Myriobiblos Home

ΟΙΚΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΟΥ   Home of the Greek Bible  ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ ΜΕΛΕΤΗΣ ΤΗΣ ΒΙΒΛΟΥ

 

Ἰωάννης Δ. Καραβιδόπουλος

Νέες κατευθύνσεις στὴ βιβλικὴ ἑρμηνευτική

Εισήγηση στη συνάντηση Βιβλικών Θεολόγων του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης τον Μάρτιο του 1998. Δελτίο Βιβλικών Μελετών, τομ. 17, Ιαν-Ιουν. 1998

 

Μέθοδος της αποδόμησης ή αποδομισμός
(Deconstruction)14

Η μέθοδος της αποδόμησης, ή του αποδομισμού όπως ονομάζεται από άλλους, είναι μια μετα-στρουκτουραλιστική κριτική που αυτοχαρακτηρίζεται όχι ως νέα ερμηνευτική προσέγγιση στα κείμενα, αλλά ως «μία εμπειρία και στοχασμός της θεμελιώδους κρίσεως της μοντέρνας συνειδήσεως, που ως κριτικό υποκείμενο προσπαθεί να νοηματοδοτήσει το κείμενο»15. Στην προσπάθεια αυτή εξαφανίζονται η συνοχή και η αυθεντία του κειμένου, εφόσον o κάθε αναγνώστης μπορεί να βρίσκει όλο και νέα νοήματα. Γλώσσα, κείμενο και εγώ του ερμηνευτή αποτελούν ένα δίκτυο σχέσεων με γνώρισμα το μη οριστικό, το μη τελικό, το μη μονοσήμαντο και την απουσία του δεδομένου.

Στη βάση και αυτής της μεθόδου βρίσκεται ο γάλλος φιλόσοφος Jacques Derrida, ο οποίος με τρία έργα του το 1967 ‘Περί γραμματολογίας’, ‘Η φωνή και το φαινόμενο’, ‘Η γραφή και η διαφορά’, υποστηρίζει ότι τίποτα δεν προηγείται από κάτι άλλο με την έννοια μιας δυαδικότητας κατά την οποία το ένα προηγείται και είναι ανώτερο του άλλου, δηλαδή το καλό προηγείται από το κακό, το θετικό από το αρνητικό, το νόμιμο από το άνομο, η ομιλία από τη γραφή. Με βάση αυτές τις αρχές ο αποδομισμός θέλει να ανατρέψει τη Δυτική μεταφυσική και την ψευδαίσθησή της ότι η λογική μπορεί να αποσπαστεί από τη γλώσσα και να φτάσει σε μια αλήθεια που διεκδικεί την αυθεντία16. Ονομάζεται και μετα- στρουκτουραλιστική μέθοδος, γιατί στρέφεται κατά του στρουκτουραλισμού, εφόσον ο στρουκτουραλισμός προϋποθέτει μια δομή, κάποιο σταθερό κέντρο, ενώ ο αποδομισμός εγκαταλείποντας την έννοια της συνοχής ενός κειμένου προβάλλει τη ρητορικότητα της γλώσσας σε σχέση με την κυριολεξία της και τονίζει την απροσδιοριστία του νοήματος εις βάρος της αλήθειας. Έτσι, «καμμία ερμηνεία δεν μπορεί να είναι αντικειμενική και ορθή, αλλά πάντοτε μια παρερμηνεία, που αδυνατεί να αποκαταστήσει το ‘αρχικό’ νόημα του κειμένου ή να εμπεριέχει όλα τα δυνητικά του νοήματα»17.

Λέξεις-κλειδιά αυτής της ερμηνευτικής κατεύθυνσης είναι: η διακειμενικότητα (intertextuality), η κριτική κατά του Λογο-κεντρισμού (Logozentrismus), και το συνεχώς μετατιθέμενο νόημα (αυτό που ο Derrida ονόμασε  differance παραλλάσσοντας τη γαλλική λέξη difference = διαφορά). Τα κείμενα δεν περιέχουν καμιά οριστική απάντηση, καμιά οριστικά καθιερωμένη σημασία και καμιά μεταφυσική θεμελίωση. Οι λέξεις του κειμένου δεν παραπέμπουν σε κάποια ‘πραγματικδτητα’ αλλά πάλι σε λέξεις, είναι επεξεργασία προηγούμενων λέξεων, έτσι ώστε η ‘διακειμενικότητα’ (intertextuality), η σχέση με άλλα προηγούμενα κείμενα και η επίδραση από αυτά, να αποτελεί βασικό στοιχείο στη γραφή ενός κειμένου. Το κάθε κείμενο συνδιαλέγεται και παρουσιάζει αλληλεπιδράσεις με κάποιο άλλο κείμενο. Έτσι, η μέθοδος αυτή είναι μια χωρίς τέλος ερμηνευτική διαδικασία που απομυθοποιεί την αντίληψη ότι το κείμενο έχει μια δεδομένη σημασία και οδηγεί συνεχώς σε μια νέα ‘ερμηνευτική υποψία’, καταλύοντας κάθε αυθεντία, που σχετίζεται με μια ερμηνευτική κοινότητα. Είναι ένας σεισμός που οδηγεί στην ‘εμπειρία του ορίου’. Συνεπώς προχωρεί πιο πέρα από την ‘αναγνωστική ανταπόκριση" (Reader-Response Criticism), διότι κάνει πιο ριζοσπαστική τη σχέση αναγνώστη και κειμένου, αφήνοντας ακόμη περισσότερο χώρο στον αναγνώστη-ερμηνευτή και φυσικά πολύ λιγότερο χώρο στο ίδιο το κείμενο, εφόσον το κείμενο, το κάθε κείμενο, όπως υποστηρίζουν οι αποδομιστές, έχει αφεαυτού διαλυθεί. Βέβαια πρέπει να προσθέσουμε ότι ο αποδομισμός δεν έτυχε γενικής αποδοχής κατά την ανάλυση των λογοτεχνικών κειμένων και πολλώ μάλλον των βιβλικών κειμένων. Όσο και αν αυτό αποτελεί κάτι το καινούργιο και ορισμένοι ερευνητές, κυρίως στην Αμερική, αρέσκονται στην αναζήτηση μιας νέας θεωρίας σπάζοντας τον κλοιό της αποτελμάτωσης, ο αποδομισμός «θα εξακολουθήσει να αντιμετωπίζεται με καχύποπτο δέος αντιπροσωπεύοντας για πολλούς το αδιέξοδο της δυτικής σκέψης»18.

Ως παράδειγμα αποδομητικής ερμηνείας αναφέρουμε τη συζήτηση του Ιησού με τη Σαμαρείτιδα στο κατά  Ιωάννην κεφ. 4, όπου δεν λαμβάνεται, κατά τη νέα αυτή ερμηνευτική μέθοδο, υπόψη οποιαδήποτε κλασική προσέγγιση που μιλάει για σχέση Ιουδαίων και Σαμαρειτών, για υπέρβαση της κοινωνικής θέσης της γυναίκας, για την αποκάλυψη του Θεού από τον Ιησού σε μια αλλοεθνή γυναίκα κ.τ.τ. Εκείνο που μπορεί να δει ένας σύγχρονος αποδομητής-ερευνητής (όχι βέβαια κατ' ανάγκη όλοι οι ερμηνευτές της ίδιας κατεύθυνσης) είναι: η ειρωνεία που υπάρχει στη διήγηση (ο Ιησούς διψά και ζητά νερό, αλλά η πραγματικά διψασμένη για την αλήθεια είναι η Σαμαρείτιδα)· η σχέση της φυσικής δίψας του Ιησού με τη δίψα του για τελείωση του θελήματος του Θεού Πατέρα και ως εκ τούτου ο συσχετισμός αυτής της δίψας του κεφαλαίου 4 με τη δίψα επί του σταυρού (19,28) που συνοδεύεται με την εκπλήρωση των Γραφών («ίνα τελειωθή η γραφή, λέγει· Διψώ»)· η αναφορά στους πέντε άνδρες της Σαμαρείτιδας μπορεί να μη σχετίζεται με τη ζωή της γυναίκας αυτής (ανώνυμης άλλωστε στη διήγηση) αλλά να αποτελεί υπαινιγμό στη θρησκευτική απιστία της Σαμάρειας (Δ' Βασ 17,13-34) ο συσχετισμός νερού και πνεύματος (7,37-39) κ.ά.19 Αναρωτιέται κανείς μήπως η νεότερη αυτή τάση έχει υποκρυπτόμενες αλληγορικές καταβολές που βρίσκει κανείς στην ιστορία της βιβλικής ερμηνείας κατά το μακρινό παρελθόν της. Ορισμένοι ερευνητές βρίσκουν πράγματι ‘νεο-αλληγορικές’ τάσεις σ' αυτή την προσέγγιση20.

Τελικά, καθώς παρατηρεί ο S.D. Moore21, «χρειαζόμαστε ίσως έναν μετα-μοντέρνο Bultmann, γιατί η μέθοδος αυτή αφήνει πολύ λιγοτερα στα χέρια των πιστών από ό,τι άφηνε ακόμη και o Bultmann».

Προηγούμενη / Επόμενη σελίδα

Εισαγωγή

 

_______________________

 

Σημειώσεις:

14. Δ. Τζιόβα, Μετά την Αισθητική. Θεωρητικές δοκιμές και ερμηνευτικές αναγνώσεις  της  Νεοελληνικής  λογοτεχνίας,  1987, σ.301-317·  J.  Culler,  Οn Deconstruction. Theory and Criticism after Structuralism, 1982· S. D. Moore, Literary Criticism  and the Gospels, 1989·  G.Α. Phillips (ed),  Poststructural Criticism and the Bible, 1990· D. Jobling-S. D. Moore (ed.), Poststructuralism as Exegesis, 1992· The Postmodern Bible, 1995, σ. 119-148.

15. G. Schunack, όπ. παρ., σ. 52.

16. Δ.Τζιόβα, σ. 303 εξ.

17. Δ. Τζιόβα, σ.314.

18. Δ. Τζιόβα, όπ. παρ., σ. 317.

19. Βλ. περισσότερα για την αποδομητική ανάλυση του Ιω 4 στου S.D. Moore, Post-Structuralism and the Ν.Τ., σ. 43 εξ., και του ιδίου, «Are there impurities in the living water that the Johannine Jesus dispenses? Deconstruction, Feminism and the Samaritan woman», στο Biblical Interpretation, 1(1993), σ. 207-227.

20. Βλ. π.χ. το σχετικό άρθρο στο συλλ. έργο The Postmodern Bible, σ. 128.

21. Literary Criticism and the Gospels. The theoretical Challenge, 1989, σ. 151.


 

Treasury of the Fathers

ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ

Πολυτονική γραμματοσειρά

Οἶκος τῆς Ἑλληνικῆς Βίβλου

Top of Page

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ