image with the sign of Myriobiblos





Κεντρική Σελίδα | Βιβλιοθήκη | Αφιερώματα | Σεμινάρια | Παρουσιάσεις Βιβλίων

ΕΛΛΗΝΙΚΑ | ENGLISH | FRANÇAIS | ESPAÑOL | ITALIANO | DEUTSCH

русский | ROMÂNESC | БЪЛГАРСКИ


ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
 


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝIA

Κλάδος Διαδικτύου

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ





ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ


Προηγούμενη Σελίδα

Αθανάσιος Αγγελόπουλος

Τα Πατριαρχικά δίκαια στην Ελλάδα σε σχέση με τα δίκαια της Εκκλησίας της Ελλάδος

2. Επί των παραγράφων των σελ. 2-4 «Ειδικώτερον…έστω και δια νόμων εκφραζομένων».

α) Η εδώ τονιζομένη με διαφόρους τρόπους γενική αρχή ότι για την Εκκλησία «νόμιμο είναι ό,τι κανονικό και όχι κανονικό ό,τι νόμιμο» είναι ορθή και συνιστά την πυξίδα πλεύσεως της εν Χριστώ ολκάδος, δηλ. της Εκκλησίας, πορευομένης στην ανθρώπινη, μέσω διαφόρων κοσμικών πολιτευμάτων, ιστορία. Η «υπεροχή του νόμου έναντι των ιερών κανόνων και των κανονικών ρυθμίσεων» (σελ.2) απορρίπτεται για την Εκκλησία. Η άλλως πως για την Ορθόδοξη Εκκλησία ισχύει η απαράβατος αρχή «της προτεραιότητος έναντι των νομικών ρυθμίσεων της εφαρμογής των θείων και ιερών κανόνων και των εκκλησιαστικών ρυθμίσεων» (αυτόθι). Χρέος της ΚΠόλεως και ως Τοπικής Εκκλησίας και δη και Μητρός Εκκλησίας και ως Οικουμενικού Πατριαρχείου είναι να υπεραμύνεται της αρχής αυτής αντί πάσης θυσίας και αυτό πράττει δια της ιστορίας, ως συνιστώσα και συνισταμένη συντονιστική του όλου επισήμου συστήματος των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών Αρχή. Ουδεμία δε κατά τόπους Ορθόδοξη Εκκλησία ημπορεί, πράγματι, να εκπληρώσει την εν τω κόσμω πνευματική αποστολήν της, μη εδραζομένη και εδραιωμένη επί της αρχής αυτής. Ορθώς δε η από 1ης Δεκεμβρίου 2003 Πατριαρχική και Συνοδική απόφαση παραπέμπει, μεταξύ άλλων, προκειμένου περί της Εκκλησίας της Ελλάδος, στον Τόμο του 1850, ότι «θα διοικήται κατά τους θείους και ιερούς κανόνας, ελευθέρως και ακωλύτως από πάσης κοσμικής επεμβάσεως» (σελ.3).

β) Συναφώς προς τα ανωτέρω, η Εκκλησία ΚΠόλεως μέμφεται την Εκκλησία της Ελλάδος ότι δέχεται στην μεταξύ τους διαφορά (ο κατάλογος προς έγκριση ή ανακοίνωση στο Πατριαρχείο;) «την υπεροχήν του νόμου έναντι των ιερών κανόνων και των κανονικών ρυθμίσεων» ή «εφαρμοστέαν την νομικήν και όχι την κανονικήν ρύθμισιν » (σελ.2). Το καλοπροαίρετο ερώτημα, που τίθεται, εκ της κριτικής αντιπαραβολής των δύο επισήμων κειμένων (α. του από 10 Νοεμβρίου 2003 της Εκκλησίας της Ελλάδος προς την Εκκλησία ΚΠόλεως και β. του απαντητικού της Εκκλησίας ΚΠόλεως από 1η Δεκεμβρίου 2003), είναι: Τα δύο κείμενα, δηλ. ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος, σε αρμονική συνάρτηση προς τις δύο Πράξεις του 1928, την Πατριαρχική του Σεπτεμβρίου και την Συνοδική του Νοεμβρίου, που επικαλείται η Εκκλησία της Ελλάδος για την λύση της διαφοράς και η Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1928, που επικαλείται η Εκκλησία ΚΠόλεως για τη λύση, ωσαύτως, της διαφοράς, δεν είναι για τις δύο Τοπικές Εκκλησίες συγχρόνως και τα δύο κείμενα πρωτίστως κανονικά; Πέραν του ότι έχουν και τα δύο την νομική προστασία ή συνδρομή του ελληνικού κράτους, κατά τον α’ ή β’ άμεσο ή έμμεσο τρόπο; (ερώτημα φοιτητών και του υπογράφοντος). Και για μεν την κανονικότητα της Πράξεως του 1928 ο λόγος παραπάνω. Η Πράξη του 1928 είναι κανονικό κείμενο, παρά τις διαπιστωθείσες προσωπικές αμφισβητήσεις από μέρους του Αρχιεπισκόπου και κάποιων αρχιερέων στην Σύνοδο της Ιεραρχίας, του Νοεμβρίου 2003. Τα αποδείξαμε όμως σε άλλη συνάφεια του λόγου μας.

Ο Καταστατικός Χάρτης όμως τι είναι; Μόνο νόμος του Κράτους; Όπως διατείνεται το Πατριαρχικό και Συνοδικό έγγραφο της ΚΠόλεως; Επειδή προφανώς- και κακώς- το συνοδικό Γράμμα των Αθηνών τον μνημονεύει μόνον ως «ισχύοντα Νόμον 590/1977 Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος»; (σελ.2). Από εκκλησιαστικής πλευράς ουδεμία πρέπει να γεννάται αμφιβολία ότι ο Καταστατικός Χάρτης είναι πρωτίστως κανονικό κείμενο. Τον συνέταξε και επεξεργάσθηκε, βάσει των ιερών κανόνων, και ευλόγησε η Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, και τον εναρμόνησε ασυγχύτως με την Πράξιν το 1928, που επευλόγησε και η Εκκλησία ΚΠόλεως δια διαφόρων τρόπων και ενεργειών προς την ελληνική πλευρά από του Μαρτίου 1974 μέχρι του Μαΐου του 1977.

Έχει μεγάλη σημασία, όμως, να ιδούμε την επ’ αυτού γνώμη και απόφαση του ελληνικού Κράτους δια της Βουλής των Ελλήνων. Και η γνώμη αυτή διατυπώνεται ευθέως στην 1 παράγραφο της «Εισηγητικής Εκθέσεως επί του σχεδίου Νόμου περί κυρώσεως Κώδικος Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος προς την Βουλήν των Ελλήνων», που έχει ως εξής επιλέξει: «1. Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας είναι οι δια των άρθρων 3 και 13 του εν ισχύι Συντάγματος κατοχυρούμενοι ιεροί κανόνες. Αλλ’αί δια των περί Θρησκείας άρθρων του Συντάγματος καθοριζόμεναι σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας εις την Ελλάδα καθιστούν αναγκαίαν τήν θέσπισιν των πλαισίων, εντός των οποίων αι σχέσεις αυται διαμορφούνται. Οι υπό της Βουλής ψηφιζόμενοι Καταστατικοί Νόμοι της Εκκλησίας της Ελλάδος χαράσσουν ακριβώς τα πλαίσια αυτά, χωρίς να θίγουν την κατά συνταγματικήν επιταγήν τήρησιν των ιερών κανόνων υπό της Εκκλησίας της Ελλάδος, διο και αποτελούν βασικά κείμενα δια την απρόσκοπτον συνεργασίαν μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας».

Τι χρείαν, λοιπόν, έχομεν άλλων μαρτυριών, περί του ότι ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι κατ’εξοχήν και πρωτίστως κείμενο «κανονικών ή εκκλησιαστικών ρυθμίσεων;» Μάλιστα δε, δια τούτο, και υπό μορφή Κώδικος; Και όχι απλού νομοθετήματος; Να γιατί η ελληνική Πολιτεία αυτοδεσμεύεται να μη νομοθετεί περί Εκκλησίας, ως θεανθρωπίνου Ιδρύματος, ερήμην αυτής. Διερωτώμεθα, λοιπόν, καλοπροαίρετα. Πως είναι δυνατόν η Μήτηρ Εκκλησία, η εκτός Ελλάδος εδρεύουσα και δρώσα, να αγνοεί, ενώ γνωρίζει άριστα, όλην αυτήν την περί της Εκκλησίας της Ελλάδος νομοκανονική πραγματικότητα ή μάλλον να την διαγράφει και να εμμένει στην κανονική απολυτότητα της Πράξεως του 1928 κατά το τυπικό γράμμα και όχι κατά το ουσιώδες πνεύμα της μέσα από την πιστή μάλιστα στην πράξη εφαρμογή της επί μια 75ετία, αρχής γενομένης από του Αυγούστου 1929, οπότε η Πατριαρχική Σύνοδος οριστικά έλυσε το επίμαχο θέμα της ερμηνείας του όρου «προς έγκρισιν ο κατάλογος εκλεξίμων» με την αποδοχήν του όρου «προς ανακοίνωσιν»;

Άλλο εύλογο ερώτημα ως συνέπεια των ανωτέρω. Αφού ο Κατασταστικός Χάρτης για την Εκκλησία είναι πρωτίστως κανονικό και δευτερευόντως νομικό κείμενο, όπως υπό άλλη μορφή και η Πατριαρχική Πράξη του 1928, γιατί να εκλαμβάνεται ο Καταστατικός Χάρτης στο Πατριαρχικό και Συνοδικό κείμενο μόνον ως νόμος και όχι και ως κείμενο «κανονικών ή εκκλησιαστικών ρυθμίσεων», όπως κατ’ουσία είναι για τα «εσωτερικά της Εκκλησίας» (σελ.3), εν προκειμένω της Ελλάδος; Και οικοδομείται και εξαντλείται επ’ αυτής της στρατηγικής αντιλήψεως η εις επίκριση και συμμόρφωση της Εκκλησίας της Ελλάδος όλη επιχειρηματολογία του Φαναρίου; Τις διευκρινίσεις οφείλουν να δώσουν η Αθήνα και η Κπόλη με νέα επιχειρηματολογία δια του περαιτέρω διαλόγου, εάν χρειασθεί, μεταξύ των δύο Εκκλησίων για την λύση της μεταξύ των διαφοράς.

γ). Με βάση τα ανωτέρω αληθή, κατά την ταπεινή μας άποψη, και από την προσεκτική ανάγνωση του κειμένου της Αποφάσεως της Συνόδου της Ιεραρχίας των Αθηνών, του Νοεμβρίου 2003, ουδόλως εξάγεται το συμπέρασμα εις το απαντητικό κείμενον της ΚΠόλεως από 1η Δεκεμβρίου 2003 ότι για την Εκκλησία της Ελλάδος «ειδικώτερον, πάσαι αι ισχύουσαι Εκκλησιαστικαί ρυθμίσεις τίθενται εις υποδεεστέραν θέσιν έναντι των κατά πολιτείαν νομικών ρυθμίσεων..». (σελ.2). Το εξαγόμενο ασφαλές συμπέρασμα είναι ότι τα τρία κείμενα (Καταστατικός Χάρτης+Πατριαρχική Πράξη+Συνοδική Πράξη), κανονικά πρωτίστως όντα και έχοντα και την νομική συνδρομή, κείνται εις συνάρτηση και όχι εξάρτηση για να είναι το ένα υποδεέστερο του άλλου. Μάλιστα δε μπορεί να υποστηριχθεί και η εξελιγμένη άποψη ότι ο Καταστατικός Χάρτης, ως ρυθμίζων όλα τα ζητήματα μιας Τοπικής Εκκλησίας-ενώ η Πράξη μέρος, που είναι ήδη ενσωματωμένο αρμονικά και όχι αφομοιωτικά στον Χάρτη - έχει μείζονα κανονική ισχύ. Και αυτή η θέση είναι προς περαιτέρω διερεύνηση κατά τον περαιτέρω διάλογο, εάν χρειασθεί, μεταξύ των δύο Τοπικών Εκκλησίων.

δ). Η προσκόμιση στο Πατριαρχικό και Συνοδικό έγγραφο της 1ης Δεκεμβρίου 2003 ως παραδείγματος του γεγονότος ότι η Σύνοδος της Ιεραρχίας των Αθηνών, της 4 Ιουνίου 1987, «είχε λάβει ‘αδιάσειστον και αμετακίνητον απόφασιν’, όπως μη εφαρμόση νόμον της Πολιτείας, προς τον οποίον διεφώνει», και άρα τώρα ημπορεί να παρανομήσει εκ νέου εναντίον του Καταστατικού Χάρτου Της, ως νόμου μόνο, μη εφαρμόζουσα το άρθρο 17, παρ.3, είναι αναντίστοιχη. Διότι τότε, καθώς γνωρίζουμε, δεν εζητήθη η κατά το Σύνταγμα και τον Καταστατικό Χάρτη επίσημη γνώμη της Εκκλησίας για την απαλλοτρίωση από την τότε κυβέρνηση της μοναστηριακής (και στην συνέχεια και της ενοριακής) περιουσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Μερικοί μάλιστα από μας για τον λόγο αυτό ήλθαμε σε δυναμική δημοσιογραφική αντιπαράθεση προς τον λεγόμενο νόμο Τρίτση περί απαλλοτριώσεως της μοναστηριακής περιουσίας. Εκείνο το περιστατικό έγινε ένα καλό ή κακό προηγούμενο παράδειγμα, ώστε η Πολιτεία να μη παρεμβαίνει στα της Εκκλησίας, νομοθετούσα περί Αυτής, ερήμην Της.

ε). Εις το πατριαρχικό κείμενο χρησιμοποιούνται πολλάκις οι συμβατοί όροι «θείοι και ιεροί κανόνες και αι εκκλησιαστικαί ρυθμίσεις» ή «ιεροί κανόνες , η πίστις και η παράδοσις της Εκκλησίας». Σε τρεις όμως περιπτώσεις ο λόγος περί «των Ιερών Κανόνων και των ισοδυνάμων εκκλησιαστικών ρυθμίσεων» ή «των ιερών κανόνων και των ισοδυνάμων κανονιστικών ρυθμίσεων» ή «ωρισμένων ιεροκανονικών και ισοδυνάμων Συνοδικών διατάξεων».(παρατήρηση φοιτητών). Το ισοδύναμον, δηλ. το ισόκυρον, των κανονιστικών ρυθμίσεων προς τους ιερούς κανόνες πόθεν τεκμαίρεται; (ερώτηση υπογράφοντος). Οι κανονικές Διατάξεις δεν είναι θείοι και ιεροί κανόνες για να είναι ισοδύναμοι, ισόκυροι προς αυτούς. Είναι κείμενα, «τα οποία αποτελούν την εφαρμογήν και οιονεί την εν τη πράξει ερμηνείαν των Ιερών Κανόνων». Υπ’ αυτήν την ποιοτική διάκριση συμπεριελήφθη μεταξύ των πρώτων θεμάτων της μελλούσης να συνέλθη Μεγάλης Οικουμενικής Πανορθοδόξου Συνόδου και θέμα υπό τον τίτλον «Κωδικοποίησις Ιερών Κανόνων και Κανονικών Διατάξεων». Τόσον ο ισχύων Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος όσον και η ισχύουσα Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του Σεπτεμβρίου του 1928 και η ισχύουσα Συνοδική Πράξις περί αποδοχής της Πατριαρχικής του Νοεμβρίου του 1928 είναι σαφές ότι εμπίπτουν στις κανονικές Διατάξεις. Ως τέτοιες είναι μεταξύ των ισοδύναμες όχι όμως και ισοδύναμες προς τους θείους και ιερούς κανόνες. Υπό την έννοιαν αυτήν και τα τρία κείμενα είναι «Ιερότατα και τιμιώτατα Καταστατικά», «Ιερά Κείμενα», ουδέποτε όμως ισοδύναμα ή ισόκυρα προς τους θείους και ιερούς κανόνες. Προπαντώς, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το ένα, π.χ. η Πατριαρχική Πράξη του 1928 είναι κείμενο ισοδύναμον των Ιερών Κανόνων για να έχει «προτεραιότητα εφαρμογής δια την Ορθόδοξον Εκκλησίαν έναντι των θύραθεν εντολών έστω και δια νόμων εκφραζομένων» (σελ. 4 πατριαρχικού εγγράφου), υπονοουμένου, προφανώς, του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος ως νόμου 590/1977, όπερ αντιφατικό, εάν περί αυτού πρόκειται, κατά τα ανωτέρω αναλυθέντα.

στ). Η Κπολη πιστεύει, επομένη και της γνώμης διακεκριμένων ειδημόνων νομικών, την «πλήρη εφαρμογήν της όλης Πράξεως του 1928, η οποία κατά πάσαν περίπτωσιν διέπει τας σχέσεις των δύο Εκκλησιών» (σελ.3) ή «επί τη τηρήσει επακριβώς πάντων των υπό των θείων και ιερών κανόνων και Πατριαρχικών και Συνοδικών Πράξεων οριζομένων» (γνώμη αειμνήστου Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ) ή «Αναμένομεν, κατά ταύτα, ότι η Εκκλησία της Ελλάδος θα δηλώσει ότι σέβεται, αποδέχεται και εφαρμόζει την Πατριαρχικήν και Συνοδικήν Πράξιν του 1928 εν τω συνόλω αυτής» (σελ.6).

Η θέση αυτή είναι θέση αρχής, υποχρεωτική και για τις δύο Εκκλησίες, ως συμβαλλόμενα μέρη και όχι μόνον για την μια, απ’ αυτές. Η ΕΕ δι’ έργων και λόγων στο παρελθόν έδωσε το κακό παράδειγμα να μη τηρεί τα συμπεφωνημένα (περίοδος Ιερωνύμου κυρίως για ουσιώδη όρον της Πράξεως και προσφάτως λόγω μεμονωμένων παραδειγμάτων αλλοιώσεως του πατριαρχικού μνημοσύνου στην Βόρειο Ελλάδα). Η ίδια όμως με πολύν κόπο και μόχθο επί Ιερωνύμου και μετέπειτα και άμεσα πρόσφατα αποκατέστησε τα πράγματα.

Το ερώτημα που τίθεται τώρα συναφώς είναι. Η Εκκλησία ΚΠόλεως σέβεται «εν τω συνόλω αυτής» την Πράξη του 1928; Διότι το κείμενον αυτό δεν είναι εξ αποκαλύψεως κείμενο. Έχει προϊστορία και ακολουθία. Ειδικότερα, ο εκκλησιαστικός ιστορικός καταγράφει ότι για το ανακύψαν ζήτημα (ο κατάλογος προς έγκριση ή ανακοίνωση;)υφίσταται ερμηνεία-τροποποίηση αυθεντική από το ίδιον όργανο, την εκδούσα την Πράξη Αρχή, την Πατριαρχική Σύνοδο της ΚΠόλεως, κατόπιν πρωτοβούλου ενεργείας της Συνόδου των Αθηνών από Νοεμβρίου 1928 μέχρι Φεβρουαρίου, Μαΐου και Αυγούστου 1929. Η Σύνοδος των Αθηνών, ενώ απεδέχθη δι’ ιδίας Πράξεως την Πατριαρχική Πράξη του Σεπτεμβρίου 1928 «εν τω συνόλω αυτής», σε συνάρτηση όμως με τα κεκυρωμένα συμπεφωνημένα και τον προηγηθέντα περί αυτών νόμο 3615/1928, την αμφισβήτησε εις «τινα σημεία είτε νέον τι παρεισάγοντα, είτε και αντιβαίνοντα προς τον ειρημένον νόμον», αμέσως κατά την πρώτη εφαρμογή. Στην εφαρμογή, λοιπόν, δεν απεδέχθη η Αθήνα «την όλην Πράξιν του 1928», ή «επακριβώς πάντα», τα υπ’ αυτής οριζόμενα. Γι’ αυτό, στις 20 Νοεμβρίου 1928 «επί όροις» η Ιερά Σύνοδος των Αθηνών κατέστρωσε και υπέγραψε «την επί τη αποδοχή της διοικήσεως των εν Ελλάδι Μητροπόλεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου Πράξιν» (βλ. το όλο κείμενο συνημμένο) και απέστειλε στην ΚΠολη «συνοδική διαγνώμη» για την αποδοχή της εν τω συνόλω, δηλ. γενικώς, και για την συνέχιση των διαπραγματεύσεων για «σημεία της Πράξεως είτε νεον τι παρεισάγοντα είτε και αντιβαίνοντα προς τον ειρημένον νόμον», δηλαδή τον 3615/1928. Ένας από τους όρους ήτο και το σήμερα διαιρούν τις δύο Εκκλησίες σημείο: «Προς έγκριση ή ανακοίνωση ο Κατάλογος εκλέξιμων στο Πατριαρχείο»; Να πως διατυπώνεται επιλέξει ο νέος όρος των Αθηνών: «Ο Οικουμενικός Πατριάρχης δύναται υποδεικνύειν τω Αρχιεπισκόπω Αθηνών εκλογίμους και υποψηφίους δι’ Αρχιερωσύνην, κεκτημένους τα υπό του νόμου οριζόμενα προσόντα, αλλ’ η έγκρισις του καταλόγου εκλογίμων υπό του Πατριάρχου δυναμένη επιτρέπειν και αλλοιώσεις αυτού, μη αναγραφομένης άλλωστε εν τω νόμω και μη ούσα υποχρεωτική δια τους μέλλοντας ψηφίζειν, σκόπιμον εκρίθη ιν’αποφευχθεί». Η θέση είναι σε συνάρτηση με την Πράξη αποδοχής και δη τον όρον «γ’) Οι των εν Ελλάδι Επαρχιών του Πατριαρχικού Θρόνου Αρχιερείς εκλέγονται εφεξής κατά τα εν τοις σχετικοίς νόμοις περί εκλογής Αρχιερέων της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος οριζόμενα ως απαιτεί και ο νόμος 3615 εκ Καταλόγου Εκλογίμων, ενώ εγγράφονται και οι εκάστοτε υπό του Οικουμενικού Πατριάρχου προς τον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών υποδεικνυόμενοι και έχοντες τα υπό των Ιερών Κανόνων και Νόμων οριζόμενα προσόντα».

Η συμπληρωματική διαπραγμάτευση διήρκεσε μέχρι τον Αύγουστο 1929. Η Πατριαρχική Σύνοδος στις 9/2/1929 δι’ επιστολής εις απάντησιν αποστέλλει την απόφασή της, εμμένουσα στην έγκριση του καταλόγου, επιλέξει: «ε) όπως ο κατάλογος των προς αρχιερατείαν εκλεξίμων δια τας επαρχίας του Θρόνου εγκρίνηται και υπό του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ως και τούτου όντος ενδείξεως των κανονικών δικαιωμάτων του θρόνου, ου θίγοντος δε εν τη ουσία την θέσιν της επιτροπικώς αναλαβούσης την διοίκησιν Αδελφής Εκκλησίας της Ελλάδος, της μη ρητής αναγραφής εν τω Νόμω της τοιαύτης εγκρίσεως ουδαμώς εμφαινούσης κώλυμα ή αντίρρησιν προς αυτήν. Παρατηρητέον ενταύθα και τούτο ότι αι τυχόν επιφερόμεναι εκάστοτε υπό του Οικουμενικού Πατριαρχείου αλλοιώσεις εν τω σχετικώ καταλόγω προϋποτίθεται ότι πάντως έσονται σύμφωνοι προς τους Νόμους του Κράτους, μέλλουσι δε υπαγορεύεσθαι αφεύκτως εκ λόγων κανονικών, ους εξ ίσου προς το Οικουμενικόν Πατριαρχείον υποχρεούται λαμβάνειν υπ’όψιν και η Αγιωτάτη Εκκλησία της Ελλάδος εν τη καταστρώσει του καταλόγου των προς αρχιερατείαν εκλεξίμων».

Στις 28 Μαΐου του ιδίου έτους επανέρχεται μεταξύ άλλων η Σύνοδος των Αθηνών στο ίδιο θέμα με νέα απόφαση της με επιστολή στο Πατριαρχείο και που επιμένει στα εξής επιλέξει: «…Αλλά το ζητούμενον όπως ο κατάλογος εγκρίνηται υπό του Πατριαρχείου και όπως τούτο έχη το δικαίωμα αλλοιώσεως και μεταβολής αυτού, προσθήκης ή διαγραφής ονομάτων δια κανονικούς λόγους, αναμφιβόλως δύναται προκαλείν σοβαράς προστριβάς και ανωμαλίας μεταξύ των δύο Εκκλησιών. Το Πατριαρχείον εξεχώρησε τη Ιερα Συνόδω το δικαίωμα του πληρούν δια κανονικής εκλογής τας εκάστοτε κενουμένας αρχιερατικάς έδρας, ελπίζομεν δε, Θεού ευδοκούντος, ότι η άσκησις του δικαιώματος τούτου νόμω ανατεθήσεται τη όλη Ιεραρχία της εν Ελλάδι Εκκλησίας, τι δε συμβήσεται είποτε το μεν Πατριαρχείον διαγράψη ονόματα εκ του καταλόγου, η δε Ιερά Σύνοδος και η Ιεραρχία θεωρή αυτό άξιον προς εκλογήν; Όθεν σκόπιμον και κανονικόν υπολαμβάνομεν, όπως το μεν Πατριαρχείον ποιήται δια του Αρχιεπισκόπου τας περί εκλογίμων συστάσεις, η δε τελική κρίσις αφεθή τη Ιερά Συνόδω της Εκκλησίας της Ελλάδος. Άλλωστε πρόκειται περί ζητήματος μετά πολλά εμφανισθησομένου έτη». Και εμφανίστηκε μετά 75 χρόνια.

Οπότε η Εκκλησία Κπόλεως τελικά έλυσε το θέμα, τον Αύγουστο 1929, αποδεχομένη συνοδικώς πλήρως την πρωτόβουλη εισήγηση των Αθηνών, σύμφωνη, άλλωστε, προς το γ’ όρον της Συνοδικής Πράξεως του Νοεμβρίου 1928. Επιλέξει: «…Κομισάμενοι την από ΚΗ’ Μαΐου, αρ. 1085, επιστολήν της Υμετέρας φίλης Μακαριότητος μετ’επιστασίας και εν αγάπη εμελετήσαμεν μετά της περί ημάς Αγίας και Ιεράς Συνόδου όσας εν αυτή η Υμετέρα Μακαριότης, αποφάσει της περί Αυτήν Δ. Ιεράς Συνόδου, εκτίθεται ημίν και διατυπούται σκέψεις εν σχέσει προς τας είτε μικράς παραλλαγάς, είτε συμπληρωματικάς επεξηγήσεις, ας επί σημείων τινών ενομίσαμεν προσήκον παρεμβαλείν εν τη σταλείση ημετέρα Πατριαρχική Συνοδική Πράξει…εν αντιπαραβολή προς τα ήδη περί των σημείων τούτων κεκυρωμένα αυτόθι….έγνωμεν μηδαμώς περαιτέρω περί των σημείων τούτων πολυπραγμονήσαι και εμμείναι εις όσα περί αυτών προλαβόντως ως αναγκαία κρίναντες απεφασίσαμεν, αλλά μετά πρόφρονος της διαθέσεως, χάριν της εν πάσιν αρμονικής ομογνωμίας, τροποποιούντες την περί αυτών απόφασιν ημών, αποδέξασθαι πλήρως την περί αυτών γνώμην και την διατύπωσιν, ήτις εκτίθεται και επεξηγηματικώς αναλύεται εν τη ως άνω επιστολή της Υμετέρας φίλης Μακαριότητος».

Ο νυν μητροπολίτης Φιλαδελφείας Μελίτων, μέλος τώρα της Ιεράς Συνόδου ΚΠόλεως, σε μια άριστη και εμπεριστατωμένη όντως μελέτη του για το ίδιο θέμα, σε ανύποπτο χρόνο, το 1989, στον Τόμο Γ’ «Αναφορά εις μνήμην Μητροπολίτου Σάρδεων Μαξίμου 1914-1986», σελ.119-172, με τίτλο «Η περί της διοικήσεως των εν ταις Νέαις χώραις επαρχιών του Οικουμενικού Πατριαρχείου υπό της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος Πατριαρχική και Συνοδική Πράξις του 1928 και η εφαρμογή αυτής», καταγράφει, και ως εκκλησιαστικός και ο ίδιος ιστορικός, το εκκλησιαστικό αυτό γεγονός ως εξής, επιλέξει: «Του Οικουμενικού Πατριαρχείου η συμφωνία διετυπώθη εν τη μετέπειτα διεξαχθείση μεταξύ αυτού και της ΕΕ αλληλογραφία» (σελ.123). Και αλλού: «Επειδή τα εν τη ΠΣΠ, αναλυτικώτερον και σαφέστερον (καθ’ημάς και προσθετικώτερον και αφαιρετικώτερον) και εν σχέσει προς τον προεκδοθέντα Νόμον 3615/1928 και τα αρχικά κείμενα των συνεννοήσεων διατυπωθέντα, προκάλεσαν εν τισιν αμφισβητήσεις από μέρους της ΕΕ, διεξήχθη μεταξύ ταύτης και του Οικουμενικού Πατριαρχείου αλληλογραφία, καταλήξασα εις την διαλεύκανσιν των αμφισβητουμένων σημείων και συνεννόησιν» (σελ.125). Και αλλού: «Τα αφορώντα εις τον κατάλογον των εκλογίμων του Ε’ όρου, σχετικώς προς τον οποίον εγένετο δεκτόν να παραμείνει ακέραιον το δικαίωμα του Οικουμενικού Πατριάρχου του εισηγείσθαι δια του Αρχιεπισκόπου Αθηνών την εν αυτώ αναγραφήν ονομάτων εκλογίμων κληρικών ή και την διαγραφήν άλλων, και λαμβάνειν γενικώς γνώσιν του εκάστοτε καταρτιζομένου καταλόγου» (σελ.126). Εις άλλο σημείο (σελ.146) ο σ. το ορίζει επιλέξει: «γ. Ανακοίνωσις εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον του καταλόγου εκλογίμων και η πρότασις υπό τούτου υποψηφίων δια τας επαρχίας ταύτας». Είναι, όπως λέγει ο σ., «Αι δια κοινής συμφωνίας εις τους όρους τούτους επελθούσαι τροποποιήσεις» (σελ.125). Και καταλήγει ο ίδιος, στα «Εξαγόμενα Συμπεράσματα» ότι το «Οικουμενικόν Πατριαρχείον…προήλθεν εις συζητήσεις μετά της ΕΕ και κατέληξεν εις τροποποιήσεις όρων τινών της Πράξεως» (σελ.167) και ότι «η Πράξις εφηρμόσθη, γενομένης τότε από κοινής συμφωνίας και της τροποποιήσεως ωρισμένων άρθρων αυτής» (σελ.168).

Είμεθα μάρτυρες, λοιπόν, μέσα από τα επίσημα κείμενα, των εκκλησιαστικών διεργασιών από του Σεπτεμβρίου 1928 μέχρι του Αυγούστου 1929, περί την ακριβή και λειτουργική εφαρμογή των τεθεσπισμένων στην διοίκηση και στην ζωή της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ο λόγος περί των τριών επισήμων κειμένων: δύο κανονικών, και ενός νομικού: Δηλ. πρώτον, της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως του Σεπτεμβρίου 1928, δεύτερον της Συνοδικής Πράξεως της Ιεράς Συνόδου των Αθηνών, του Νοεμβρίου 1928, περί αποδοχής της διοικήσεως των εν Ελλάδι Μητροπόλεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου, «αντιστοίχου ομοίας επισήμου» προς την της ΚΠόλεως, και τρίτον του νόμου 3615 του Ιουλίου 1928. Έτσι, λοιπόν, καταγράφεται η ιστορία των σχέσεων των δύο Εκκλησιών ΚΠόλεως και Ελλάδος, κατά την κρίσιμη περίοδο από Σεπτεμβρίου 1928 μέχρι Αυγούστου 1929, που επηρέασε βασικά την μετέπειτα καταστατική νομοθεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος. Είναι γεγονός εκ της μελέτης όλων των καταστατικών κειμένων, έκτοτε και μέχρι του ισχύοντος του 1977, ότι ο λόγος περί υποδείξεως μόνον από το Πατριαρχείο υποψηφίων. Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, σχων την πρωτόβουλο, εξάλλου, ενέργεια για την διευκρίνιση του θέματος (ο κατάλογος εκλεξίμων προς έγκριση ή υπόδειξη;) από το 1928 μέχρι το 1938, έτος του θανάτου του, ελάμβανε πρόνοια ακριβή πιστής εφαρμογής των συμπεφωνημένων συνολικώς και απολύτως.

στ) Επαναλαμβάνω το λίγο παραπάνω τεθέν ερώτημα. Η Εκκλησία της ΚΠόλεως σέβεται και εφαρμόζει σήμερα «εν τω συνόλω αυτής» την δική της Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1928; Oν τρόπον απαιτεί από την Εκκλησία της Ελλάδος τούτο, δηλ. επιλέξει «την πλήρη εφαρμογήν της όλης Πράξεως του 1928» «και δη ‘πάντων’ των υπ’ αυτής οριζομένων» ή της οποίας «την τήρησιν αξιοί»; Ιδού πως η Εκκλησία της ΚΠόλεως τοποθετείται επ’ αυτού, που διεξοδικά αναλύσαμε, και είναι αναντίρρητα αποδεδειγμένον εκκλησιαστικά γεγονός. «Όσον δε αφορά εις τας αναφερομένας εν τω γράμματι Υμών τροποποιήσεις της ειρημένης Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως, ημείς ουδεμίαν τοιαύτην τροποποίησιν γνωρίζομεν, δεδομένου ότι πάσα Πατριαρχική και Συνοδική Πράξις τροποποιείται μόνον δι’ ομοίας ισοκύρου Πράξεως, μη εκδοθείσης εν προκειμένω, και ουχί δι’ αλληλογραφίας, η οποία δεν έχει την ισχύν Πράξεως. Η Πράξις του 1928 δεν ετροποποιήθη, ως ελέχθη, και ισχύει πλήρως, το δε δικαίωμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου προς προσθήκην ή διαγραφήν υποψηφίων απορρέει εκ της εννοίας της εγκρίσεως, της οποίας κατ’ουδέν εμποδίζεται η άσκησις, ως δεν εμποδίζεται η άσκησις πλείστων άλλων κανονικών δικαιωμάτων του Οικουμενικού Πατριαρχείου, μη προβλεπομένων υπό των Πολιτειακών νόμων Κράτους τινός, αλλ’ ασκουμένων υπ’ αυτού διεκκλησιαστικώς, δυνάμει των ιερών κανόνων και των ισοδυνάμων κανονιστικών ρυθμίσεων» (σελ.4).

Από τη λεπτομερή και επαναληπτική ανάλυση και μελέτη της παραπάνω παραγράφου στο Σπουδαστήριο της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, στο Καρίπειο Μέλαθρο, συμφωνήσαμε όλοι (οι προπτυχιακοί και μεταπτυχιακοί φοιτητές και ερευνητές και ο υπογράφων) σε μια σειρά ερωτημάτων υπόψει των δύο Εκκλησιών για περαιτέρω διάλογο, εάν χρειασθή, μεταξύ των και διευκρίνιση των θέσεων των. Γιατί η Πατριαρχική Σύνοδος της ΚΠόλεως και η Σύνοδος των Αθηνών, τον επίμαχο χρόνο 1928/1929, αρκέσθηκαν μόνο στην αυθεντική ερμηνεία του θέματος (ο κατάλογος προς ανακοίνωση) και δεν προχώρησαν στην σύνταξη νέας «ομοίας ισοκύρου Πράξεως», κατά το έγγραφο της ΚΠόλεως της 1ης Δεκεμβρίου 2003; Η διεξαχθείσα αλληλογραφία, η οποία, όντως, δεν συνιστά κείμενο Πράξεως, ποίου επιπέδου κανονική ισχύν έχει; Ως κείμενα, π.χ., συμφωνίας κυρίων; Είναι απλή αλληλογραφία μεταξύ δύο προκαθημένων ερήμην των Συνόδων των; Ή είναι αλληλογραφία περιέχουσα αποφάσεις Συνόδων; Όν τρόπον, π.χ., η παρούσα αλληλογραφία μεταξύ των δύο Εκκλησιών από Ιουλίου μέχρι Δεκεμβρίου 2003;

H αλληλογραφία εκείνη του 1928/1929 εν σχέσει προς την πρώτη εφαρμογή της Πατριαρχικής Πράξεως του 1928 και της ομοίας της Συνόδου των Αθηνών είναι ισόκυρη με την σημερινή περί του ιδίου θέματος; Αφού εκείνες οι Σύνοδοι ΚΠόλεως και Αθηνών και όχι μόνον οι Προκαθήμενοι τους ανέλαβαν την πρωτοβουλία εκδόσεως και εφαρμογής των δύο Πράξεων και οι ίδιες ήσαν οι εκδούσες τις δύο Πράξεις με την ίδια σύνθεση (ίδιος Πατριάρχης, ο Βασίλειος, και ίδιος Αρχιεπίσκοπος, ο Χρυσόστομος, και ίδιοι σχεδόν όλοι οι συνοδικοί και των δύο Συνόδων) προέβησαν σε αυθεντικές ερμηνείες σημείων, αποδεκτές από κοινού, «πλήρως» μάλιστα; Μπορούν εκείνες οι Σύνοδοι να εξομοιωθούν εξ απόψεως κύρους με τις όμοιες, τις σημερινές, Συνόδους, μετά από 75 χρόνια; Δεν είναι χρέος των σημερινών Συνόδων να επιβεβαιώσουν και όχι να επανερμηνεύσουν και να αναιρούν τα τεθεσπισμένα τους σε διάφορα επίπεδα λήψεως αποφάσεων, με σημερινά κριτήρια; Γιατί η Πατριαρχική Σύνοδος του 1929 απεδέχθη συζήτηση νέων όρων, υποβληθέντων συμπληρωματικά από την Σύνοδο των Αθηνών; Και όχι μόνο στο περί εγκρίσεως ή μη του τελικού καταλόγου εκλεξίμων αλλά και στο περί συμμνημοσύνου του Πατριάρχου και της Ιεράς Συνόδου, και σε άλλα; Το τελευταίο, το περί μνημοσύνου, είναι μάλιστα μείζονος και πρωτευούσης σημασίας θέμα. Η γνώμη μας είναι, για να μη μιλήσουμε για βεβαιότητα, ότι η Πατριαρχική Σύνοδος του 1928 και του 1929, ως εκδούσα την Πράξη Αρχή, είχε ipso jure εκείνη μόνη το δικαίωμα και την ευθύνη να χωρήσει σε τροποποιήσεις σημείων, που ήσαν συμπεφωνημένα, πριν την έκδοση του νόμου και των δύο Πράξεων. Η τελευταία του Σεπτ. 1928 δεν ανέλυσε σημεία μόνο επί το κανονικώτερον αλλά έκαμε και προσθαφαιρέσεις επί το αναλυτικότερο, τις οποίες στην συνέχεια ζητούσε να τις κάμει αποδεκτές η Σύνοδος των Αθηνών, που όμως δεν τις έκαμε. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από την αλληλογραφία, που συνόδευσε την αποστολή της Πράξεως στην Αθήνα, στο Υπουργείο Εξωτερικών (Υπουργο Α. Καραπάνο) και στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρυσόστομο και από τα σχετικά Πρακτικά της Νομοκανονικής Επιτροπής και της Συνόδου ΚΠόλεως. Το γιατί και εάν έπρεπε να γίνει νέα Πράξη, ερμηνεία μετά από 75 χρόνια, την ευθύνη δεν έχει η Αθήνα αλλά η ΚΠολη. Εάν έπρεπε να γίνει όντως Πράξη, αυτήν έπρεπε να κάμει η ΚΠολη. Δεν πταίει εις τούτο η Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία, αφού έλαβε τις τελικές αποφάσεις αποδοχής των θέσεών της από την Σύνοδο Κπόλεως, του Αυγούστου 1929, προσάρμοσε τις αυθεντικές εκείνες ερμηνείες στην διοικητική και λειτουργική πράξη της. Έτσι, ενώ στο κείμενο της Πατριαρχικής Πράξεως ο λόγος μόνον περί μνημοσύνου του Πατριάρχου, ως κυριάρχου των επαρχιών αυτών, κατόπιν των τροποποιήσεων εις εφαρμογή των κεκυρωμένων προσυμπεφωνημένων, για να ακολουθήσουν ο νόμος και η ομοία η Πράξη περί αποδοχής, προσετέθη στη θεία λατρεία και το μνημόσυνο της Ιεράς Συνόδου, αυτό μάλιστα από 10 Νοεμβρίου 1928, κατόπιν σχετικής εγκυκλίου της Ιεράς Συνόδου των Αθηνών, γιατί ήτο προσυμπεφωνημένο. Το αυτό συνέβη και για την έγκριση ή μη του καταλόγου, ζήτημα που διχάζει σήμερα, λελυμένο όν, τις δύο Εκκλησίες.

Συμπληρωματική ερμηνεία επισημοποιήθη από τον δεύτερο αυτό κύκλο διασυνοδικών συνομιλιών και ως προς τους τρόπους επικοινωνίας με την ΚΠολη των μητροπολιτών των μητροπόλεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Ελλάδα (δυνατότητα πρώτον απευθείας επικοινωνίας και δεύτερον εν ανάγκη χρησιμοποίησις των και εις διαφόρους αποστολάς, «τη γνώσει, ως εικός, πάντοτε της Διοικούσης αυτόθι Ιεράς Συνόδου»), πέραν του δια της Πατριαρχικής Πράξεως διαλαμβανομένου τρόπου επικοινωνίας των υπηρεσιακώς δια του Αρχιεπισκόπου ως Προέδρου της Συνόδου των Αθηνών. Η αναλυτική διασάφηση όλων των τρόπων επικοινωνίας ήτο αίτημα της Πατριαρχικής Συνόδου, η οποία, μετά την έκδοση της Συνοδικής Πράξεως των Αθηνών, δια της αλληλογραφίας (γράμμα από 9 Φεβρουαρίου 1929) εζητούσε διευκρινίσεις, διότι στον όρον Ε’ της Πράξεως της Συνόδου των Αθηνών περί αποδοχής της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως διελαμβάνετο «διάταξις, καθ’ ήν ‘το Οικουμενικόν Πατριαρχείον επικοινωνεί προς τους αρχιερείς των Νέων Χωρών πάντοτε δια του Αρχιεπισκόπου Αθηνών’, Προέδρου της Ιεράς Συνόδου». Φυσικά, η απάντηση της Συνόδου των Αθηνών ήταν θετική στο διπλούν πατριαρχικό αίτημα περί του τρόπου επικοινωνίας των Ιεραρχών του Θρόνου στην Ελλάδα (γράμμα Αθηνών από 28 Μαΐου 1929).

Συναφώς δε ετίθετο και ένα άλλο συμπληρωματικό από μέρους των Αθηνών αίτημα, μη περιλαμβανόμενο στις δύο Πράξεις, επικοινωνιακό, της αποστολής του Αγίου Μύρου στην Εκκλησία της Ελλάδος δια της Ιεράς Συνόδου. «Φρονούμεν», γράφει η Σύνοδος των Αθηνών, «δ’ωσαύτως ότι και η αποστολή Αγίου Μύρου δέον ίνα διενεργήται δια της Ιεράς Συνόδου, παρά του σεπτού Οικουμενικού Πατριαρχείου, αυτό λαμβανούσης και διανεμούσης εις πάσας τας Μητροπόλεις» (γράμμα Αθηνών από 28 Μαΐου 1929). Το Πατριαρχείο έκαμε δεκτό το αίτημα αυτό (γράμμα Πατριαρχείου από 3 Αυγούστου 1929).

Διαπιστώνουμε, λοιπόν, ότι η αλληλογραφία μεταξύ των δύο Εκκλησιών από τον Νοέμβριο 1928 μέχρι τον Αύγουστο 1929 κάθε άλλο παρά προσωπική ήταν, αλλά αλληλογραφία επισήμων συνοδικών αποφάσεων είναι, διευκρινιστική και προσθετική κενών, που υπήρχαν ανθρωπίνως και στις δύο Πράξεις, την Πατριαρχική του Σεπτεμβρίου 1928 και την Συνοδική του Νοεμβρίου 1928. Λειτουργεί, καθ’ ημάς, ως αναπόσπαστο και αναγκαίο Παράρτημα-Πρωτόκολλο των δύο Πράξεων. Γι’ αυτό και δεν χρειαζόταν, ταπεινά φρονούμε, νέα Πράξη. Η λεπτομερής ανάλυση του Πατριαρχικού και Συνοδικού γράμματος από Αυγούστου 1929 αυτό ακριβώς επιβεβαιώνει. Η τελευταία παράγραφος του δίδει ξεκάθαρη απάντηση: «…δια της τελειωτικής και των μικρών τούτων σημείων διευθετήσεως πάντα τα…διακανονισθέντα και κυρωθέντα της ομοιομόρφου εκκλησιαστικής διοικήσεως μέλλουσιν χωρείν και διεξάγεσθαι πάντοτε (επομένως και μετά από 75 χρόνια, σήμερα) μετά πάσης ακριβείας κατά την συγκεκριμένην τάξιν, ουδέν δε των ούτως αποδεκτών γενομένων και κυρωθέντων θιγήσεται ποτε μονομερώς κατά την εφαρμογήν». Ως λύση, λοιπόν, στην σημερινή κρίση θεωρούμεν αυτήν την τελευταία παράγραφο-όρο, που αξιοί και από τις δύο πλευρές να εφαρμόζουν τα διακανονισθέντα και κυρωθέντα «μετά πάσης ακριβείας».

Συμφωνούμε απόλυτα με την διαπίστωση του μητροπολίτου Φιλαδελφείας Μελίτωνος, ο οποίος στην προμνημονευθείσα εργασία του, στα Συμπεράσματά του, τονίζει επιλέξει: «Το Οικουμενικόν Πατριαρχείον ετήρησεν απαρεγκλίτως και δη και μέχρι σχολαστικότητος, τα εν τη Πράξει διαλαμβανόμενα. Ενίοτε μάλιστα προήλθε και εις κατ’ οικονομίαν ενεργείας και υποχωρήσεις, προς εξυπηρέτησιν καταστάσεων και συμπαράστασιν της αδελφής ΕΕ εις απασχολούντα αυτήν σοβαρά προβλήματα (σελ.166).

Στο πνεύμα αυτό η Τοπική Εκκλησία ΚΠόλεως θα’πρεπε να συνεχίσει και ως Μήτηρ Εκκλησία έναντι της θυγατρός και Αδελφής Τοπικής Εκκλησίας της Ελλάδος, δηλ. να εξακολουθήσει «εις κατ’ οικονομίαν ενεργείας» και όχι εις «υποχωρήσεις» «προς εξυπηρέτησιν καταστάσεων» στην Ελλάδα, λόγω του συνταγματικού και νομικού και νομολογιακού πλαισίου σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας. Η δε Εκκλησία της Ελλάδος, εις το ενεργητικό της οποίας υπάρχουν και οι γνωστές κακές επιδόσεις, να εξασκεί, ωσαύτως, τα διοικητικά της προνόμια (δικαιώματα και υποχρεώσεις) «μετά πάσης ακριβείας». Λυπούμεθα δε να καταλήξουμε στο πολύ σαφές πλέον συμπέρασμα ότι για την ανωμαλία περί το πατριαρχικό μνημόσυνο τελευταίως την ευθύνη φέρει η Εκκλησία της Ελλάδος, που έσπευσε όμως και την εθεράπευσε, ενώ την ευθύνη για την ανωμαλία, με περισσότερο αντίκτυπο στον ευσεβή λαό, λόγω της εμπλοκής των πάσης φύσεως ΜΜΕ περί την έγκριση ή ανακοίνωση του καταλόγου, φέρει η Μητέρα Εκκλησία. Δεν ήταν η πιο δόκιμη τακτική στρατηγικής ή στρατηγική τακτικής η προβολή λελυμένου ζητήματος. Εδώ έχει θέση η επανάληψη του εξόχου προοιμίου της «Συνοδικής Πράξεως περί αποδοχής της διοικήσεως των Μητροπόλεων των Νέων Χωρών», της 20 Νοεμβρίου 1928: « Συναντιλαμβάνεσθαι αλλήλαις τας Εκκλησίας του Χριστού και συντρέχειν προς τα εκάστοτε αυταίς συμβαίνοντα των πρωτίστως αυτών εισί καθηκόντων και της θεοστηρίκτου αυτών ενώσεως τεκμήριον περιφανέστατον. Και γαρ Σώμα Χριστού εισι και μέλη εκ μέρους. Οι πολλοί εν Σώμα εσμέν εν Χριστώ, το δε καθ’ εις αλλήλων μέλη. Της εν Κπόλει τοίνυν Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, κρίμασιν οις Κύριος οίδε, περιστάσεσι δειναίς υπαχθείσης και μη δυναμένης κυβερνάν τας εν τω θεοφρουρήτω ελληνικώ κράτει εκκλησιαστικάς αυτής Επαρχίας, εζητήθη τρόπος διακυβερνήσεως αυτών παρά της εν τω Κράτει Αυτοκεφάλου Εκκλησίας, τάξιν και έννομον κατάστασιν αυταίς ασφαλίζων, μη μέντοι γε διασπών την προς την Μεγάλην του Χριστού Εκκλησίαν και τον Προκαθήμενον Αυτής Οικουμενικού Πατριάρχην κανονικήν συνάφειαν και αναφοράν…».

Προηγούμενη Σελίδα