image with the sign of Myriobiblos



Κεντρική Σελίδα | Βιβλιοθήκη | Μουσείο | Έρευνα | Μαθήματα

ΕΛΛΗΝΙΚΑ | ENGLISH | FRANÇAIS | ESPAÑOL | ITALIANO | DEUTSCH

русский | ROMÂNESC | БЪЛГАРСКИ


Εκκλησιαστική Ιστορία
 


ΕΠΙΚΟΙΝΩΝIA

Κλάδος Διαδικτύου

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ





"ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΙΣ
ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΚΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ
ΚΑΤΑ ΤΕ ΤΗΝ ΓΕΝΕΣΙΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΙΝ ΑΥΤΟΥ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ"


ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Κ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΗ,
† Αρχιεπισκόπου Αθηνών


Περιεχόμενα


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ

ΤΟ ΕΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΙ ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΣΥΝΕΔΡΙΟΝ
ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ,
ΕΙΔΙΚΩΤΕΡΟΝ, ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ «ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ» ΑΥΤΟΥ

2. Αι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι έναντι των περί Ημερολογίου προτάσεων του Πανορθοδόξου Συνεδρίου.

Η περί διορθώσεως του Ιουλιανού Ημερολογίου «απόφασις» του Π.Σ. Κων/λεως, απότοκος ούσα τόσον της ολονέν εντεινομένης πιέσεως των Χριστιανικών Κυβερνήσεων επί των επί μέρους Ορθοδόξων Εκκλησιών προς προσαρμογήν του εκκλησιαστικού βίου εις το πολιτικόν ημερολόγιον, όσον και της γνωστής και ευρέως αναγνωριζομένης, από επισήμου σκοπιάς, ελαττωματικότητος του εν χρήσει θρησκευτικού Ιουλιανού Ημερολογίου, εν συνδυασμώ και προς τον μη δογματικόν χαρακτήρα του Ημερολογιακού ζητήματος και το εντεύθεν προκύπτον ακώλυτον της μεταβολής του ημερολογιακού καθεστώτος(45), δεν έτυχεν επιδοκιμασίας εκ μέρους πασών των αγιωτάτων Ορθοδόξων Εκκλησιών. Τούτο απεδόθη εις τε την εξ αρχής επιδειχθείσαν αδιαφορίαν αν μη και εχθρότητα των μη μετασχόντων του Συνεδρίου τριών Πατριαρχών Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, αποκρουσάντων «τας αποφάσεις αυτού συλλήβδην πάσας»(46), και εις το γεγονός, ότι το διαληφθέν Συνέδριον, μη αρκεσθέν εις την μελέτην μόνου του ημερολογιακού, εξήνεγκεν «αποφάσεις» και επί ετέρων ακανθωδών ζητημάτων, η καθ' ων αντίδρασις συμπαρέσυρεν, ως εικός, και την περί ημερολογίου τοιαύτην. Ταύτα δε παρά την, υπό του Πατριάρχου Μελετίου, διατυπωθείσαν εν τοις συνοδεύουσι την κοινοποιουμένην ταις Ορθοδόξοις Εκκλησίαις «απόφασιν» γράμμασιν αυτού ευχήν και ελπίδα, ότι «πάντες αποδέξονται ως ορθήν και τω συμφέροντι και τη αξιοπρεπεία, της Ορθοδόξου Εκκλησίας ανταποκρινομένην» την περί ημερολογίου «απόφασιν» και την δήλωσιν αυτού ότι τελεί εν αναμονή της κοινής επιδοκιμασίας, προκειμένου ίνα εξαγγείλη «την απόφασιν του Συνεδρίου ως απόφασιν της Μιας Αγίας Ορθοδόξου Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας»(47).

Ειδικώτερον η μεν Αγία και Μεγάλη Πατριαρχική Σύνοδος της Κων/λεως «απεδέξατο και ενέκρινεν ως έχουσι πάσας τας αποφάσεις του Π.Σ.»(48). Το δε Πατριαρχείον Αλεξανδρείας διά γράμματος του Πατριάρχου Φωτίου προς τον Αντιοχείας Γρηγόριον διετύπωσε την άποψιν ότι «αυτή καθ' εαυτήν η εξέτασις του ζητήματος τούτου εν ούτω κρισίμοις καιροίς και εν τοιαύτη συνελεύσει» ήτο άκαιρος, επί πλεον δ' ότι μόνη η Οικουμενική Σύνοδος, ως ανώτατον όργανον εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία ήτο αρμοδία ίν' αποφανθή επί τε του ημερολογιακού και των λοιπών ζητημάτων, περί ων είχεν εκφέρει «αποφάσεις» το Π.Σ.(49). Ο Ιεροσολύμων Δαμιανός, προβάλλων τας προσκυνηματικάς δυσχερείας και τον κίνδυνον προσηλυτισμού του ορθοδόξου ποιμνίου του εν τη περιοχή του Πατριαρχείου διαβιούντος, εφαίνετο διστακτικός και επιφυλακτικός έναντι των «αποφάσεων» τού Π.Σ.(50).

Ούτως οι Πατριάρχαι Αλεξανδρείας Φώτιος και Ιεροσολύμων Δαμιανός σαφώς ελάμβανον αρνητικήν θέσιν έναντι του ημερολογιακού, όπερ θεωρητικήν απλώς ενείχε δια τούτους σημασίαν, δεδομένου ότι ούτοι ουδεμίαν αντιμετώπιζον πίεσιν εκ μέρους των ποιμνίων αυτών ή των οικείων Κυβερνήσεων προς προσαρμογήν του θρησκευτικού ημερολογίου εις το πολιτικόν.

Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Φώτιος, εν τούτοις, διά του υπ' άριθμ. 2664/1-14-8-1923 εγγράφου αυτού προς τον Μακαριώτατον Μητροπολίτην Αθηνών Χρυσόστομον, απευθυνθέντος εν συνεχεία προγενεστέρου τοιούτου, ανεκοίνου ότι αφικνείτο μετ' ου πολύ εις Αθήνας ο Μητροπολίrης Λεοντοπόλεως Χριστοφόρος(51) επιπεφορτισμένος ίνα επιδώση αυτώ την ην είχε το Πατριαρχείον Αλεξανδρείας διατετυπωμένην επί του ημερολογιακού θέματος γνώμην και προκαλέση την επ' αυτού της Εκκλησίας της Ελλάδος απόφανσιν «ίνα, ει γ' έφικτόν, περισωθή τι από της δεινής εκεί ερημώσεως και καταστροφής»(52). Ομιλών σχετικώς επί Συνόδου εν τη Συνεδρία της 7/20 Αυγούστου 1923 ο Αθηνών Χρυσόστομος είπεν, ότι εις τον Μητροπολίτην Χριστοφόρον, αφιχθέντα ήδη εις Αθήνας ανέπτυξεν «εν μακραίς και αλλεπαλλήλοις συνεντεύξεσι τας περί ημερολογίου κρατούσας ενταύθα αντιλήψεις και τους λόγους δι' ους επιβάλλεται η εισαγωγή του νέου πολιτικού ημερολογίου και εις την Εκκλησίαν, διότι προλαβούσα η Πολιτεία εισήγαγεν αυτό, προυκάλεσε δε ούτω διαφωνίαν Εκκλησίας και Πολιτείας σκανδαλίζουσαν τους πιστούς, ήτις δέον να αρθή»(53) προσθείς «ότι ο Σεβ. Λεοντοπόλεως, .... επιστρέφων θέλει μεριμνήσει ίνα τας περί ημερολογίου αντιλήψεις του τε Ανωτάτου ενταύθα Πολιτικού Άρχοντος της Α.Μ. του Βασιλέως ημών(54) και των εξοχωτάτων κ.κ. Υπουργών, ους επεσκέψατο και παρ' οις έτυχεν ακροάσεως, μεταδώση εις τους εν τω Πατριαρχείω Αλεξανδρείας και ότι έχεται στερρώς της γνώμης ότι πάσα μεταβολή δέον κοινή αποφάσει απάντων των Πατριαρχείων να γένηται δια λόγους εκκλησιαστικούς, άμα δε και εθνικούς ίνα ούτω και το κύρος του Οικουμενικού Πατριαρχείου αμείωτον εις αιώνας διατηρηθή και η ενότης των Ορθοδόξων Εκκλησιών έτι μάλλον συσφιγχθή και μη το εναντίον προκύψη διά των τυχόν μεμονωμένων αποφάσεων» των επί μέρους Εκκλησιών. Εν συνεχεία δε απεφασίσθη ότι «αν παραστή ανάγκη συνελεύσεως των Πατριαρχών εν Αλεξανδρεία προς επίλυσιν του ημερολογιακού ζητήματος και τoύ Ιεροσολυμιτικού τοιούτου, ... θέλει αποσταλή εντεύθεν ως αντιπρόσωπος ο Μακαριώτατος Μητροπολίτης Αθηνών κ. Χρυσόστομος, εις ον και ανατίθεται υπό της Ι. Συνόδου η σχετική πληρεξουσιότης»(55). Ειδικόν έγγραφον της Ι. Συνόδου προς τον Πατριάρχην Αλεξανδρείας Φώτιον, υφ' ημερομηνίαν 7/20 Αυγ. 1923 διελάμβανεν εν εκτάσει πάντα τ' ανωτέρω μετά της θερμής παρακλήσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος «εξ ανάγκης μεγίστης επειγομένης μεταβαλείν το ημερολόγιον άνευ μέντοι οιασδήποτε μεταβολής του εορτολογίου και Πασχαλίου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, μάλλον δε προς ακριβεστέραν τήρησιν των σχετικών της Α' Οικουμ. Συνόδου διατάξεων» όπως η Μακαριότης αυτού αγαθυνομένη επικουρήση εις την επιδίωξιν ταύτην της Εκκλησίας ημών, ήτις «άνευ τοιαύτης ανάγκης και κινδύνου ψuχών μη προβαλλομένου, ουκ αv ελογίζετο την του ημερολογίου μεταβολήν επιβεβλημένην απαραιτήτως»(56).

Εκ τούτων καθίσταται προφανές ότι η Εκκλησία της Ελλάδος επί δύο βάσεων εθεμελίου τήν περί διορθώσεως του Ιουλιανού Ημερολογίου πρόθεσιν αυτής, και δη και α) επί της «μεγίστης ανάγκης» και του «κινδύνου ψυχών» εκ της υπάρξεως δύο εν χρήσει ημερολογίων εν Ελλάδι και β ) επί της μη μεταβολής του εορτολογίου και Πασχαλίου. Επί πλέον δ' απέβλεπεν εις την άρσιν των αντιρρήσεων, κυρίως του Αλεξανδρείας Φωτίου, προς επίτευξιν ενιαίας γραμμής πλεύσεως εκ μέρους πασών των Ορθοδόξων Εκκλησιών επί του ημερολογιακού θέματος, και τούτο προς περιφρούρησιν της ενότητος των ορθοδόξων. Υπέρ της τοιαύτης ενότητος μεριμνών ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος εν τη εαυτού απαντήσει εις το υπ' αριθμ. 3622 Γράμμα του Τοποτηρητού του Οικουμ. Θρόνου Μητροπολίτου Καισαρείας Νικολάου, .δι' ου εκοινοποιούντο τη Εκκλησία της Ελλάδος αι «αποφάσεις» του Π.Σ., ανεκοίνου ότι «επί των ληφθεισών κατά τα άνω αποφάσεων θέλει εκφέρει την εαυτής γνώμην η μέλλουσα συγκληθήναι Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, εξαιρέσει του ημερολογιακού ζητήματος δι' όπερ απεφάνθη ήδη αύτη, η δε Σύνοδος σπουδάζει συμφώνους ποιήσαι και τους αγιωτάτους Πατριάρχας»(57). Προς τον σκοπόν δε τούτον ο Μακ. Χρυσόστομος απηύθυνε τη 17 Δεκεμβρίου 1923 σχετικόν Γράμμα προς πάντας τους Προέδρους των αγιωτάτων Ορθοδόξων Εκκλησιών; εκζητών την γνώμην αυτών επί της περί του ημερολογίου «αποφάσεως» του Π.Σ., επισπεύδων(58) ούτω την οριστικήν του ζητήματος τούτου ρύθμισιν άτε απασχολούντος ζωηρότατα την Εκκλησίαν της Ελλάδος.

Παρά πάσας τας περί του αντιθέτου διατυπουμένας ενίοτε εις βάρος του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου κρίσεις, δεν δυνάμεθα να αγνοήσωμεν το γεγονός, ότι ο άοίδιμος εκείνος Πρωθιεράρχης δεν έστερξεν εις παραθεώρησιν του παράγοντος της κοινή συναινέσει και πανορθοδόξω συμφωνία επιλύσεως του οξέως απασχολούντος την Εκκλησίαν της Ελλάδος ημερολογιακού ζητήματος, συνεπής προς εαυτόν και προς τας σχετικάς αποφάσεις της Ι.Σ.Ι. και τας εισηγήσεις του Π.Σ. Και δέον όπως κατακυρωθή ασφαλώς υπέρ αυτού και το γεγονός, ότι παρ' όλην την πίεσιν, ην υφίστατο ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας εκ μέρους της Πολιτείας κυρίως, και εν περιόδω μάλιστα επαναστατικής διακυβερνήσεως της Χώρας, δεν απέστη της ορθής και κανονικής ταύτης βάσεως, αλλ' ανέλαβεν ο ίδιος την πρωτοβουλίαν, ως ο αμεσώτερον παντός άλλου ενδιαφερόμενος, προς επίτευξιν κοινού πανορθοδόξου μετώπου εν τη αντιμετωπίσει του ημερολογιακού. Ατυχώς αι απόπειραι αύται του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου δεν ετελεσφόρησαν. Διότι ο Αλεξανδρείας Φώτιος, παρά την επ' ολίγον διαφανείσαν ενδοτικήν αυτού έναντι του ζητήματος διάθεσιν, ενέμεινεν εις την αρχικώς διατυπωθείσαν γνώμην αυτού περί συγκροτήσεως Οικουμενικής Συνόδου. «καίτοι απανταχόθεν υπεδεικνύετο ότι δεν ήτο δυνατόν να συγκροτηθή τοιαύτη Σύνοδος»(59). Την προσπάθειαν του Αρχιεπ/που Χρυσοστόμου εδυσχέραινεν εξ άλλου και η έλλειψις κοινωνίας μεταξύ των Πατριαρχών Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων, οφειλομένη εις το λεγόμενον Ιεροσολυμιτικόν ζήτημα(60). Ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος, την ενότητα της Εκκλησίας διώκων, παρενέβη προς άρσιν της διαστάσεως των δύο Πατριαρχών, επιτυχών ου μόνον την συνδιαλλαγήν αυτών αλλά και την εις Ιεροσόλυμα από 18 Αύγούστου 1923 έως 12 Σεπτεμβρίου 1923 μετάβασιν και παραμονήν του Πατριάρχου Αλεξανδρείας Φωτίου, επιχειρήσαντος το ταξίδιον τούτο «και λόγω υγείας και πόθω ευσεβείας προς τα Πανάγια Προσκυνήματα»(61), επιτευχθείσης ούτω πλήρους διαλλαγής μεταξύ αυτών και αποκαταστάσεως των μεταξύ αυτών δεσμών κοινωνίας . Αλλ' εις το ημερολογιακόν ο μεν Φώτιος επέμεινεν εις την σύγκλησιν Οικουμ. Συνόδου(63), ο δε Ιεροσολύμων εδήλcυ, ότι ένεκα των προσκυνηματικών δυσχερειών δεν ηδύνατο μεν ούτος να προβή εις εφαρμογήν του νέου ημερολογίου, όμως ουδεμίαν είχεν αντίρρησιν κατά της εισαγωγής αυτού εν τη Εκκλησία της Ελλάδος, εφ' όσον αύτη είχε τοσαύτην ανάγκην αυτού(64).

Τα αυτά που και ο Αντιοχείας Γρηγόριος διελάμβανεν εν τω υπ αριθμ. 1356/7-10-1923 Γράμματι αυτού επαγόμενος ότι «δεδομένου ότι ουκ εις μακράν συνιστάται σύντονος ενέργεια προς σύνταξιν επιστημονικώς τελειοτέρου ημερολογίου, έπεται ότι η εσπευσμένως ληφθείσα απόφασις περί εφαρμογής νέου ημερολογίου εστί πρόωρός τε και επισφαλής» και εκφράζων την ελπίδα «αναβολής της εφαρμογής των αποφάσεων της Διορθοδόξου Επιτροπής μέχρις ου συνέλθη Οικουμενική Σύνοδος, ήτινι μόνη απόκειται η από κοινού μελέτη των τοιούτων σπουδαίων ζητημάτων»(65).

Όσον δ' αφορά εις τας λοιπάς Ορθοδόξους Εκκλησίας πρώτη(66) η ρωσική έσπευσε να εφαρμόση την περί ημερολογίου «απόφασιν» του Π:Σ., ως τούτο συνάγεται εξ Εγκυκλίου του εν τη Μονή Δόν διαμένοντος Πατριάρχου Μόσχας Τύχωνος, δημοσιευθείσης εν τη «Ισβέστια» της 10-12-1923, εν η ούτος, αναφερόμενος εις την υπό της Πολιτείας εισαγωγήν εν έτει 1917 του νέου ημερολογίου και εις την εν συνεχεία ταύτης από 1-10-1923 Εγκύκλιον αυτού περί «μεταστάσεως» των πιστών «εις το νέον Ημερολόγιον τηρουμένων όμως των βάσεων του Ορθοδόξου Πασχαλίου του κυρωθέντος υπό της Α' Οικουμενικής Συνόδου» εδηλοποίει και αύθις την ισχύν της ως άνω Εγκυκλίου αυτού, μη αποκλείων, ένεκα της εγερθείσης λαϊκής κατά της αποφάσεως αυτού ταύτης αντιδράσεως(67) «το δυνατόν του εορτασμού ταύτης ή εκείνης της εορτής κατά το παλαιόν ημερολόγιον αναλόγως προς τας επιτοπίους ανάγκας των Επαρχιών, εξαιτουμένης προς τούτο και της αδείας της πολιτικής εξουσίας, εάν αι τοιαύται εορταί δεν συμπίπτουν προς τας ωρισμένας διά του Διατάγματος της πολιτικής εξουσίας ημέρας αναπαύσεως»(68). Αλλ' η ένεκα των πολιτικών συνθηκών επικρατούσα εν Ρωσία ανώμαλος κατάστασις, μετά των δυσμενών αυτής προεκτάσεων επί του Σώματος της Εκκλησίας, κατατετμημένης ούσης εις μερίδας, ημπόδισε την ομοιόμορφον και ολοκληρωτικήν της αποφάσεως ταύτης εφαρμογήν, ενώ η εν Κάρλοβιτς εξόριστος Ιεραρχία διά του Μητροπολίτου Κιέβου Αντωνίου απέκρουε διαρρήδην και απέρριπτε πάσας, ιδία, δε τας περί ημερολογίου «αποφάσεις» του Π.Σ. ως αντιφασκούσας προς τους Ι. Κανόνας και την αρχαiαν εκκλησ. πράξιν, την υπό των Οικουμενικών Συνόδων καθιερωθείσαν, επιζητούσα να ερμηνεύση την πρόσθεν διαληφθείσαν Εγκύκλιον του Πατριάρχου Τύχωνος, ως μη απηχούσαν την γνώμην της Παρρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, και υιοθετούσα την άποψιν της υπό Οίκουμ. Συνόδου επιλύσεως του Ημερολογιακού ζητήματος, «μετά τον επιστημονικόν καθορισμόν νέου ακριβούς και ορθού Ημερολογίου»(69). Αποτέλεσμα της εν τοις κόλποις της ορθοδόξου ρωσικής Εκκλησίας διαιρέσεως, υπήρξεν η καιρική εφαρμογή του νέου ημερολογίου υπό της «Ζώσης» Εκκλησίας, της Συνοδικής και της Ούκρανικής, αίτινες επανήλθον ακολούθως εις το παλαιόν(70).

Η Εκκλησία Σερβίας, ενώ κατ' αρχάς είχε, διά της από 8/21 Ιουνίου 1923 επιστολής τού Πατριάρχου Βελιγραδίου Δημητρίου κηρυχθή «υπέρ της αναβολής εν ανάγκη επί τινα χρόνον της εισαγωγής του νέου ημερολογίου, όπως προετοιμασθώσι πάντες εις αποδοχήν του αποφασισθέντος εν τω Π.Σ.». μεταγενεστέρως δι' επισήμου από 18/31 Ιανουαρίου 1924 Γράμματος του αυτού Πατριάρχου εξήγγειλε τήν απόφασιν της σερβικής Ιεραρχίας περί προσχωρήσεως εις το νέον ημερολόγιον, εκφράζουσα την γνώμην «ότι ή μεταρρύθμισις θα τεθή εις εφαρμογήν ταυτοχρόνως εν πάσαις ταις ορθοδόξοις Εκκλησίαις και δή ως οίόν τε τάχιον» παρά το γεγονός ότι «πάσα Αύτοκέφαλος Ορθόδοξος Εκκλησία θα ηδύνατο να εισαγάγη την μεταρρύθμισιν ταύτην άνευ φόβου ότι ούτω θα θίξη τα δόγματα ή τους κανόνας της ημετέρας αγίας Εκκλησίας». Εν κατακλείδι ο Πατριάρχης Δημήτριος παρεκάλει τον Οικουμενικόν όπως πληροφορήση την αγίαν Πατριαρχικήν Σύνοδον περί της ως άνω αποφάσεως της σερβικής Ιεραρχίας και γνωρίση αυτώ «την σκέψιιν αυτού περί του πότε και κατά ποίον έτος θα έπρεπε να εισαχθή η μεταβολή αύτη του ημερολογίου»(71).

Ο Πατριάρχης Βουκουρεστίου Μύρων διά του από 17-12-1923 Γράμματος αυτού ανεκοίνου την απόφασιν της ρουμανικής Εκκλησίας περί αποδοχής του νέου ημερολογίου, ου μόνον κατά τας ακινήτους αλλά και κατά τας κινητάς εορτάς, διά της προσθήκης των 13 ημερών «ίνα η εαρινή ισημερία επανέλθη εις ό,τι απεφασίσθη υπό των εν Νικαία αγίων Πατέρων» μη θιγομένου του κατά το Ιουλιανόν Ημερολόγιον τρόπου υπολογισμού των κοινών και βισέκτων ετών, ουδέ των περί εορτασμού του Πάσχα κανονικών αρχών και διατάξεων, ορίζων ως ημέραν ενάρξεως του νέου ημερολογίου την 1ην Οκτωβρίου 1924, λογιζομένην ως 14ην του ιδίου μηνός(72).

Η Εκκλησία Κύπρου διά του από 23 Αυγούστου/5 Σεπτεμβρίου 1923 Γράμματος του Αρχιεπ/που Κυρίλλου, ανεκοίνου ότι η Ι. Σύνοδος «παρατηρήσασα την κρισιμότητα των τε εκκλησιαστικών και των άλλων πραγμάτων, προς δε και ότι αι αποφάσεις τοσούτον σπουδαίου χαρακτήρος δέον να έχωσιν εξησφαλισμένην την αποδοχήν πασών των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, τοιαύτη δε δεν επετεύχθη μέχρι σήμερον, ελπίς δε υπάρχει, γενομένης της προς τοϋτο καταλλήλου ενεργείας, να επιτευχθή και θεωρήσασα ότι μικρά αναβολή θα έχη αγαθά τα αποτελέσματα ομοφώνως προέβη εις την διατυπουμένην εν τω τηλεγραφήματι απόφασιν, όπως ευλαβώς εισηγηθή την αναβολήν της εφαρμογής των αποφασισθέντων μέχρις ου κατορθωθή συνεννόησις πασών των Εκκλησιών και αποφευχθή θλιβερός διχασμός και σχίσμα εν τη Ορθοδόξω'Εκκλησία»(73). Τα αυτά που ο Αρχιεπ/πος Κύπρου επέστελλε και προς τον Αθηνών Χρυσόστομον; όστις απήντα ότι ανεβλήθη μεν και εν Ελλάδι η εφαρμογή της «αποφάσεως» του Π.Σ.; αλλ' ότι το θέμα παρέμενεν εν απαραμειώτω οξύτητι. «Εν μη ορθοδόξω Κράτει - έγραφε τη 20-10-1923 - τυγχάνει ίσως ανεπαίσθητος η διαφορά των ημερολογίων. Αλλ' εν ορθοδόξω Κράτει, οίον το Ελληνικόν, μέγας προκύπτει σκανδαλισμός εκ του ότι, λόγου χάριν, εορτασθήσεται η πρώτη του νέου πολιτικού έτους, προ της εορτής των Χριστουγέννων»(74).

Η κατάστασις, κατά ταύτα, ενεφανίζετο συγκεχυμένη ευνοούσα την εισαγωγήν «στοιχείων δυσαρμονίας»(75) εν ταις σχέσεσι των Ορθοδόξων Εκκλησιών προς αλλήλας, καίτοι συν τω χρόνω προϊόντι απεκρυσταλλούτο η αντίληψις, ότι η υπό της Κων/λεως προτεινομένη και υπό πολλών Εκκλησιών αποκρουομένη ήμερολογιακή μεταρρύθμισις περιωρίζετο εις την άρσιν της μεταξύ του Γρηγοριανού και του Ιουλιανού Ημερολογίου διαφοράς των 13 ημερών; μη θιγομένων μήτε του Πασχαλίου μήτε του Εορτολογίου.





Σημειώσεις

45. Ο Μητροπολίτης Άρτης Σττυρίδων, γράφων σχετικώς εν τω περιοδικώ «Ιερός Σύνδεσμος» κατά το έτος 1923, διελάμβανε και τα εξής: «Μηδεμιάς δέ υπαρχούσης δογματικής επιταγής περί του α' ή β' ημερολογίου, ουδέν θα εκώλυε, κατά την γνώμην μου, την Ορθόδοξον Εκκλησίαν, μετά γενικήν αδελφικήν συνεννόησιν πασών των Αυτοκεφάλων Εκκληαιών, να επανέλθη εις την ημερομηνίαν της εαρινής ισημερίας είτε του έτους της Αναστάσεως του Κυρίου, είτε έστω και του 325 μ.Χ. δηλ: του έτους της συγκροτήσεως της Α' Οικουμενικής Συνόδου» («Ιερός Σύνδεσμος» αρ. 10/1-4-1923 σ. 59 ).

46. Χρυσοστόμου (Α',) Αρχιεπισκόπου Αθηνών...,Η διόρθωσις... σ. 31.

47. Σ.Γ., Το Ημερολογιακόν ζήτημα, εν: «Ορθοδοξία» Α' σ. 159 επ. Αρχιμανδρίτου Θεοκλήτου Στράγκα, ένθ. ανωτ. τ. Β' σ. 1160.

48. Έγγραφον υπ' αριθμ. 2666/1-14-8-1923 του Τοποτηρητού Μητροπολίτου Καισαρείας Νικολάου προς τον Μακαριώτατον Μητροπολίτην Αθηνών. Βλ. τούτο εν: Αρχιμ. Θεοκλ. Στράγκα ένθ. ανωτ, τ. Β' σ. 1161.

49. «Πάνταινος» 1926 σ. 457. Το έγγραφον τούτο εδημοσιεύθη και ρωσιστί εν τω περιοδικώ των εν Κάρλοβιτς ρώσων Ιεραρχών «Τσερκόβνα Βεντομόστι» άρ. 13-14 της 1/14 και 15/28 Ιουλίου 1923.

50. «Πάνταινος» 1926 σ. 457.

51. Ο μετέπειτα χρηματίσας Πατριάρχης Αλεξανδρείας.

52. ΚώΔΙΣ, 1923 σ. 275. Πρβλ, και «Εκκλησίαν» 1926 σ: 347

53. ΚώΔΙΣ, 1923 σ. 275.

54. Ο Μητροπολίτης Λεοντοπόλεως Χριστοφόρος, γενόμενος δεκτός εις ακρόασιν υπό του Βασιλέως Γεωργίου του Β', συνωμίλησε «επi μίαν και ημίσειαν ώραν» επί του ημερολογιακού μετ' αυτού, παραστήσαντος αυτώ «την ανάγκην, ήτις υπήρχεν εν Ελλάδι όπως η Εκκλησία μεταβάλη το ημερολόγιον και προσπαθήσαντος να πείση αυτόν όπως και εν τη Αλεξανδρινή Εκκλησία αποφασισθή η μεταβολή του ημερολογίου» («Ανάπλασις» 1928 σ. 78). Περί της ως άνω συνομιλΙας αυτού ο Μητροπολίτης Λεοντοπόλεως ενημέρωσε προφορικώς την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας ημών εν τη συνεδρία αυτής της 20--8-1923. Εν επιστολή δε αυτού προς τον Αρχιεπίσκοπον Χρυσόστομον από 20-2-1928 ο αυτός, ομιλών περί των έναντι του ημερολογιακού προθέσεων του Βασιλέως Γεωργίου, διηυκρίνιζεν ότι ο επισκεφθείς κατά το θέρος του 1927 την Αίγυπτον κ. Στρέίτ ερωτηθείς σχετικώς είχε δηλώσει ότι «ο Βασιλεύς Γεώργιος, επανερχόμενος εις την Ελλάδα, θα εφήρμοζε το νέον ημερολόγιον και ότι επομένως οι βασιλικοί δεν θεωρούσιν απαραίτητον την διατήρησιν του παλαιού ημερολογίου». («Ανάπλασις» 1928 σ. 78 ). Τας τοιαύτας πάντως προθέσεις του Βασιλέως ημφεσβήτησεν εντόνως ο Γ. Ευστρατιάδης, επιρρίψας επί των Αρχιεπισκοπικών κύκλων την εφεύρεσιν του τοιούτου ισχυρισμού, θεωρήσας τον Βασιλέα αναρμόδιον ν' αποφανθή επί του ζητήματος τούτου. (Γ. Εύστρατιάδου, ένθ. ανωτ. σ. 29-30 ). Εν πάση δε περιπτώσει επειδή ετέθη υπό παλαιοημερολογιτικών κύκλων μεταγενεστέρως εν αμφιβόλω η αλήθεια του ισχυρισμού του τότε Λεοντοπόλεως, ότι όντως έσχε συνάντησιν μετά του Βασιλέως επί του ημερολογιακού, εδημοσιεύθησαν εν τη «Εστία» της 27 και 28 Μαΐου 1927 δύο επιστολαί αναγνωστών, η μεν μία υπό την ένδειξιν «Α», η δ' ετέρα υπογραφομένη υπό τού καθηγητού Γρ. Παπαμιχαήλ, εν αις επεβεβαιούτο η πραγματοποlησις της συναντήσεως του Μητροπολίτου Λεοντοπόλεως Χριστοφόρου μετά του Βασιλέως. Πρβλ. τα κείμενα των εν λόγω επιστολών εν: Χρυσοστόμου (Α' ) Αρχιεπισκόπου Αθηνών..., Η διόρθωσις... σ. 33-34 εν σημ.

55. ΚώΔΙΣ, 1923 σ. 275.

56. Αρχιμανδρίτου Θεοκλήτου Στράγκα, ένθ.ανωτ. τ. Β' σ.1162.

57. ΚώΔΙΣ, 1923 σ. 275-276. Πρβλ. και Χρυσοστόμου (Α') Αρχιεπισκόπου Αθηνών..., Η διόρθωσις...σ. 35.

58. Η προσπάθεια αύτη του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου διεβλήθη εξ αρχής υπό των αντιφρονούντων παλαιοημερολογιτών διιδόντων εν αυτή «βίαν ακατάσχετον, παράδοξον, αδικαιολόγητον, κινούσαν την έκπληξιν» (Γ. Ευστρατιάδου, ένθ. ανωτ. σ.10,).

59. Χρυσοστόμου (Α') Αρχιεπισκόπου Αθηνών..., Η διόρθωσις ... σ. 35.

60. Ήδη ο Αντιοχείας Γρηγόριος, εν τω υπ' αριθμ. 596/17-4-1923 απαντητικώ αυτού εγγράφω εις την Ειρηνικήν του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου, αναφερόμενος εις την έλλειψιν της τοιαύτης κοινωνίας μεταξύ των Πατριαρχών της Ανατολής, υπεγράμμιζεν ότι «πάντων προέχει η ανάγκη της ειρηνεύσεως και συνδιαλλαγής των διισταμένων Πατριαρχείων της Ανατολής ουδέν γαρ συνεργεί εις οικοδομήν του ποιμνίου, ουδ' εις καταρτισμόν του πληρώματος η των ποιμένων φιλονικία και το νυν ακατάστατον των Εκκλησιαστικών σχέσεων» (Βασιλείου (Ατέση)), Μητροπολίτου πρ. Λήμνου, Επίτομος Επισκοπική Ιστορία... τ. Β' σ. 86).

61. «Ν. Σιών», ΙΗ' 1923 σ. 501.

62. Κατά την προς τιμήν του Πατριάρχου Αλεξανδρείας Φωτίου δοθείσαν δεξίωσιν εν τοις Πατριαρχείοις Ιεροσολύμων και μετά την προσφώνησιν του Ιεροσολύμων Δαμιανού, ο Φώτιος «προτρέπει επί την αγάπην και την ομόνοιαν, και την αγάπην ταύτην και την ομόνοιαν ταύτην μόνην αιτείται Εαυτώ παραμυθίαν; εγείρεται δ' εν τέλει και απονέμει τω Μακ. Ιεροσολύμων τον εν Χριστώ αδελφικόν ασπασμόν» («Ν. Σιών» ΙΗ' 1923 σ. 504). Ο δε Αρχιεπίσκοπος Ιορδάνου Τιμόθεος προσφωνών τον περιφανή φιλοξενούμενον έλεγε μεταξύ και άλλων: «Η Βαβυλών η μεγάλη έπεσεν, έπεσεν. Και ανέστη, ανέστη η ωδή του εσφαγμένου ΑρνΙου, ην έψαλε το σκεύος της εκλογής, ανέστη η αγάπη, ήτις ου περπερεύετα, ου φυσιούται... Ηυφράνθημεν ως οι ευρίσκοντες σκύλα πολλά» (Ένθ' ανωτ. σ. 505 ).

63. Σ (άρδεων) Γ(ερμανού), Το Ημερολογιακόν ζήτημα, εν «Ορθοδοξία» Α', 1926 σ. 62.

64. «Ανάπλασις», 1928 σ.45. Σ(άρδεων) Γ(ερμανού), Το Ημερολογιακόν ζήτημα, ένθ' ανωτ. σ. 63. «Εκκλησία», 1926 σ. 338. Χρυσοστόμου (Α') Αρχιεπισκόπου Αθηνών...; Ημερολογιακά, Α' 1926 σ. 23. Κατά τον Γ. Ευστρατιάδην, εξ άλλου, η εκ της χρήσεως διαφορετικών ημερολογιακών συστημάτων υπό των Εκκλησιών Ορθοδόξου και ΡΚαθολικής προκύοπτουσα ασυμφωνία ως προς τον χρόνον τελέσεως των εορτών, αποτελεί την «σώτειραν άγκυραν διά το πλήρωμα της Ορθοδοξίας, το οποίον εν τη ολότητι αυτού, μη δυνάμενον να διακρίνη και εμβαθύνη εις τας υφισταμένας δογματικάς διαφοράς μεταξύ των δύο Εκκλησιών, προεφυλάσσετο από πάσης επιβούλου προπαγάνδας προς προσηλυτισμόν εις την κακοδοξίαν του Παπισμού διά της διαφοράς των 13 ημερών» (Γ. Ευστρατιάδου, ένθ. ανωτ. σ: 193).

65. Σ(άρδεων) Γ(ερμανού): ένθ. ανωτ. σ. 63.

66. Χρυσοστόμου (Α') Αρχιεπισκόπου Αθηνών..., Η Εκκλησία της Ελλάδος, ένθ. ανωτ: σ.169.

67. Χρυσοστόμου (Α') Αρχιεπισκόπου Αθηνών..., Η διόρθωσις ... . σ. 38.

68. Σ(άρδεων Γ(ερμανού), ένθ. ανωτ. σ. 63.

69. Ένθ' ανωτ., σ. 64.

70. Χρυσοστόμου (Α') Αρχιεπισκόπου 'Αθηνών..., Η διόορθωσις ... σ. 38.

71. Σ(άρδεων) Γ(ερμανοϋ), ένθ. ανωτ. σ. 64-65. «Εκκλησία» 1926 σ. 338. Υπό την αυτήν ημερομηνίαν ο Σέρβος Πατριάρχης Δημήτριος απηύθυνεν επιστολήν και προς τον Αθηνών Χρυσόστομον, δι' ης εγνώριζεν αυτώ ότι ή Ι. Σύνοδος της σερβικής Εκκλησίας είχεν αποφασίσει «να πληροφορήση το Οικουμενικόν Πατριαρχείον Κων/λεως ότι η Ορθόδοξος Σερβική Εκκλησία αποδέχεται την απόφασιν ταύτην του (Πανορθοδόξου) Συνεδρίου περί μεταρρυθμίσεως του Ιουλιανού Ημερολογίου, εκφράζουσα συνάμα και την γνώμην ότι η απόφασις αύτη, ήτοι η μεταρρύθμισις του ημερολογίου πρέπει να εφαρμοσθή συγχρόνως εις όλας τας ορθοδόξους Εκκλησίας, και τούτο εν βραχυτάτω χρονικώ διαστήματι» («Εκκλησία» 1924 σ. 364 ). Δικαιολογών δε την τοιαύτην απόφασιν ο Πατριάρχης των Σέρβων επεκαλείτο λόγους επιστημονικής ακριβείας του νέου ημερολογίου, κοινωνικούς και εμπορικούς, ήτοι οικονομικούς ως και λόγους ποιμαντικής ανταποκρίσεως της Εκκλησίας εις τας ανάγκας του ποιμνίου αυτής, γεγονός επαυξάνον το γόητρον αυτής μεταξύ του ιδίου αυτής ποιμνίου και των λοιπών Χριστιανών» (ένθ' ανωτ. σ. 365 ).

72. Σ(άρδεων) Γ(ερμανού), ένθ. ανωτ. σ. 66. Συναφώς ο Πατριάρχης Μύρων ανεφέρετο και εις απόφασιν της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ρουμανίας ληφθείσαν εξ αφορμής του ανακοινωθέντος, όπερ εξέδοτο το Οικουμενικόν Πατριαρχείον εν σχέσει προς την εισαγωγην κοινού ημερολογίου καθ' άπασαν την οικουμένην. Βλ. Σ. Γ., ένθ. ανωτ. σ. 67-68. Χρυσοστόμου (Α'), Αρχιεπισκόπου Αθηνών..., Η διόρθωσις... σ. 38-39. «Εκκλησίαν», 1926 σ. 338.

73. Σ(άρδεων) Γ(ερμανού), ένθ. ανωτ. σ. 68-69.

74. «Εκκλησία» Α' 1923-1924 σ. 174-175.

75. Εκκλησίας Ελλάδος; Το Ημερολογιακόν ζήτημά. . . σ. 8.
Περιεχόμενα