, διότι βρίσκονται σὲ τίτλους κεφαλαίων (capitula), τοὺς ὁποίους προσέθεσαν μεταγενέστεροι ἐκδότες γιὰ λόγους παιδαγωγικούς[56]: 1) Inst. praef.5: huc accedit, quod super hac re uiri et uita nobiles et sermone scientiaque praeclari multa iam opuscula desudarunt, sanctum Basilium et Hieronymum dico alios que nonnullos.[57] 2) Inst. VI.19(capitulum): Sententia sancti episcopi Basili de qualitate uirginitatis suae. 3) Inst. VI.19: Fertur sancti Basili Caesariensis episcopi districta sententia: et mulierem, inquit, ignoro, et uirgo non sum.[58] 4) Inst. VII.19 (capitulum): Sententia sancti episcopi Basili aduersus Syncletium prolata. 5) Inst. VII.19: Fertur sententia sancti Basili Caesariensis episcopi ad quendam prolata Syncletium tali quo diximus tepore torpentem. ( . . . )Et senatorem, inquit, Syncletium perdidisti et monachum non fecisti.[59] Μὲ βεβαιότητα λοιπὸν ἔχουμε ρητὴ ἀναφορὰ τοῦ Κασσιανοῦ στὸ ὄνομα τοῦ Βασιλείου τρεῖς φορές, στὰ Inst. praef.5. Inst. VI.19καὶ Inst. VII.19. Στὸν πρόλογο τῶν Θεσμῶν, ὁ Κασσιανὸς μεταξὺ ἄλλων ἐξηγεῖ στὸν Κάστορα τοὺς λόγους, γιὰ τοὺς ὁποίους πιστεύει πὼς τὸ ἔργο του παρουσιάζει ἀδυναμίες. Ἕνα ἀπὸ τὰ ἐπιχειρήματά του εἶναι, ὅτι ἔχουν προηγηθεῖ συγγράμματα πιὸ ἀξιόλογα. Γράφει λοιπὸν γιὰ τὸν Βασίλειο: "quorum anterior [δηλ. ὁ Βασίλειος]sciscitantibus fratribus super diuersis institutis uel quaestionibus non solum facundo, uerum etiam diuinarum scripturarum testimoniis copioso sermone respondit"[*].[60] Ὁ Κασσιανὸς ἐδῶ ἀναγνωρίζει δύο ἀρετές. γλωσσικὴ ἀρτιότητακαί, κυρίως,ἐξαντλητικὴ χρήση βιβλικῶν μαρτυριῶν. Μποροῦμε, συνεπῶς, νὰ εἰκάσουμε πὼς ὁ ἴδιος, σύμφωνα μὲ τὴν ἀξία ποὺ τοῦ ἀναγνώριζε, θὰ στηριζόταν πολὺ στὸν Βασίλειο, ὅταν ἔγραφε τὸ δικό του ἔργο, θὰ μελετοῦσε τὶς διάφορες ἑρμηνεῖες καὶ χρήσεις βιβλικῶν χωρίων ἀπὸ τὸν Βασίλειο, θὰ ἀντλοῦσε ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ἴσως μάλιστα θὰ μνημόνευε τὴν πηγή του αὐτή, γιὰ νὰ ἀποδώσει τὴν ὀφειλόμενη τιμὴ καὶ γιὰ νὰ προσδώσει κύρος στὸ κείμενό του. Οἱ ἑπόμενες ρητὲς ἀναφορὲς τοῦ Κασσιανοῦ στὸν Βασίλειο (Inst. VI.19 καὶ Inst. VII.19), μὲ τὶς ὁποῖες ἐπικαλεῖται πλέον συγκεκριμένες διδασκαλίες του, δὲν ἐπισημαίνονταιστὰ ἔργα τοῦ τελευταίου,[61] ἀλλὰ ἡ δεύτερη ἀπὸ αὐτὲς (Inst. VII.19) ἀπαντᾶ σὲ συλλογὲς Γεροντικῶν.[62]Γιὰ τὴν ἀναφορὰ τοῦ Inst. VI.19, ὁ Chadwick ἰσχυρίζεται πὼς δὲν ἔχει σημασία τὸ γεγονός, ὅτι ἡ φερόμενη ὡς φράση τοῦ Βασιλείου, "et mulierem ignoro, et uirgo non sum", δὲν ὑπάρχει στὰ συγγράμματά του, χωρὶς ὅμως νὰ ἐξηγεῖ καθόλου τὸν ἰσχυρισμὸ αὐτό, ὑπαινισσόμενος, ὡς εἰκάζουμε, ὅτι πάντως ἡ φράση αὐτὴ θὰ ταίριαζε μὲ τὶς ἀντιλήψεις τοῦ Βασιλείου.[63] Ἰσχύει ὅμως τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο. Μελετώντας κανεὶς τὰ ἀσκητικὰ συγγράμματά του, ἀμέσως βλέπει πὼς ὁ Βασίλειος μιλάει μὲ αὐθεντία[64] καὶ τὸ συγκεκριμένο ἀπόφθεγμα δὲν ἁρμόζει στὸ δικό του ὕφος. Ἐπιπλέον, στὸ ἀπόφθεγμα αὐτὸ εἶναι φανερή, ἔντονη καὶ ἄμεση ἡ ἐξάρτηση τῆς ἁγνότητας ἀπὸ τὴ σεξουαλικὴ ἀποχή, -τὴν κατὰ διάνοιαν ἀποχή, στὴ συγκεκριμένη περίπτωση- ἐξάρτηση ποὺ ἀπουσιάζει ἀπὸ τὴ διδασκαλία τοῦ Βασιλείου. Γιὰ τὸν Βασίλειο ὁ γάμος ἐμποδίζει ὄχι διὰ τῆς σεξουαλικῆς ἐπιμιξίαςεἰδικῶς, ἀλλὰ διὰ τοῦ συνόλου τῶν περισπασμῶν ποὺ δημιουργεῖ.[65] Συνεπῶς, κατὰ τὴ γνώμη μας, τὸ ἀπόφθεγμα αὐτὸ εἶναι ψευδεπίγραφο. Τὸ γεγονός, μάλιστα, ὅτι στὴν Αἴγυπτο κυκλοφοροῦσε τέτοιο ἀπόφθεγμα, ἴσως δείχνει πὼς δὲν ἦταν μόνο ὁ Βασίλειος, ἐκεῖνος ποὺ θεώρησε τὴν Αἴγυπτο ξένη πρὸς τὶς δικές του ἀντιλήψεις.[66] φαίνεται ὅτι καὶ ἡ Αἴγυπτος κράτησε τὴν ἴδια ἀκριβῶς στάση ἀπέναντι στὸν Βασίλειο.[67] Οὔτε ἡ ἀναφορὰ τοῦ Inst. VII.19 δὲν ταιριάζει μὲ τὴν πνευματικότητα τοῦ Βασιλείου. Διαπιστώνουμε ὑπεροψία, ποὺ συχνὰ λανθάνει στὰ γεροντικὰ ἀποφθέγματα[68] ἀλλὰ ὄχι στὰ κείμενα τοῦ Βασιλείου, καὶ ἀκόμη παρατηροῦμε τὸν ὅρο "μοναχός",[69] τὸν ὁποῖο σὲ κανένα ἔργο του, εἴτε ἀσκητικὸ εἴτε μή, δὲν χρησιμοποιεῖ ὁ Βασίλειος γιὰ τοὺς ἀσκητές. Συγγενεῖς ὅροι, ὅμως, ἀπαντοῦν στὰ ἀσκητικὰ κείμενα τοῦ Βασιλείου. Πρόκειται γιὰ τοὺς ὅρους "μόνωσις",[70] "μοναστικός",[71] "μονήρης"[72] καὶ "μονάζειν".[73] Εἶναι χαρακτηριστικό, πὼς οὔτε μία ἀπὸ τὶς ἀναφορὲς τοῦ Βασιλείου στοὺς ὅρους αὐτοὺς δὲν ἔχει θετικὴ σημασία. Σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις, ὁ Βασίλειος ἀναφέρει τὴ συγκεκριμένη ὁρολογία μόνο γιὰ νὰ τὴν ἀπορρίψει, ἐπειδή, κατὰ τὴν ἄποψή του, τὰ ὀνόματα αὐτὰ σημαίνουν κάτι, τὸ ὁποῖο δὲν ταιριάζει ὄχι μόνο στὸν χριστιανό, ἀλλὰ οὔτε κἂν στὸν ἄνθρωπο ἐν γένει.[74] Περίπου 286 εἶναι οἱ ἐπιστολὲς τοῦ Βασιλείου, οἱ ὁποῖες θεωροῦνται γνήσιες. Στὶς ἐπιστολὲς αὐτές, οἱ ἀσκητὲς ἀναφέρονται μὲ τὸν ὅρο "μονάζοντες" (καὶ μὲ κανένα ἄλλο συγγενῆ ὅρο) ἕξι μόνο φορὲς συνολικά,[75] ἐνῶ οὐδέποτε χρησιμοποιεῖται δύο ἢ περισσότερες φορὲς ὁ ὅρος αὐτὸς στὴν ἴδια ἐπιστολή. Πρέπει ἐδῶ νὰ σημειωθεῖ, ὅτι ὁ ὅρος μονάζων ἦταν ὁ συνήθης ὅρος στὴ Μ. Ἀσία γιὰ τοὺς ἀσκητές,[76] ὥστε στὴν ἀλληλογραφία του μὲ διάφορα στελέχη τῆς Ἐκκλησίας ὁ Βασίλειος δὲν θὰ ἦταν δυνατόν, εἰκάζουμε, νὰ τὸν ἀποφύγει τελείως. Ἀλλὰ ἀκόμη καὶ αὐτὸς ὁ ὅρος, ἂν καὶ ἀπαντᾶ ἔστω ἕξι μόνο φορές, σὲ ἰσάριθμες ἐπιστολές του, μόνο σὲ δύο περιπτώσεις χρησιμοποιεῖται σὲ κατ’ ἐξοχὴν σχετικὲς μὲ τὸν μοναχισμὸ ἐπιστολὲς (93, 284), ἐνῶ δὲν χρησιμοποιεῖται ποτὲ στὶς ἀνάλογες ἐπιστολὲς 4, 12, 13, 18, 52, 79, 105, 106, 119, 124, 173, 174, 207, 210, 223, 226, 244, 249, 256, 257, 262, 293, 295, οὔτε κἂν στὶς περίφημες ἀσκητικὲς ἐπιστολὲς 1, 2, 14 καὶ 22.[77] Ἐντύπωση, ὅμως, προκαλεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι καὶ τὶς δύο φορὲς ποὺ ὁ Κασσιανὸς χρησιμοποιεῖ ρητὰ τὸν Βασίλειο, δὲν ἀντλεῖ ἀπὸ τὸ ἔργο του, μολονότι θὰ μποροῦσε νὰ γνωρίζει καὶ τὴ μετάφραση Ρουφίνου[78] ἀλλὰ καὶ τὸ ἑλληνικὸ πρωτότυπο. Ἀρκεῖται σὲ δύο ἀποφθέγματα τῆς αἰγυπτιακῆς παράδοσης, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουν σὲ κανένα ἔργο τοῦ Βασιλείου. Τέτοια ἀξιοποίησή του προφανῶς δὲν συμφωνεῖ, μὲ ὅσα ἐπαινετικὰ ὁ ἴδιος ὁ Κασσιανὸς γράφει γιὰ τὸν Βασίλειο στὸν πρόλογο τῶν Θεσμῶν. Ἀλλὰ γιατί ἀποφάσισε νὰ μνημονεύσει ἔστω καὶ μόνο τὸ ὄνομα τοῦ Μ. Βασιλείου, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ τελευταῖος ἀμφισβήτησε τὸν ἀναχωρητισμὸ καὶ παρὰ τὶς ἐν γένει μεγάλες διαφορὲς στὶς ἀπόψεις τους; Ἡ πιθανότερη ἐξήγηση, κατὰ τὴ γνώμη μας, εἶναι ὅτι ὁ Κασσιανὸς δὲν κατάλαβε τὴ στάση τοῦ Βασιλείου ὡς ἀπόρριψη τοῦ ἀναχωρητισμοῦ καὶ οὔτε ἐνοχλήθηκε ἀπὸ ἄλλες ἀπόψεις τοῦ Βασιλείου, εἴτε διότι δὲν διάβασε τὸ ἔργο του εἴτε διότι τὸ διάβασε χωρὶς προσοχή. Ἑπομένως, ὁ Κασσιανὸς θὰ πρέπει νὰ παρασύρθηκε στοὺς ἐπαίνους ἀπὸ τὴν τιμή, μὲ τὴν ὁποία ἤδη ἡ Ἐκκλησία περιέβαλλε τὸν Βασίλειο.[79]
Ἀσκητικὰ "Προοίμια"
Α’. Τὰ "Προοίμια" τοῦ Μ. Βασιλείου
1.
"Συνευξώμεθα ἀλλήλοις":
|